Διαφήμιση

ΕΝΟΤΗΤΕΣ

Σύνδεση Χρήστη



FreeCurrencyRates.com
PDF Εκτύπωση E-mail
1924 – Κύρωση Σύμβασης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και του Βασιλείου της Νορβηγίας για την αποφυγή της διπλής φορολογίας και την αποτροπή της φοροδιαφυγής σχετικά με τους φόρους του εισοδήματος και κεφαλαίου μετά του συνημμένου σ’ αυτήν Πρωτοκόλλου
Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 1991 00:00

1924 – Κύρωση Σύμβασης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και του Βασιλείου της Νορβηγίας για την αποφυγή της διπλής φορολογίας και την αποτροπή της φοροδιαφυγής σχετικά με τους φόρους του εισοδήματος και κεφαλαίου μετά του συνημμένου σ’ αυτήν Πρωτοκόλλου (ΦEK Α΄ 16/15.2.1991)

Ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

Άρθρο πρώτο

Κυρώνονται και έχουν την ισχύ, που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, η Σύμβαση μεταξύ των Κυβερνήσεων της Ελληνικής Δημοκρατίας και του Βασιλείου της Νορβηγίας για την αποφυγή της διπλής φορολογίας και την αποτροπή της φοροδιαφυγής σχετικά με τους φόρους του εισοδήματος και κεφαλαίου και το συνημμένο σ’ αυτήν Πρωτόκολλο που υπογράφηκαν στο Όσλου στις 27 Απριλίου 1988, των οποίων το κείμενο σε πρωτότυπο στην αγγλική γλώσσα και σε μετάφραση στην ελληνική έχει ως εξής:

ΣΥΜΒΑΣΗ

Μεταξύ του Βασιλείου της Νορβηγίας και της Ελληνικής Δημοκρατίας για την αποφυγή της διπλής φορολογίας και την αποτροπή της φοροδιαφυγής αναφορικά με τους φόρους εισοδήματος και του κεφαλαίου.

H Kυβέρνηση του Βασιλείου της Νορβηγίας και η Kυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας, επιθυμώντας να συνάψουν Σύμβαση για την αποφυγή της διπλής φορολογίας και την αποτροπή της φοροδιαφυγής αναφορικά με τους φόρους εισοδήματος και κεφαλαίου, συμφώνησαν τα ακόλουθα:

Άρθρο 1

Πρόσωπα επί των οποίων εφαρμόζεται η Σύμβαση

H παρούσα Σύμβαση εφαρμόζεται στα πρόσωπα που είναι κάτοικοι του ενός ή των δύο Συμβαλλόμενων Κρατών.

Άρθρο 2

Φόροι που καλύπτονται

1. H παρούσα Σύμβαση εφαρμόζεται στους φόρους εισοδήματος και κεφαλαίου που επιβάλλονται για λογαριασμό ενός από τα Συμβαλλόμενα Κράτη ή των πολιτικών τους υποδιαιρέσεων ή των τοπικών αρχών, ανεξάρτητα από τον τρόπο που επιβάλλονται.

2. Φόροι εισοδήματος και κεφαλαίου θεωρούνται όλοι οι φόροι που επιβάλλονται στο συνολικό εισόδημα, στο συνολικό κεφάλαιο, ή σε στοιχεία του εισοδήματος, ή του κεφαλαίου, συμπεριλαμβανομένων των φόρων που επιβάλλονται στην ωφέλεια που προκύπτει από την εκποίηση κινητής ή ακίνητης περιουσίας, καθώς και των φόρων στην υπεραξία που προκύπτει από την ανατίμηση του κεφαλαίου.

3. Oι υφιστάμενοι φόροι στους οποίους εφαρμόζεται η παρούσα Σύμβαση ειδικότερα είναι:

α) Στην περίπτωση της Νορβηγίας

1) ο εθνικός φόρος εισοδήματος (inntektsskatt til staten)

2) ο επαρχιακός δημοτικός φόρος εισοδήματος (inntektsskat til fylkeskommunen)

3) ο δημοτικός φόρος εισοδήματος (inntektsskat til kommunen)

4) η εισφορά στο Ταμείο Τοπικής Αυτοδιοίκησης (fellesskatt til skatteforde lingsfondet)

5) ο εθνικός φόρος κεφαλαίου (formuesskat til staten)

6) ο δημοτικός φόρος κεφαλαίου (formuesskat til kommunen)

7) ο εθνικός φόρος αναφορικά με το εισόδημα και το κεφάλαιο από τη διερεύνηση και εκμετάλλευση υποθαλάσσιων πηγών πετρελαίου και δραστηριότητες και εργασίες σχετικές με αυτές, συμπεριλαμβανομένης της μεταφοράς του παραγομένου πετρελαίου με αγωγό. (skatt til stasten vedrorende inntekt og formue i forbihdelse med undersokelse etter og utnyttelse av undersjoiske petroleumsfore komster og dertil knytter vir ksomhet og arbeid, herunder or ledningstransport av utvunnet petroleum).

8) τα εθνικά τέλη επί των αμοιβών των μη κατοίκων καλλιτεχνών (avoift til staten av honorarer sam tilfaller kunstnere bosalt I utlandet).

9) ο φόρος ναυτικών (sjomannsskatt) (στο εξής αναφερόμενος ως «Νορβηγικός φόρος»)

β) Στην περίπτωση της Ελλάδας:

1) O φόρος εισοδήματος και κεφαλαίου των φυσικών προσώπων

2) ο φόρος εισοδήματος και κεφαλαίου των νομικών προσώπων

3) η εισφορά για τις επιχειρήσεις ύδρευσης και αποχέτευσης που υπολογίζεται στο ακαθάριστο εισόδημα από οικοδομές. (στο εξής αναφερόμενοι ως «Ελληνικός φόρος»).

4. H Σύμβαση αυτή εφαρμόζεται επίσης σε οποιουσδήποτε ταυτόσημους ή ουσιωδώς παρόμοιους φόρους που επιβάλλονται από κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος μετά την ημερομηνία υπογραφής της Σύμβασης επιπρόσθετα ή αντί των υφισταμένων φόρων.

Άρθρο 3

Γενικοί ορισμοί

1. Για τους σκοπούς της παρούσας Σύμβασης, εκτός αν ορίζει διαφορετικά το κείμενο:

α) O όρος «Νορβηγία» σημαίνει το Βασίλειο της Νορβηγίας και περιλαμβάνει κάθε περιοχή, πέρα από τα χωρικά ύδατα του Βασιλείου της Νορβηγίας όπου το Βασίλειο της Νορβηγίας, σύμφωνα με τη νορβηγική νομοθεσία και το διεθνές δίκαιο, μπορεί να ασκήσει τα δικαιώματά του αναφορικά με την υφαλοκρηπίδα και το υπέδαφος και τους φυσικούς τους πόρους ο όρος δεν περιλαμβάνει το Svalbard (συμπεριλαμβανομένης της νήσου Bear), το Jan Mayen και τις νορβηγικές κτήσεις («biland») εκτός Ευρώπης.

β) O όρος «Ελλάδα» περιλαμβάνει τα εδάφη της Ελληνικής Δημοκρατίας και το τμήμα της υφαλοκρηπίδας και του υπεδάφους της κάτω από τη Μεσόγειο Θάλασσα, επί των οποίων η Ελληνική Δημοκρατία έχει κυριαρχικά δικαιώματα σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο.

γ) Ο όρος «πρόσωπο» περιλαμβάνει ένα φυσικό πρόσωπο, μία εταιρία και οποιαδήποτε άλλη ένωση προσώπων:

δ) Ο όρος «εταιρία» σημαίνει οποιαδήποτε εταιρική μορφή κεφαλαιουχικού χαρακτήρα ή οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο το οποίο έχει την ίδια φορολογική μεταχείριση με μία εταιρία:

ε) Οι όροι «ένα Συμβαλλόμενο Κράτος» και «το άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος» σημαίνουν τη Νορβηγία ή την Ελλάδα όπως το κείμενο απαιτεί:

στ) Οι όροι «επιχείρηση του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους» και «Eπιχείρηση του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους» υποδηλώνουν αντίστοιχα την επιχείρηση που διεξάγεται από κάτοικο του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους και την επιχείρηση που διεξάγεται από κάτοικο του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους.

ζ) Ο όρος «Διεθνείς μεταφορές» σημαίνει οποιαδήποτε μεταφορά με πλοίο ή αεροσκάφος, εκτός αν το πλοίο ή το αεροσκάφος εκτελεί δρομολόγια αποκλειστικά μεταξύ τόπων εντός του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους.

η) Ο όρος «αρμόδια αρχή» σημαίνει:

1) στη Νορβηγία, τον Υπουργό Οικονομικών ή τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό του,

2) στην Ελλάδα, τον Υπουργό Οικονομικών ή τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό του.

2. Όσον αφορά την εφαρμογή της Σύμβασης από ένα Συμβαλλόμενο Κράτος, κάθε όρος που δεν καθορίζεται σ’ αυτό το άρθρο θα έχει, εκτός αν ορίζει διαφορετικά το κείμενο, την έννοια που έχει σύμφωνα με τη νομοθεσία αυτού του Κράτους σχετικά με τους φόρους που αποτελούν το αντικείμενο της Σύμβασης.

Άρθρο 4

Κάτοικος

1. Για τους σκοπούς της παρούσας Σύμβασης, ο όρος «κάτοικος του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους» σημαίνει το πρόσωπο που, σύμφωνα με τους νόμους αυτού του Κράτους, υπόκειται σε φορολογία σ’ αυτό λόγω κατοικίας ή διαμονής του ή τόπου διοίκησης των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του ή άλλου παρόμοιας φύσης κριτηρίου. Αλλά ο όρος αυτός δεν περιλαμβάνει οποιοδήποτε πρόσωπο που φορολογείται στο Κράτος αυτό μόνο όσο αφορά εισόδημα που προέρχεται από πηγές μέσα σ’ αυτό ή κεφάλαιο που βρίσκεται σ’ αυτό.

2. Αν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1, ένα φυσικό πρόσωπο είναι κάτοικος και των δύο Συμβαλλόμενων Κρατών, τότε η νομική του κατάσταση καθορίζεται ως εξής:

α) Θεωρείται ότι είναι κάτοικος του κράτους στο οποίο διαθέτει μόνιμη οικογενειακή εστία: αν διαθέτει μόνιμη οικογενειακή εστία και στα δύο Κράτη, θεωρείται κάτοικος του Κράτους με το οποίο διατηρεί στενότερους προσωπικούς και οικονομικούς δεσμούς (κέντρο ζωτικών συμφερόντων).

β) Αν το Κράτος στο οποίο έχει το κέντρο των ζωτικών συμφερόντων του δεν μπορεί να καθοριστεί ή αν δεν διαθέτει μόνιμη οικογενειακή εστία σε κανένα από τα δύο Κράτη θεωρείται κάτοικος του Κράτους στο οποίο έχει τη συνήθη διαμονή του.

γ) Αν έχει συνήθη διαμονή και στα δύο Κράτη ή σε κανένα από αυτά, θεωρείται κάτοικος του Κράτους του οποίου είναι υπήκοος.

δ) Αν είναι υπήκοος και των δύο Κρατών ή κανενός απ’ αυτά, οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλόμενων Κρατών διευθετούν το ζήτημα με αμοιβαία συμφωνία.
3. Αν σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1, ένα πρόσωπο, εκτός από φυσικό πρόσωπο, είναι κάτοικος και των δύο Συμβαλλόμενων Κρατών, τότε το πρόσωπο αυτό θεωρείται κάτοικος του Συμβαλλομένου Κράτους, στο οποίο βρίσκεται η έδρα της πραγματικής διοίκησής του.

Άρθρο 5

Μόνιμη εγκατάσταση

1. Για τους σκοπούς της παρούσας Σύμβασης, ο όρος «μόνιμη εγκατάσταση» σημαίνει ένα καθορισμένο τόπο επιχειρηματικών δραστηριοτήτων μέσω του οποίου διεξάγονται οι εργασίες της επιχείρησης εν όλω ή εν μέρει.

2. O όρος «μόνιμη εγκατάσταση» περιλαμβάνει κυρίως:

α) έδρα διοίκησης

β) υποκατάστημα

γ) γραφείο

δ) εργοστάσιο

ε) εργαστήριο και

στ) ορυχείο, πηγή πετρελαίου ή αερίου, λατομείο ή οποιονδήποτε άλλο τόπο εξόρυξης φυσικών πόρων.

3. Ένα εργοτάξιο, ένα έργο κατασκευής, συναρμολόγησης ή εγκατάστασης ή δραστηριότητες επίβλεψης ή παροχής συμβουλών άμεσα συνδεόμενα συνιστούν μόνιμη εγκατάσταση μόνο αν το παραπάνω εργοτάξιο, έργο ή οι δραστηριότητες συνεχίζονται για περίοδο μεγαλύτερη των έξι (6) μηνών.

4. Ανεξάρτητα από τις πιο πάνω διατάξεις αυτού του άρθρου, ο όρος «μόνιμη εγκατάσταση» δεν θεωρείται ότι περιλαμβάνει:

α) τη χρήση διευκολύνσεων αποκλειστικά με σκοπό την αποθήκευση, έκθεση ή παράδοση αγαθών ή εμπορευμάτων που ανήκουν στην επιχείρηση,

β) τη διατήρηση αποθέματος αγαθών ή εμπορευμάτων που ανήκουν στην επιχείρηση αποκλειστικά με σκοπό την αποθήκευση, έκθεση ή παράδοση,

γ) τη διατήρηση αποθέματος αγαθών ή εμπορευμάτων που ανήκουν στην επιχείρηση αποκλειστικά με σκοπό την επεξεργασία από άλλη επιχείρηση,

δ) τη διατήρηση καθορισμένου τόπου επιχειρηματικών δραστηριοτήτων αποκλειστικά για το σκοπό της αγοράς αγαθών ή εμπορευμάτων ή της συγκέντρωσης πληροφοριών, για την επιχείρηση,

ε) τη διατήρηση καθορισμένου τόπου επιχειρηματικών δραστηριοτήτων αποκλειστικά με σκοπό διεξαγωγής, για την επιχείρηση, οποιασδήποτε άλλης δραστηριότητας προπαρασκευαστικού ή επιβοηθητικού χαρακτήρα,

στ) τη διατήρηση καθορισμένου τόπου επιχειρηματικών δραστηριοτήτων αποκλειστικά για κάθε συνδυασμό δραστηριοτήτων που αναφέρονται στις υποπαραγράφους α’ έως ε’ υπό τον όρο ότι η όλη δραστηριότητα του καθορισμένου τόπου των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων που απορρέει από αυτόν τον συνδυασμό είναι προπαρασκευαστικού ή επιβοηθητικού χαρακτήρα.

5. Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2, όταν ένα πρόσωπο - πλην ανεξάρτητου πράκτορα στον οποίο εφαρμόζεται η παράγραφος 6- ενεργεί για λογαριασμό μιας επιχείρησης και έχει και συνήθως ενασκεί, σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος, εξουσιοδότηση για να συνάπτει συμφωνίες στο όνομα της επιχείρησης, αυτή η επιχείρηση θα θεωρείται ότι έχει μόνιμη εγκατάσταση στο Κράτος αυτό όσον αφορά δραστηριότητες που αναλαμβάνει το πρόσωπο αυτό για την επιχείρηση, εκτός αν οι δραστηριότητες αυτού του προσώπου περιορίζονται στις μνημονευόμενες στην παράγραφο 4, οι οποίες αν ασκούνται μέσω ενός καθορισμένου τόπου επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, δεν καθιστούν τον καθορισμένο αυτόν τόπο μόνιμη εγκατάσταση κατά τις διατάξεις της παραγράφου αυτής.

6. Μία επιχείρηση δεν θεωρείται ότι έχει μόνιμη εγκατάσταση σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος απλώς και μόνο επειδή διεξάγει εργασίες σ’ αυτό το Κράτος απλώς και μόνο επειδή διεξάγει εργασίες σ’ αυτό το Κράτος μέσω μεσίτη, γενικού αντιπροσώπου με προμήθεια ή οποιουδήποτε άλλου ανεξάρτητου πράκτορα, εφ’ όσον τα πρόσωπα αυτά ενεργούν μέσα στα συνήθη πλαίσια της δραστηριότητάς τους.

7. Το γεγονός ότι εταιρεία που είναι κάτοικος του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους ελέγχει ή ελέγχεται από εταιρεία που είναι κάτοικος του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους ή διεξάγει εργασίες σ’ αυτό το άλλο Κράτος (είτε μέσω μόνιμης εγκατάστασης είτε με άλλο τρόπο) δεν μπορεί (αυτό και μόνο) να καθιστά την καθεμία από τις εταιρείες μόνιμη εγκατάσταση της άλλης.

Άρθρο 6

Εισόδημα από ακίνητη περιουσία

1. Εισόδημα, που αποκτάται από κάτοικο του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους από ακίνητη περιουσία (συμπεριλαμβανομένου και του εισοδήματος από γεωργική ή δασική δραστηριότητα) που βρίσκεται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, μπορεί να φορολογείται σ’ αυτό το άλλο Κράτος.

2. O όρος «ακίνητη περιουσία» καθορίζεται σύμφωνα με τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Κράτους στο οποίο βρίσκεται η περιουσία αυτή. O όρος περιλαμβάνει εν πάση περιπτώσει τα παραρτήματα της ακίνητης περιουσίας, ζώα και εξοπλισμό που χρησιμοποιούνται στη γεωργία και στη δασοκομία, δικαιώματα στα οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις της γενικής νομοθεσίας για την έγγειο ιδιοκτησία, επικαρπία ακίνητης περιουσίας και δικαιώματα τα οποία παρέχουν προσόδους μεταβαλλόμενες ή πάγιες ως αντάλλαγμα για την εκμετάλλευση ή το δικαίωμα εκμετάλλευσης μεταλλευτικών κοιτασμάτων, πηγών και άλλων φυσικών πόρων. Πλοία, πλοιάρια και αεροπλάνα δεν θεωρούνται ως ακίνητη περιουσία.

3. Oι διατάξεις της παραγράφου 1 εφαρμόζονται στο εισόδημα που προέρχεται από την άμεση χρήση, εκμίσθωση ή οποιαδήποτε άλλη μορφή χρήσης της ακίνητης περιουσίας.

4. Oι διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 εφαρμόζονται επίσης στο εισόδημα από ακίνητη περιουσία μιας επιχείρησης και στο εισόδημα από ακίνητη περιουσία που χρησιμοποιείται για την άσκηση μη εξαρτημένων προσωπικών υπηρεσιών.

Άρθρο 7

Κέρδη επιχειρήσεων

1. Tα κέρδη επιχείρησης του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους φορολογούνται μόνο στο Κράτος αυτό, εκτός αν η επιχείρηση διεξάγει εργασίες στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, μέσω μιας μόνιμης εγκατάστασης σ’ αυτό. Εάν η επιχείρηση διεξάγει εργασίες κατ’ αυτόν τον τρόπο, τα κέρδη της επιχείρησης μπορεί να φορολογούνται στο άλλο Κράτος, αλλά μόνο ως προς το τμήμα αυτών, το οποίο προέρχεται από τη μόνιμη αυτήν εγκατάσταση.

2. Τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου 3, εάν μία επιχείρηση του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους διεξάγει εργασίες στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος μέσω μόνιμης εγκατάστασης σ’ αυτό, τότε σε καθένα από τα Συμβαλλόμενα Κράτη αποδίδονται στη μόνιμη αυτήν εγκατάσταση τα κέρδη που υπολογίζεται ότι θα πραγματοποιούσε, αν αυτή ήταν μια διαφορετική και ανεξάρτητη επιχείρηση που ασχολείται με την ίδια ή με παρόμοια δραστηριότητα κάτω από τις ίδιες ή παρόμοιες συνθήκες και που ενεργεί τελείως ανεξάρτητα από την επιχείρηση της οποίας αποτελεί μόνιμη εγκατάσταση.

3. Κατά τον καθορισμό των κερδών μιας μόνιμης εγκατάστασης αφαιρούνται τα έξοδα, συμπεριλαμβανομένων και των διοικητικών και γενικών διαχειριστικών εξόδων, που πραγματοποιούνται για τους σκοπούς της μόνιμης εγκατάστασης είτε στο Κράτος στο οποίο βρίσκεται η μόνιμη εγκατάσταση είτε αλλού.

4. Εφ’ όσον συνηθίζεται σ’ ένα Συμβαλλόμενο Κράτος τα κέρδη που προέρχονται από κάποια μόνιμη εγκατάσταση να καθορίζονται με βάση τον καταμερισμό των συνολικών κερδών της επιχείρησης στα διάφορα τμήματά της, οι διατάξεις της παραγράφου 2 δεν εμποδίζουν καθόλου το Κράτος αυτό να καθορίζει τα φορολογητέα κέρδη μ’ αυτόν τον καταμερισμό, όπως συνηθίζεται. Παρ’ όλα αυτά όμως η χρησιμοποιούμενη μέθοδος καταμερισμού πρέπει να είναι τέτοια, ώστε το αποτέλεσμα να συμφωνεί με τις αρχές που περιέχονται στο παρόν άρθρο.

5. Κανένα κέρδος δεν θεωρείται ότι ανήκει σε μόνιμη εγκατάσταση για το λόγο ότι η μόνιμη εγκατάσταση έκανε απλή αγορά αγαθών ή εμπορευμάτων για την επιχείρηση.

6. Για τους σκοπούς των προηγούμενων παραγράφων, τα κέρδη που προέρχονται από τη μόνιμη εγκατάσταση καθορίζονται με την ίδια μέθοδο κάθε χρόνο, εκτός αν υπάρχουν βάσιμοι και επαρκείς λόγοι να καθορίζονται διαφορετικά.

7. Στις περιπτώσεις που στα κέρδη περιλαμβάνονται στοιχεία εισοδήματος για τα οποία γίνεται ιδιαίτερη μνεία σ’ άλλα άρθρα της παρούσας Σύμβασης, τότε οι διατάξεις των άρθρων εκείνων δεν επηρεάζονται από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 8

Ναυτιλιακές και αεροπορικές μεταφορές

1. Tα κέρδη, που προέρχονται από την εκμετάλλευση πλοίων σε διεθνείς μεταφορές, μπορεί να φορολογούνται στο Συμβαλλόμενο Κράτος, στο οποίο έχουν νηολογηθεί ή από το οποίο έχουν εφοδιασθεί με προσωρινά ναυτιλιακά έγγραφα.

2. Tα κέρδη, τα οποία προέρχονται από την εκμετάλλευση αεροσκάφους σε διεθνείς μεταφορές, θα φορολογούνται μόνο στο Συμβαλλόμενο Κράτος στο οποίο βρίσκεται η έδρα της πραγματικής διεύθυνσης της επιχείρησης.

3. Oι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 εφαρμόζονται επίσης σε κέρδη από τη συμμετοχή σε «POOL», κοινοπραξίες ή σε επιχειρήσεις που λειτουργούν σε διεθνές επίπεδο.

4. Tα κέρδη, τα οποία αποκτώνται από επιχείρηση ενός Συμβαλλόμενου Κράτους από τη χρήση ή την εκμίσθωση εμπορευματοκιβωτίων -containers- (συμπεριλαμβανομένων των ρυμουλκών και του συναφούς εξοπλισμού για τη μεταφορά των εμπορευματοκιβωτίων -containers-) που χρησιμοποιούνται στις διεθνείς μεταφορές, φορολογούνται μόνο σ’ αυτό το Κράτος.

5. Oι διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 εφαρμόζονται σε κέρδη που αποκτώνται από την κοινοπραξία των νορβηγικών, δανικών και σουηδικών αερομεταφορών, Σύστημα Σκανδιναβικών Αερογραμμών (SAS), αλλά μόνο για τα ποσά εκείνα των κερδών που αποκτά το Det Norske Luftfartssels Kap ASS CDN 4, το Νορβηγικό μέλος του Σκανδιναβικού Συστήματος Αερογραμμών, που αναλογούν στο μερίδιό του στον οργανισμό αυτόν.

Άρθρο 9

Συνδεόμενες επιχειρήσεις

Αν:

α) επιχείρηση του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους συμμετέχει άμεσα ή έμμεσα στη διοίκηση, τον έλεγχο ή το κεφάλαιο μιας επιχείρησης του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, ή

β) τα ίδια πρόσωπα συμμετέχουν άμεσα ή έμμεσα στη διοίκηση, στον έλεγχο ή στο κεφάλαιο επιχείρησης του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους και μιας επιχείρησης του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, και σε κάθε μία από τις περιπτώσεις αυτες επικρατούν ή επιβάλλονται μεταξύ των δύο επιχειρήσεων στις εμπορικές ή οικονομικές τους σχέσεις όροι διαφορετικοί από εκείνους που θα επικρατούσαν μεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων, τότε οποιαδήποτε κέρδη τα οποία, αν δεν υπήρχαν οι όροι αυτοί, θα μπορούσαν να είχαν πραγματοποιηθεί από μία από τις επιχειρήσεις, αλλά λόγω αυτών των όρων δεν πραγματοποιήθηκαν, μπορούν να περιλαμβάνονται στα κέρδη αυτής της επιχείρησης και να φορολογούνται ανάλογα.

Άρθρο 10

Μερίσματα

1. Μερίσματα, που καταβάλλονται από εταιρία η οποία είναι κάτοικος του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους σε κάτοικο του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, μπορεί να φορολογούνται σ’ αυτό το άλλο Κράτος.

2. Όμως, τα μερίσματα αυτά μπορεί επίσης να φορολογούνται στο Συμβαλλόμενο Κράτος του οποίου η εταιρία που καταβάλλει τα μερίσματα είναι κάτοικος και σύμφωνα με τη νομοθεσία αυτού του Κράτους, αλλά, αν ο εισπράττων είναι ο δικαιούχος των μερισμάτων, ο φόρος που επιβάλλεται μ’ αυτόν τον τρόπο δεν πρέπει να υπερβαίνει:

α) 40 τοις εκατό του ακαθάριστου ποσού των μερισμάτων, αν η εταιρία που κάνει τη διανομή είναι κάτοικος Ελλάδας, και

β) 20 τοις εκατό του ακαθάριστου ποσού των μερισμάτων, αν η εταιρία που κάνει τη διανομή είναι κάτοικος της Νορβηγίας.

Oι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλόμενων Κρατών καθορίζουν με αμοιβαία συμφωνία τον τρόπο εφαρμογής αυτών των περιορισμών.

H παρούσα παράγραφος δεν επηρεάζει τη φορολογία της εταιρίας σε σχέση με τα κέρδη από τα οποία καταβάλλονται τα μερίσματα.

3. O όρος «μερίσματα», όπως χρησιμοποιείται σ’ αυτό το άρθρο, σημαίνει το εισόδημα από μετοχές, μετοχές μεταλλείων, ιδρυτικούς τίτλους ή άλλα δικαιώματα συμμετοχής σε κέρδη (κεφαλαιουχικής εταιρίας) τα οποία δεν αποτελούν απαιτήσεις από χρέη, καθώς και το εισόδημα από άλλα εταιρικά δικαιώματα, το οποίο έχει την ίδια φορολογική μεταχείριση, όπως και το εισόδημα από μετοχές σύμφωνα με τη νομοθεσία του Κράτους, του οποίου η εταιρία που διενεργεί τη διανομή είναι κάτοικος.

4. Oι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 δεν εφαρμόζονται, αν ο δικαιούχος των μερισμάτων, ο οποίος είναι κάτοικος του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, διεξάγει εργασίες στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, του οποίου η εταιρία που καταβάλλει τα μερίσματα είναι κάτοικος, μέσω μόνιμης εγκατάστασης που βρίσκεται σ’ αυτό, ή αν παρέχει σ’ αυτό το άλλο Κράτος μη εξαρτημένες προσωπικές υπηρεσίες από καθορισμένη βάση που βρίσκεται σ’ αυτό και η συμμετοχή (HOLDING), δυνάμει της οποίας καταβάλλονται τα μερίσματα, συνδέεται ουσιαστικά μ’ αυτήν τη μόνιμη εγκατάσταση ή την καθορισμένη βάση. Σ’ αυτήν την περίπτωση θα εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 7 ή του άρθρου 14, ανάλογα με την περίπτωση.

5. Αν μία εταιρία, που είναι κάτοικος του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, πραγματοποιεί κέρδη ή αποκτά εισοδήματα στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, το άλλο αυτό Κράτος δεν μπορεί να επιβάλει κανένα φόρο στα μερίσματα που καταβάλλονται από την εταιρία, εκτός αν τα μερίσματα αυτά καταβάλλονται σε κάτοικο του άλλου αυτού Κράτους ή αν η συμμετοχή (HOLDING), δυνάμει της οποίας καταβάλλονται τα μερίσματα, συνδέεται ουσιαστικά με μία μόνιμη εγκατάσταση ή καθορισμένη βάση, που βρίσκεται στο άλλο αυτό Κράτος, ούτε μπορεί να υπαγάγει τα αδιανέμητα κέρδη της εταιρίας σε φόρο επί αδιανέμητων κερδών, ακόμη και αν τα καταβαλλόμενα μερίσματα ή τα αδιανέμητα κέρδη αποτελούνται εν όλω ή εν μέρει από κέρδη ή εισοδήματα που προκύπτουν σ’ αυτό το άλλο Κράτος.

Άρθρο 11

Τόκοι

1. Τόκοι, που προκύπτουν στο ένα Συμβαλλόμενο Κράτος και καταβάλλονται σε κάτοικο του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, μπορεί να φορολογούνται σ’ αυτό το άλλο Κράτος.

2. Μπορεί όμως αυτοί οι τόκοι να φορολογούνται επίσης στο Συμβαλλόμενο Κράτος στο οποίο προκύπτουν και σύμφωνα με τη νομοθεσία του Κράτους αυτού, αλλά, αν ο εισπράττων είναι ο δικαιούχος των τόκων, ο φόρος που επιβάλλεται κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν υπερβαίνει το 10% του ακαθάριστου ποσού των τόκων. Oι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλόμενων Κρατών καθορίζουν με αμοιβαία συμφωνία τον τρόπο εφαρμογής αυτού του περιορισμού.

3. Ανεξάρτητα από τις διατάξεις της παραγράφου 2, τόκοι που προκύπτουν στο ένα Συμβαλλόμενο Κράτος εξαιρούνται της φορολογίας στο Κράτος αυτό, αν δικαιούχος των τόκων είναι ένα Συμβαλλόμενο Κράτος, μία πολιτική υποδιαίρεση ή μία τοπική αρχή του ή η Kεντρική του Τράπεζα ή κάποιο όργανο αυτού του Κράτους, το οποίο δεν υπόκειται σε φορολογία σε αυτό.

4. O όρος «τόκοι», όπως χρησιμοποιείται στον παρόν άρθρο, σημαίνει εισόδημα από απαιτήσεις κάθε είδους, είτε εξασφαλίζονται είτε όχι με υποθήκη και ιδιαίτερα εισόδημα από κρατικά χρεώγραφα και εισόδημα από ομολογίες ή χρεωστικούς τίτλους, περιλαμβανομένων των δώρων και βραβείων τα οποία συνεπάγονται παρόμοια αξιόγραφα και ομολογίες.

5. Oι διατάξεις των παραγράφων από 1 και 2 δεν εφαρμόζονται, αν ο δικαιούχος των τόκων, που είναι κάτοικος του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, διεξάγει εργασίες στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, στο οποίο προκύπτουν οι τόκοι, μέσω μιας μόνιμης εγκατάστασης σ’ αυτό ή αν παρέχει στο άλλο Κράτος μη εξαρτημένες προσωπικές υπηρεσίες από καθορισμένη βάση σ’ αυτό και η αξίωση χρέους, σε σχέση με την οποία καταβάλλονται οι τόκοι, συνδέεται ουσιαστικά μ’ αυτήν τη μόνιμη εγκατάσταση ή την καθορισμένη βάση.

Σ’ αυτήν την περίπτωση θα εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 7 ή του άρθρου 14, ανάλογα με την περίπτωση.

6. Τόκοι θεωρούνται ότι προκύπτουν σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος όταν ο καταβάλλων είναι το ίδιο το Κράτος, μία πολιτική υποδιαίρεση, μία τοπική αρχή ή κάτοικος του Κράτους αυτού. Αν όμως το πρόσωπο που καταβάλλει τους τόκους, είτε αυτό είναι ή όχι κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, έχει σ’ ένα Συμβαλλόμενο Κράτος μία μόνιμη εγκατάσταση ή μία καθορισμένη βάση, σε σχέση με την οποία προέκυψε η οφειλή, για την οποία καταβάλλονται οι τόκοι και οι τόκοι αυτοί βαρύνουν τη μόνιμη εγκατάσταση ή την καθορισμένη βάση, τότε οι τόκοι αυτοί θεωρούνται ότι προκύπτουν στο Κράτος, στο οποίο βρίσκεται η μόνιμη εγκατάσταση ή η καθορισμένη βάση.

7. Σε περίπτωση, που λόγω ειδικής σχέσης μεταξύ του καταβάλλοντος και του δικαιούχου ή μεταξύ αυτών και κάποιου άλλου προσώπου, το ποσό των τόκων, λαμβανομένης υπόψη της αξίωσης από χρέος, για την οποία καταβάλλονται, υπερβαίνει το ποσό που θα είχε συμφωνηθεί μεταξύ του οφειλέτη και του δικαιούχου ελλείψει μιας τέτοιας σχέσης, οι διατάξεις αυτού του άρθρου εφαρμόζονται μόνο στο τελευταίο μνημονευόμενο ποσό. Σ’ αυτήν την περίπτωση, το υπερβάλλον μέρος των πληρωμών φορολογείται σύμφωνα με τη νομοθεσία κάθε Συμβαλλόμενου Κράτους, λαμβανομένων υπόψη και των λοιπών διατάξεων της παρούσας Σύμβασης.

Άρθρο 12

Δικαιώματα

1. Δικαιώματα που προκύπτουν σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος και καταβάλλονται σε κάτοικο του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, μπορεί να φορολογούνται σ’ αυτό το Κράτος.

2. Μπορεί, όμως τα δικαιώματα αυτά να φορολογούνται επίσης και στο Συμβαλλόμενο Κράτος στο οποίο προκύπτουν και σύμφωνα με τη νομοθεσία του Κράτους αυτού, αλλά αν ο εισπράττων είναι ο δικαιούχος των δικαιωμάτων, ο φόρος που επιβάλλεται κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν υπερβαίνει το 10% του ακαθάριστου ποσού των δικαιωμάτων. Oι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλόμενων Κρατών καθορίζουν με αμοιβαία συμφωνία τον τρόπο εφαρμογής αυτών των περιορισμών.

3. O όρος «δικαιώματα» όπως χρησιμοποιείται στο άρθρο αυτό, σημαίνει πληρωμές κάθε είδους, που εισπράττονται ως αντάλλαγμα για τη χρήση, ή το δικαίωμα χρήσης, οποιουδήποτε δικαιώματος αναπαραγωγής φιλολογικής, καλλιτεχνικής ή επιστημονικής εργασίας, περιλαμβανομένων κινηματογραφικών ταινιών, ή ταινιών και μαγνητοταινιών για τηλεοπτικές ή ραδιοφωνικές εκπομπές, οποιασδήποτε ευρεσιτεχνίας, εμπορικού σήματος, σχεδίου ή τύπου, μηχανολογικού σχεδίου, μυστικού τύπου ή διαδικασίας παραγωγής ή για τη χρήση ή το δικαίωμα χρήσης, βιομηχανικού, εμπορικού ή επιστημονικού εξοπλισμού ή για πληροφορίες που αφορούν βιομηχανική, εμπορική ή επιστημονική εμπειρία.

4. Oι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 δεν εφαρμόζονται, αν ο δικαιούχος των δικαιωμάτων, που είναι κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, διεξάγει εργασίες στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, στο οποίο προκύπτουν τα δικαιώματα, μέσω μιας μόνιμης εγκατάστασης που βρίσκεται σ’ αυτό ή αν παρέχει στο άλλο Κράτος μη εξαρτημένες προσωπικές υπηρεσίες από καθορισμένη βάση που βρίσκεται σ’ αυτό και το δικαίωμα ή η περιουσία σε σχέση με την οποία καταβάλλονται τα δικαιώματα, συνδέεται ουσιαστικά μ’ αυτήν τη μόνιμη εγκατάσταση ή την καθορισμένη βάση. Σ’ αυτήν την περίπτωση, θα εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 7 ή του άρθρου 14, ανάλογα με την περίπτωση.

5. Δικαιώματα θεωρούνται ότι προκύπτουν σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος, όταν ο καταβάλλων είναι το ίδιο το Κράτος μία πολιτική υποδιαίρεση, μία τοπική αρχή ή κάτοικος του Κράτους αυτού. Όταν όμως το πρόσωπο που καταβάλλει τα δικαιώματα, ανεξάρτητα από το αν είναι ή όχι κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, διατηρεί σ’ ένα Συμβαλλόμενο Κράτος μόνιμη εγκατάσταση ή καθορισμένη βάση, σε σχέση με την οποία προέκυψε η υποχρέωση καταβολής των δικαιωμάτων και τα δικαιώματα βαρύνουν αυτήν την μόνιμη εγκατάσταση ή την καθορισμένη βάση, τότε τα δικαιώματα θεωρούνται ότι προκύπτουν στο Κράτος στο οποίο βρίσκεται η μόνιμη εγκατάσταση ή καθορισμένη βάση.

6. Σε περίπτωση που, λόγω ειδικής σχέσης μεταξύ του καταβάλλοντος και του δικαιούχου ή μεταξύ αυτών των δύο και κάποιου άλλου προσώπου, το ποσό των δικαιωμάτων που καταβλήθηκε, λαμβάνοντας υπόψη τη χρήση, το δικαίωμα χρήσης ή τις πληροφορίες, για τις οποίες αυτά καταβάλλονται, υπερβαίνει το ποσό, το οποίο θα είχε συμφωνηθεί μεταξύ του καταβάλλοντος και του δικαιούχου ελλείψει μιας τέτοιας σχέσης, οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται μόνο στο τελευταίο μνημονευόμενο ποσό. Σ’ αυτήν την περίπτωση, το υπερβάλλον μέρος των πληρωμών φορολογείται σύμφωνα με τη νομοθεσία καθενός Συμβαλλόμενου Κράτους, λαμβανομένων υπόψη των λοιπών διατάξεων της παρούσας σύμβασης.

Άρθρο 13

Ωφέλεια από κεφάλαιο

1. Ωφέλεια που αποκτά κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους από εκποίηση ακίνητης περιουσίας που αναφέρεται στο άρθρο 6 και βρίσκεται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, μπορεί να φορολογείται στο άλλο αυτό Κράτος.

2. Ωφέλεια από την εκποίηση κινητής περιουσίας, που αποτελεί μέρος της επαγγελματικής περιουσίας μιας μόνιμης εγκατάστασης που διατηρεί μια επιχείρηση ενός Συμβαλλόμενου Κράτους στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος ή κινητής περιουσίας που ανήκει σε καθορισμένη βάση, την οποία κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους διατηρεί στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος για το σκοπό της άσκησης μη εξαρτημένων προσωπικών υπηρεσιών, περιλαμβανομένης της ωφέλειας από την εκποίηση μιας τέτοιας μόνιμης εγκατάστασης (μόνης ή μαζί με όλη την επιχείρηση) ή μιας τέτοιας καθορισμένης βάσης, μπορεί να φορολογείται στο άλλο αυτό Κράτος.

3. Ωφέλεια, που αποκτάται από επιχείρηση ενός Συμβαλλόμενου Κράτους από την εκποίηση πλοίων, αεροσκαφών ή εμπορευματοκιβωτίων (containers), που εκτελούν διεθνείς μεταφορές ή κινητής περιουσίας που ανήκει στην επιχείρηση που εκμεταλλεύεται αυτά τα πλοία, αεροσκάφη ή εμπορευματοκιβώτια (containers), φορολογείται μόνο στο Κράτος αυτό.

4. Ωφέλεια από την εκποίηση οποιασδήποτε περιουσίας εκτός από εκείνη που αναφέρεται στις παραγράφους 1, 2 και 3, φορολογείται μόνο στο Συμβαλλόμενο Κράτος, του οποίου είναι κάτοικος το πρόσωπο που εκποιεί την εν λόγω περιουσία.

5. Oι διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου αυτού δεν θίγουν το δικαίωμα ενός Συμβαλλόμενου Κράτους να επιβάλλει, σύμφωνα με τη νομοθεσία του, φόρο επί ωφελείας από κεφάλαιο που αποκτάται από την εκποίηση μετοχών, σε εταιρία αυτού του Κράτους.

Άρθρο 14

Μη εξαρτημένες προσωπικές υπηρεσίες

1. Εισόδημα, που αποκτάται από φυσικό πρόσωπο, που είναι κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους για επαγγελματικές υπηρεσίες ή άλλες μη εξαρτημένες δραστηριότητες, φορολογείται μόνο σε αυτό το Κράτος. Εν τούτοις, το εισόδημα αυτό μπορεί να φορολογείται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, αν:

α) το φυσικό πρόσωπο διατηρεί κατά συνήθη τρόπο καθορισμένη βάση στο άλλο Κράτος για το σκοπό της άσκησης των δραστηριοτήτων του, ή

β) το φυσικό πρόσωπο βρίσκεται στο άλλο Κράτος για περίοδο ή περιόδους μεγαλύτερες κατά μέσο όρο των 183 ημερών για κάθε περίοδο δώδεκα μηνών, αλλά μόνο για το ποσό που αποδίδεται σε αυτήν την ορισμένη βάση ή σε υπηρεσίες πραγματοποιούμενες σε αυτό το Κράτος.

Εν τούτοις, στο μέτρο που η ανωτέρω αναφερόμενη αμοιβή δεν φορολογείται στο Κράτος, του οποίου ο αποδέκτης είναι κάτοικος, η αμοιβή θα φορολογείται στο άλλο Κράτος.

2. O όρος «επαγγελματικές υπηρεσίες» περιλαμβάνει ειδικά μη εξαρτημένες επιστημονικές, φιλολογικές, καλλιτεχνικές, εκπαιδευτικές ή διδακτικές δραστηριότητες, όπως επίσης και τις μη εξαρτημένες δραστηριότητες των γιατρών, δικηγόρων, μηχανικών, αρχιτεκτόνων, οδοντιάτρων και λογιστών.

Άρθρο 15

Εξαρτημένες προσωπικές υπηρεσίες

1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 16, 17, 18 και 19, μισθοί, ημερομίσθια και άλλες αμοιβές παρόμοιας φύσης, που αποκτώνται από κάτοικο ενός Συμβαλλόμενου Κράτους για εξαρτημένη εργασία, φορολογούνται μόνο στο Κράτος αυτό εκτός αν η εν λόγω εργασία ασκείται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος. Αν η εργασία ασκείται έτσι, η αμοιβή που αποκτάται απ’ αυτήν μπορεί να φορολογείται σ’ αυτό το άλλο Κράτος.
2. Ανεξάρτητα από τις διατάξεις της παραγράφου 1, αμοιβή που αποκτάται από κάτοικο ενός Συμβαλλόμενου Κράτους για εξαρτημένη εργασία που ασκείται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος φορολογείται μόνο στο πρώτο μνημονευόμενο Κράτος αν:

α) ο δικαιούχος της αμοιβής βρίσκεται στο άλλο Κράτος για χρονική περίοδο ή περιόδους που δεν υπερβαίνουν συνολικά, τις 183 μέρες για κάθε περίοδο δώδεκα μηνών και

β) η αποζημίωση καταβάλλεται από ή για λογαριασμό εργοδότη, ο οποίος είναι κάτοικος του Κράτους, του οποίου είναι κάτοικος ο δικαιούχος και του οποίου (εργοδότη) το αντικείμενο της δραστηριότητάς του δε συνίσταται στην εκμίσθωση εργατικών χεριών (hiringout of labour) και

γ) η αμοιβή δεν βαρύνει μόνιμη εγκατάσταση ή καθορισμένη βάση, την οποία ο εργοδότης διατηρεί στο άλλο Κράτος.

Εν τούτοις, στο μέτρο που η προαναφερόμενη αμοιβή εξαιρείται από τη φορολογία στο πρώτο μνημονευόμενο Κράτος ή κατ’ εφαρμογή αυτού του άρθρου, θα εξαιρείται από φορολογία σε αυτό το Κράτος, η αμοιβή θα φορολογείται στο άλλο Κράτος.

3. Ανεξάρτητα από τις προηγούμενες διατάξεις του παρόντος άρθρου, αμοιβή που αποκτάται για εξαρτημένη εργασία, που ασκείται πάνω σε πλοίο ή αεροσκάφος σε διεθνείς μεταφορές, μπορεί να φορολογείται στο Συμβαλλόμενο Κράτος, στο οποίο είναι εγκατεστημένη η έδρα της πραγματικής διοίκησης της επιχείρησης. Όταν ένας κάτοικος Νορβηγίας εισπράττει αμοιβή για απασχόληση σε αεροσκάφος δρομολογημένο σε διεθνείς μεταφορές από την κοινοπραξία «Σύστημα Σκανδιναβικών Αερογραμμών (SAS)» αυτή η αμοιβή φορολογείται μόνο στη Νορβηγία.

4. Ανεξάρτητα από τις διατάξεις της παραγράφου 3, αμοιβή που αποκτάται από κάτοικο της Νορβηγίας για εργασία που ασκείται σε πλοίο, το οποίο είναι νηολογημένο ή εφοδιασμένο με προσωρινά ναυτιλιακά έγγραφα στην Ελλάδα και δρομολογημένο σε διεθνείς μεταφορές, μπορεί να φορολογείται στην Ελλάδα.

Άρθρο 16

Αμοιβές διευθυντών

Αμοιβές διευθυντών και παρόμοιες πληρωμές που αποκτώνται από κάτοικο ενός Συμβαλλόμενου Κράτους με την ιδιότητά του ως μέλους του διοικητικού συμβουλίου ή παρόμοιου οργάνου μιας εταιρίας η οποία είναι κάτοικος του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, μπορεί να φορολογούνται σ’ αυτό το άλλο Κράτος.

Άρθρο 17

Καλλιτέχνες και αθλητές

1. Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των άρθρων 14 και 15, εισόδημα που αποκτάται από κάτοικο ενός Συμβαλλόμενου Κράτους ως πρόσωπο που παρέχει υπηρεσίες ψυχαγωγίας, όπως καλλιτέχνης θεάτρου, κινηματογράφου, ραδιοφώνου ή τηλεόρασης ή μουσικός ή ως αθλητής, από τις προσωπικές δραστηριότητές του που ασκήθηκαν στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, μπορεί να φορολογείται σ’ αυτό το άλλο Κράτος.

2. Όταν εισόδημα από την άσκηση προσωπικών δραστηριοτήτων ενός προσώπου που παρέχει υπηρεσίες ψυχαγωγίας ή ενός αθλητή, με την ιδιότητά του αυτή, δεν περιέχεται σ’ αυτό το ίδιο πρόσωπο που παρέχει τις υπηρεσίες ψυχαγωγίας ή στον ίδιο τον αθλητή, αλλά και σε άλλο πρόσωπο, το εισόδημα αυτό μπορεί, ανεξάρτητα από τις διατάξεις των άρθρων 7, 14 και 15, να φορολογείται στο Συμβαλλόμενο Κράτος, στο οποίο ασκούνται οι δραστηριότητες του προσώπου που παρέχει υπηρεσίες ψυχαγωγίας ή του αθλητή.

3. Oι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 δεν εφαρμόζονται σε εισόδημα που αποκτάται από δραστηριότητες που ασκούνται σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος από πρόσωπα που παρέχουν υπηρεσίες ψυχαγωγίας ή αθλητές αν η επίσκεψη σ’ αυτό το Κράτος είναι ουσιωδώς υποστηριζόμενη από κρατική επιχορήγηση του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους ή μιας πολιτικής υποδιαίρεσης ή τοπικής του αρχής. Σε αυτήν την περίπτωση το εισόδημα θα φορολογείται μόνο στο Κράτος, στο οποίο οι καλλιτέχνες ή οι αθλητές είναι μόνιμοι κάτοικοι.

Άρθρο 18

Συντάξεις, επιδόματα και πληρωμές του συστήματος κοινωνικών ασφαλίσεων

Συντάξεις και άλλες αμοιβές παρόμοιας φύσης, διατροφή και επιδόματα, που προκύπτουν σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος, καθώς και συντάξεις και άλλες πληρωμές του Συστήματος Kοινωνικών Aσφαλίσεων ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, φορολογούνται στο Κράτος του οποίου ο αποδέκτης είναι κάτοικος.

Άρθρο 19 

Κυβερνητικές υπηρεσίες

1. α) Αμοιβές, εκτός από σύνταξη, που καταβάλλονται από ένα Συμβαλλόμενο Κράτος, η πολιτική υποδιαίρεση ή τοπική αρχή αυτού σε ένα φυσικό πρόσωπο για τις υπηρεσίες που παρασχέθηκαν προς αυτό το Κράτος ή υποδιαίρεση ή τοπική αρχή αυτού φορολογούνται μόνο σ’ αυτό το Κράτος.

β) Εν τούτοις, μια τέτοια αμοιβή φορολογείται μόνο στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος αν οι υπηρεσίες παρέχονται εντός αυτού του Κράτους και το φυσικό πρόσωπο είναι κάτοικος αυτού του Κράτους και:

(ι) είναι υπήκοος του Κράτους αυτού, ή

(ιι) δεν έγινε κάτοικος του Κράτους αυτού αποκλειστικά και μόνο για το σκοπό της παροχής των υπηρεσιών.

2. Oι διατάξεις των άρθρων 15 και 16 εφαρμόζονται σε αποζημιώσεις άλλες, εκτός των συντάξεων, για τις υπηρεσίες που παρασχέθηκαν σε σχέση με επιχειρηματική δραστηριότητα που ασκείται από ένα Συμβαλλόμενο Κράτος ή μια πολιτική υποδιαίρεση ή τοπική αρχή αυτού.

Άρθρο 20

Σπουδαστές

Χρηματικά ποσά, τα οποία σπουδαστής ή μαθητευόμενος, ο οποίος είναι ή ήταν αμέσως πριν από τη μετάβασή του σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος κάτοικος του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους και ο οποίος βρίσκεται στο πρώτο μνημονευόμενο Κράτος αποκλειστικά και μόνο για το σκοπό της εκπαίδευσης ή εξάσκησής του, λαμβάνει για τη συντήρηση, εκπαίδευση ή εξάσκησή του, δε φορολογούνται σ’ αυτό το Κράτος, με την προϋπόθεση ότι τα καταβαλλόμενα αυτά ποσά προκύπτουν από πηγές που βρίσκονται εκτός του Κράτους αυτού.

Άρθρο 21

Υπεράκτιες (offshore) δραστηριότητες

1. Oι διατάξεις αυτού του άρθρου έχουν ισχύ ανεξάρτητα από κάθε άλλη διάταξη αυτής της σύμβασης.

2. Ένα πρόσωπο, το οποίο είναι κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους και διεξάγει υπεράκτιες δραστηριότητες στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, σχετικές με την εξερεύνηση και εκμετάλλευση της υφαλοκρηπίδας και του υπεδάφους και τους φυσικούς τους πόρους που βρίσκονται σ’ αυτό το άλλο Κράτος, θα θεωρείται, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 4 αυτού του άρθρου, όσον αφορά αυτές τις δραστηριότητες, ότι διεξάγει εργασίες σε αυτό το άλλο Κράτος μέσω μόνιμης εγκατάστασης ή καθορισμένης έδρας σε αυτό.

3. Oι διατάξεις της παραγράφου 2 δεν εφαρμόζονται όταν οι δραστηριότητες ασκούνται για περίοδο που δεν υπερβαίνει τις 30 ημέρες συνολικά για οποιαδήποτε περίοδο 12 μηνών. Εν τούτοις, για τους σκοπούς αυτής της παραγράφου:

α) δραστηριότητες που διεξάγονται από επιχείρηση η οποία συνδέεται με άλλη επιχείρηση θα θεωρούνται ότι διεξάγονται από την επιχείρηση με την οποία συνδέεται, αν οι εξεταζόμενες δραστηριότητες είναι ουσιαστικά οι ίδιες με εκείνες που διεξάγονται από την τελευταία αναφερόμενη επιχείρηση:

β) δύο επιχειρήσεις θεωρούνται συνδεόμενες, αν η μία ελέγχεται άμεσα ή έμμεσα από την άλλη ή και οι δύο ελέγχονται άμεσα ή έμμεσα από τρίτο πρόσωπο ή πρόσωπα.

4. Κέρδη, που αποκτώνται από κάτοικο ενός Συμβαλλόμενου Κράτους από τη μεταφορά προμηθειών και προσωπικού σε τοποθεσία ή μεταξύ τοποθεσιών όπου ασκούνται δραστηριότητες σχετικές με εξερεύνηση και εκμετάλλευση της υφαλοκρηπίδας και του υπεδάφους και των φυσικών πόρων τους, σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος, ή από την εκμετάλλευση ρυμουλκών ή άλλων βοηθητικών σκαφών για τέτοιες δραστηριότητες, φορολογούνται μόνο στο Συμβαλλόμενο Κράτος στο οποίο βρίσκεται η πραγματική έδρα διοίκησης της επιχείρησης.

5. α) Σύμφωνα με τις υπο-παραγράφους β’ και γ’ αυτής της παραγράφου, μισθοί, ημερομίσθια και παρόμοιες αμοιβές που αποκτώνται από κάτοικο ενός Συμβαλλόμενου Κράτους για κάποια απασχόληση σχετική με την εξερεύνηση ή εκμετάλλευση της υφαλοκρηπίδας και υπεδάφους και των φυσικών πόρων τους που βρίσκονται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, στο μέτρο που η εργασία εκτελείται στην πέρα των ακτών θάλασσα αυτού του άλλου Κράτους, φορολογούνται μόνο σε αυτό το άλλο Κράτος, υπό τον όρο ότι η υπεράκτια αυτή εργασία διεξάγεται για περίοδο υπερβαίνουσα συνολικά τις 30 ημέρες για οποιαδήποτε περίοδο 12 μηνών.

β) Μισθοί, ημερομίσθια και παρόμοιες αμοιβές, που αποκτώνται από κάτοικο ενός Συμβαλλόμενου Κράτους σχετικά με κάποια απασχόληση, θα φορολογούνται μόνο σ’ αυτό το Κράτος, υπό τον όρο ότι η εργασία εκτελείται για λογαριασμό ενός εργοδότη από αυτό το ίδιο Κράτος σε σχέση με τη χρησιμοποίηση των πετρελαίων, τα οποία βρίσκονται κατά μήκος της διαχωριστικής γραμμής μεταξύ ενός Συμβαλλόμενου Κράτους και του κάθε άλλου Κράτους και δεδομένου ότι υπάρχει μια συμφωνία μεταξύ αυτών των δύο κρατών για κοινή εκμετάλλευση των αποθεμάτων και η εκμετάλλευση διεξάγεται συγχρόνως και στις δύο πλευρές της διαχωριστικής γραμμής. H διάταξη αυτή θα τεθεί, εν τούτοις, σε ισχύ κατόπιν χωριστής συμφωνίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών των δύο Συμβαλλόμενων Κρατών.

γ) Μισθοί, ημερομίσθια και παρόμοιες αμοιβές, που αποκτώνται από κάτοικο ενός Συμβαλλόμενου Κράτους για απασχόληση σε πλοίο ή αεροσκάφος δρομολογημένο σε μεταφορές προμηθειών ή προσωπικού σε μια τοποθεσία ή μεταξύ τοποθεσιών, όπου δραστηριότητες, σχετικές με την εξερεύνηση ή εκμετάλλευση της υφαλοκρηπίδας και υπεδάφους και των φυσικών τους πόρων, ασκούνται σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος, ή για απασχόληση σε ρυμουλκό ή άλλο βοηθητικό σκάφος για τέτοιες δραστηριότητες, θα φορολογούνται μόνο στο Συμβαλλόμενο Κράτος, στο οποίο βρίσκεται η έδρα πραγματικής διοίκησης της επιχείρησης.

Άρθρο 22

Άλλα εισοδήματα

1. Εισοδήματα κατοίκου ενός από τα Συμβαλλόμενα Κράτη, οπουδήποτε και αν προκύπτουν, τα οποία δεν αναφέρθηκαν στα προηγούμενα άρθρα της παρούσας Σύμβασης, φορολογούνται μόνο στο Κράτος αυτό.

2. Oι διατάξεις της παραγράφου 1 δεν εφαρμόζονται επί εισοδήματος, με εξαίρεση το εισόδημα από ακίνητη περιουσία, όπως αυτή ορίζεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 6, αν ο δικαιούχος αυτού του εισοδήματος, ο οποίος είναι κάτοικος του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, διεξάγει επιχείρηση στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος μέσω μόνιμης σ’ αυτό εγκατάστασης ή ασκεί σ’ αυτό το άλλο Κράτος μη εξαρτημένες προσωπικές υπηρεσίες από καθορισμένη βάση που βρίσκεται σ’ αυτό και το δικαίωμα ή η περιουσία, σε σχέση με την οποία καταβάλλεται το εισόδημα, συνδέεται ουσιαστικά με αυτήν τη μόνιμη εγκατάσταση ή την καθορισμένη βάση. Σε μια τέτοια περίπτωση εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 7 ή 14, ανάλογα με την περίπτωση.

Άρθρο 23

Κεφάλαιο

1. Κεφάλαιο που αντιπροσωπεύεται από ακίνητη περιουσία, όπως ορίζεται στο άρθρο 6, η οποία ανήκει σε κάτοικο του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους και βρίσκεται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, μπορεί να φορολογείται στο άλλο αυτό Κράτος.

2. Κεφάλαιο που αντιπροσωπεύεται από κινητή περιουσία, η οποία αποτελεί μέρος της επαγγελματικής περιουσίας μιας μόνιμης εγκατάστασης, την οποία έχει επιχείρηση ενός Συμβαλλόμενου Κράτους στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος ή από κινητή περιουσία που συνδέεται με καθορισμένη βάση, την οποία έχει κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος για το σκοπό της παροχής μη εξαρτημένων προσωπικών υπηρεσιών, μπορεί να φορολογείται σ’ αυτό το άλλο Κράτος.

3. Κεφάλαιο που αντιπροσωπεύεται από πλοία, αεροσκάφη ή εμπορευματοκιβώτια (containers) τα οποία ανήκουν σε επιχείρηση ενός Συμβαλλόμενου Κράτους σε διεθνείς μεταφορές ή από κινητή περιουσία που συνδέεται με την εκμετάλλευση αυτών των πλοίων, αεροσκαφών ή εμπορευματοκιβωτίων (containers), φορολογείται μόνο στο Κράτος αυτό.

4. Όλα τα άλλα στοιχεία κεφαλαίου κατοίκου ενός Συμβαλλόμενου Κράτους φορολογούνται μόνο στο Κράτος αυτό.

Άρθρο 24

Αποφυγή διπλής φορολογίας

Στη Νορβηγία:

1. Όταν ένας κάτοικος Νορβηγίας αποκτά εισόδημα ή κατέχει κεφάλαιο, το οποίο, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτής της Σύμβασης, φορολογείται στην Ελλάδα ή Νορβηγία, τηρουμένων των διατάξεων των παραγράφων 2 και 3, εξαιρεί αυτό το εισόδημα ή κεφάλαιο από τη φορολογία.

2. Όταν ένας κάτοικος Νορβηγίας αποκτά εισοδήματα τα οποία, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 των άρθρων 8, 10, 11 και 12, της παραγράφου 4 των άρθρων 15, 16 και 21, μπορεί να φορολογούνται στην Ελλάδα ή Νορβηγία, μπορεί να χορηγεί έκπτωση από το φόρο εισοδήματος αυτού του προσώπου ενός ποσού ίσου προς το φόρο που καταβλήθηκε στην Ελλάδα. H χορηγούμενη πίστωση στο ανωτέρω αναφερόμενο πρόσωπο έναντι του φόρου εισοδήματος που καλύπτεται από την παράγραφο 1 του άρθρου 8 περιλαμβάνει κάθε ποσό του εν λόγω φόρου του καταβαλλόμενου στην Ελλάδα σε σχέση με πλοίο από το οποίο προέρχεται το εισόδημα. Εν τούτοις, αυτή η έκπτωση δεν ξεπερνά το τμήμα εκείνο του φόρου, όπως υπολογίστηκε πριν χορηγηθεί η έκπτωση, το οποίο αντιστοιχεί σε τέτοια εισοδήματα που αποκτήθηκαν στην Eλλάδα.

3. Όταν, σύμφωνα με οποιαδήποτε διάταξη της Σύμβασης, εισόδημα ή κεφάλαιο που αποκτήθηκε από κάτοικο της Νορβηγίας εξαιρείται από τη φορολογία στη Νορβηγία, η Νορβηγία μολαταύτα, κατά τον υπολογισμό του ποσού του φόρου επί του εναπομένοντος εισοδήματος ή κεφαλαίου αυτού του κατοίκου, μπορεί να συνυπολογίζει το εξαιρεθέν εισόδημα ή κεφάλαιο.

Στην Ελλάδα:

Αν κάτοικος Ελλάδας αποκτά εισόδημα ή είναι κύριος Κεφαλαίου, το οποίο, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας σύμβασης, μπορεί να φορολογηθεί στη Νορβηγία, η Ελλάδα παραχωρεί:

α) ως έκπτωση από το φόρο εισοδήματος του εν λόγω κατοίκου, ποσό ίσο με το φόρο εισοδήματος που καταβλήθηκε στη Νορβηγία

β) ως έκπτωση από το φόρο κεφαλαίου του κατοίκου αυτού, ποσό ίσο με το φόρο κεφαλαίου που καταβλήθηκε στη Νορβηγία.

Μια τέτοια έκπτωση δεν μπορεί, εν τούτοις, να υπερβαίνει και στις δύο περιπτώσεις το τμήμα του φόρου εισοδήματος ή του φόρου κεφαλαίου, όπως υπολογίστηκε προτού δοθεί η έκπτωση, το οποίο αντιστοιχεί, ανάλογα με την περίπτωση, στο εισόδημα ή στο κεφάλαιο που μπορεί να φορολογείται στη Νορβηγία.

Άρθρο 25

Μη διακριτική μεταχείριση

1. Oι υπήκοοι του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους δεν υπόκεινται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος σε οποιαδήποτε φορολογία ή οποιαδήποτε σχετική επιβάρυνση, η οποία είναι διάφορη ή περισσότερο επαχθής από τη φορολογία και τις σχετικές επιβαρύνσεις, στις οποίες υπόκεινται ή μπορούν να υπαχθούν οι υπήκοοι του άλλου αυτού Κράτους κάτω από τις αυτές συνθήκες. Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του άρθρου 1, η διάταξη αυτή εφαρμόζεται επίσης σε πρόσωπα τα οποία δεν είναι κάτοικοι ενός ή και των δύο Συμβαλλόμενων Κρατών.

2. O όρος «υπήκοοι» σημαίνει:

α) όλα τα φυσικά πρόσωπα που κατέχουν την υπηκοότητα ενός Συμβαλλόμενου Κράτους,

β) όλα τα νομικά πρόσωπα, εταιρίες και ενώσεις, τα οποία αποκτούν τη νομική μορφή που έχουν σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία σ’ ένα Συμβαλλόμενο Κράτος.

3. Πρόσωπα, τα οποία στερούνται υπηκοότητας, που είναι κάτοικοι ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, δεν θα υποβάλλονται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος σε καμία φορολογία ή καμία σχετική επιβάρυνση διαφορετική ή περισσότερο επαχθή από τη φορολογία και σχετικές επιβαρύνσεις, στις οποίες υποβάλλονται ή μπορεί να υποβληθούν υπήκοοι αυτού του άλλου Κράτους κάτω από τις ίδιες συνθήκες.

4. H φορολογία που επιβάλλεται σε μόνιμη εγκατάσταση, την οποία επιχείρηση ενός Συμβαλλόμενου Κράτους διατηρεί στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, δεν θα είναι λιγότερο ευνοϊκή στο άλλο αυτό Κράτος από τη φορολογία που επιβάλλεται σε επιχειρήσεις του άλλου αυτού Κράτους με τις αυτές δραστηριότητες.

Αν κάποια εταιρεία ενός Συμβαλλόμενου Κράτους έχει μόνιμη εγκατάσταση στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, αυτό το άλλο Κράτος μπορεί να φορολογεί τη μόνιμη εγκατάσταση με το συντελεστή που εφαρμόζεται στα αδιανέμητα κέρδη μιας εταιρείας κατοίκου αυτού του άλλου Κράτους.

H παρούσα διάταξη δεν μπορεί να ερμηνευθεί ότι υποχρεώνει ένα Συμβαλλόμενο Κράτος να χορηγεί σε κατοίκους του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους οποιεσδήποτε προσωπικές εκπτώσεις, απαλλαγές και μειώσεις για φορολογικούς σκοπούς λόγω προσωπικής καταστάσεως ή οικογενειακών υποχρεώσεων, τις οποίες χορηγεί στους δικούς του κατοίκους.

5. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 9, της παραγράφου 7 του άρθρου 11 ή της παραγράφου 6 του άρθρου 12, τόκοι, δικαιώματα και άλλες πληρωμές, που καταβάλλονται από επιχείρηση του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, σε κάτοικο του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, για τον υπολογισμό των φορολογητέων κερδών της εν λόγω επιχείρησης, αφαιρούνται με τους ίδιους όρους σαν να είχαν καταβληθεί σε κάτοικο του πρώτου μνημονευόμενου Κράτους.

Επίσης, οποιαδήποτε χρέη επιχείρησης ενός Συμβαλλόμενου Κράτους προς κάτοικο του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους αφαιρούνται για τον υπολογισμό του φορολογητέου κεφαλαίου της επιχείρησης αυτής, με τους ίδιους όρους σαν να είχαν συναφθεί με κάτοικο του πρώτου Κράτους.
6. Επιχειρήσεις ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, των οποίων το κεφάλαιο εν όλω ή εν μέρει ανήκει ή ελέγχεται, άμεσα ή έμμεσα, από έναν ή περισσότερους κατοίκους του άλλου Συμβαλλόμενους Κράτους, δεν υποβάλλονται στο πρώτο μνημονευόμενο Συμβαλλόμενο Κράτος σε οποιαδήποτε φορολογία ή οποιαδήποτε σχετική με αυτήν επιβάρυνση, η οποία είναι διάφορη ή περισσότερο επαχθής από τη φορολογία και τις σχετικές επιβαρύνσεις, στις οποίες υποβάλλονται ή μπορεί να υποβληθούν άλλες παρόμοιες επιχειρήσεις του πρώτου μνημονευόμενου Κράτους.

7. Oι διατάξεις αυτού του άρθρου δεν θα ερμηνεύονται ότι υποχρεώνουν ένα Συμβαλλόμενο Κράτος να χορηγεί στους υπηκόους του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους που δεν είναι υπήκοοι του πρώτου Συμβαλλόμενου Κράτους, καμία εξαιρετική απαλλαγή παραχωρούμενη σε επαναπατριζόμενους υπηκόους αυτού του Συμβαλλόμενου Κράτους.

8. Oι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται ανεξάρτητα από τις διατάξεις του άρθρου 2 σε φόρους κάθε είδους και μορφής.

Άρθρο 26

Διαδικασία αμοιβαίου διακανονισμού

1. Στις περιπτώσεις που ένα πρόσωπο θεωρεί ότι οι ενέργειες ενός ή και των δύο Συμβαλλόμενων Κρατών έχουν ή θα έχουν γι’ αυτό σαν αποτέλεσμα την επιβολή φορολογίας, η οποία δεν είναι σύμφωνη με τις διατάξεις αυτής της Σύμβασης μπορεί ανεξάρτητα από τα μέσα θεραπείας που προβλέπονται από την εσωτερική νομοθεσία αυτών των Κρατών να θέσει την περίπτωσή του υπόψη της αρμόδιας αρχής του Συμβαλλόμενου Κράτους του οποίου είναι κάτοικος ή αν εφαρμόζεται γι’ αυτό το πρόσωπο η παράγραφος 1 του άρθρου 25, της αρμόδιας Αρχής του Συμβαλλόμενου Κράτους του οποίου είναι υπήκοος. H περίπτωση αυτή πρέπει να τεθεί υπόψη μέσα σε τρία χρόνια από την πρώτη κοινοποίηση της πράξης καταλογισμού φόρου, η επιβολή του οποίου δεν είναι σύμφωνη με τις διατάξεις της Σύμβασης.

2. H αρμόδια αρχή προσπαθεί αν θεωρήσει βάσιμη την ένσταση και αν η ίδια δεν μπορεί να δώσει ικανοποιητική λύση, να επιλύσει τη διαφορά με αμοιβαία συμφωνία με την αρμόδια αρχή του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, με σκοπό την αποφυγή της φορολογίας που δεν είναι σύμφωνη με τη Σύμβαση.

Κάθε συμφωνία που επιτυγχάνεται θα εφαρμόζεται ανεξάρτητα από χρονικά όρια που επιβάλλονται με την εσωτερική νομοθεσία των Συμβαλλόμενων Κρατών.

3. Oι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλόμενων Κρατών θα προσπαθούν να επιλύουν με αμοιβαία συμφωνία οποιεσδήποτε δυσχέρειες ή αμφιβολίες ανακύπτουν ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή της Σύμβασης.

Μπορούν επίσης να συσκέπτονται για την αποφυγή της διπλής φορολογίας για περιπτώσεις που δεν προβλέπονται από τη Σύμβαση.

4. Oι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλόμενων Κρατών μπορούν να επικοινωνούν μεταξύ τους απ’ ευθείας με σκοπό να φθάσουν σε μία συμφωνία με την έννοια των προηγούμενων παραγράφων. Όταν κρίνεται σκόπιμο για την επίτευξη συμφωνίας να λάβει χώρα προφορική ανταλλαγή απόψεων, αυτή η ανταλλαγή μπορεί να γίνει μέσω μιας επιτροπής που θα αποτελείται από αντιπροσώπους των αρμόδιων αρχών των Συμβαλλόμενων Κρατών.

Άρθρο 27

Ανταλλαγή πληροφοριών

1. Oι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλόμενων Κρατών ανταλλάσσουν πληροφορίες οι οποίες είναι αναγκαίες για την εφαρμογή των διατάξεων αυτής της Σύμβασης και των εσωτερικών νομοθεσιών των Συμβαλλόμενων Κρατών σε σχέση με τους φόρους που καλύπτονται από την παρούσα Σύμβαση στο μέτρο που η φορολογία σύμφωνα με αυτές δεν είναι αντίθετη με τη Σύμβαση. H ανταλλαγή πληροφοριών δεν περιορίζεται από το άρθρο 1. Όλες οι πληροφορίες που λαμβάνονται από Συμβαλλόμενο Κράτος θεωρούνται, ως απόρρητες κατά τον ίδιο τρόπο όπως οι πληροφορίες που συλλέγονται σύμφωνα με την εσωτερική νομοθεσία του Κράτους αυτού και αποκαλύπτονται μόνο σε πρόσωπα ή αρχές (συμπεριλαμβανομένων των δικαστηρίων και των διοικητικών οργάνων) που σχετίζονται με τη βεβαίωση ή είσπραξη, την αναγκαστική εκτέλεση ή δίωξη, ή την εκδίκαση προσφυγών, αναφορικά με τους φόρους που καλύπτονται από τη Σύμβαση. Tα πρόσωπα αυτά ή οι αρχές χρησιμοποιούν τις πληροφορίες μόνο για τους ως άνω σκοπούς. Μπορούν να αποκαλύπτουν τις πληροφορίες στο δικαστήριο κατά την επ’ ακροατηρίω διαδικασία ή σε δικαστικές αποφάσεις.

2. Σε καμιά περίπτωση οι διατάξεις της παραγράφου 1 δεν ερμηνεύονται ότι επιβάλλουν σε ένα από τα Συμβαλλόμενα Κράτη την υποχρέωση:

α) να λαμβάνει διοικητικά μέτρα αντίθετα με τη νομοθεσία και τη διοικητική πρακτική αυτού ή του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους,

β) να παρέχει πληροφορίες που δεν μπορούν να αποκτηθούν σύμφωνα με τη νομοθεσία ή κατά τη συνήθη πρακτική της διοίκησης αυτού ή του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους,

γ) να παρέχει πληροφορίες που να αποκαλύπτουν οποιοδήποτε συναλλακτικό, επιχειρηματικό, βιομηχανικό, εμπορικό ή επαγγελματικό απόρρητο ή παραγωγική διαδικασία ή πληροφορία, η αποκάλυψη των οποίων θα ήταν αντίθετη σε κανόνα δημόσιας τάξης (ORDRE PUBLIC).

Άρθρο 28

Συνδρομή στην είσπραξη

1. Tα Συμβαλλόμενα Κράτη παρέχουν βοήθεια το ένα στο άλλο για την είσπραξη φόρων που αναφέρονται στο άρθρο 2 της σύμβασης αυτής, σχετικών επιβαρύνσεων, προσθέτων φόρων, προσαυξήσεων, δαπανών και προστίμων μη ποινικού χαρακτήρα, ως και για την κοινοποίηση εγγράφων που αφορούν τους φόρους αυτούς.

2. Με αίτηση της αρμόδιας αρχής ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, η αρμόδια αρχή του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, σύμφωνα με τη νομοθεσία του και τη διοικητική πρακτική που εφαρμόζεται για την κοινοποίηση των φορολογικών εγγράφων κοινοποιεί στον υπόχρεο τα έγγραφα που προέρχονται από το πρώτο - μνημονευόμενο Κράτος και τα οποία αφορούν φόρους αναφερόμενους στην παράγραφο 1.

3. Με αίτηση της αρμόδιας αρχής ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, η αρμόδια αρχή του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους σύμφωνα με την νομοθεσία και τη διοικητική πρακτική που εφαρμόζεται για την είσπραξη των δικών του φορολογικών αξιώσεων εισπράττει τους φόρους που αναφέρονται στην παράγραφο 1 οι οποίοι οφείλονται στο πρώτο-μνημονευόμενο Κράτος και έχουν καταστεί οριστικοί. H είσπραξη των φόρων αυτών δεν έχει στο επιστρατευόμενο Κράτος κανένα προνόμιο προτεραιότητας το οποίο παρέχεται ειδικά για την είσπραξη φόρων του Κράτους αυτού. Το επιστρατευόμενο Κράτος δεν υποχρεούται να εφαρμόσει μέτρα εκτέλεσης τα οποία δεν επιτρέπονται από τους νόμους και τη διοικητική πρακτική του αιτούντος Κράτους.

4. H αίτηση συνδρομής για την είσπραξη φορολογικής απαίτησης θα συνοδεύεται από επίσημο αντίγραφο του οργάνου που επιτρέπει την εκτέλεση στο αιτούν Κράτος και όπου παρίσταται αναγκαίο από επικυρωμένο αντίγραφο οποιασδήποτε τελεσίδικης απόφασης διοικητικού οργάνου ή δικαστηρίου.

5. Oι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 27 θα εφαρμόζονται επίσης αναφορικά με οποιαδήποτε πληροφορία η οποία, δυνάμει του άρθρου αυτού, παρέχεται σε αρμόδια αρχή του επιστρατευόμενου Κράτους.

Άρθρο 29

Διπλωματικοί αντιπρόσωποι και προξενικοί λειτουργοί

Τίποτα σ’ αυτήν τη Σύμβαση δεν επηρεάζει τα φορολογικά προνόμια των διπλωματικών αντιπροσώπων ή των προξενικών λειτουργών κατά τους γενικούς κανόνες του διεθνούς δικαίου ή κατά τις διατάξεις ειδικών συμφωνιών.

Άρθρο 30

Θέση σε ισχύ

1. H Σύμβαση αυτή θα επικυρωθεί και τα έγγραφα επικύρωσης θα ανταλλαγούν στην Aθήνα το ταχύτερο δυνατό.

2. H Σύμβαση τίθεται σε ισχύ από της ανταλλαγής των εγγράφων επικύρωσης και οι διατάξεις της θα έχουν εφαρμογή σε φόρους εισοδήματος και κεφαλαίου σε σχέση με το ημερολογιακό έτος (συμπεριλαμβανομένων των λογιστικών χρήσεων που κλείνουν σε κάθε χρόνο) που ακολουθεί το έτος εντός του οποίου τίθεται σε ισχύ η Σύμβαση.

Άρθρο 31

Λήξη

H παρούσα Σύμβαση παραμένει σε ισχύ μέχρι να καταγγελθεί από ένα από τα Συμβαλλόμενα Κράτη. Το καθένα από τα Συμβαλλόμενα Κράτη μπορεί να καταγγείλει τη Σύμβαση μέσω της διπλωματικής οδού, επιδίδοντας έγγραφη καταγγελία τουλάχιστον έξι μήνες πριν από το τέλος οποιουδήποτε ημερολογιακού έτους που ακολουθεί μετά από περίοδο πέντε ετών από τη χρονολογία θέσης σε ισχύ της Σύμβασης. Στην περίπτωση αυτή η Σύμβαση παύει να ισχύει όσον αφορά φόρους εισοδήματος και κεφαλαίου που αφορούν το ημερολογιακό έτος (συμπεριλαμβανομένων των λογιστικών χρήσεων που κλείνουν στο έτος αυτό) που ακολουθεί το έτος εντός του οποίου επιδόθηκε η καταγγελία.

Σε επιβεβαίωση των ανωτέρω οι υπογεγραμμένοι, δεόντως εξουσιοδοτημένοι γι’ αυτό από τις Κυβερνήσεις τους αντίστοιχα, υπέγραψαν τη Σύμβαση. Έγινε σε δύο πρωτότυπα στο Όσλο την 27η ημέρα του Απριλίου 1988, στην Αγγλική γλώσσα.

Για την Κυβέρνηση                                                                             Για την Κυβέρνηση
του Βασιλείου της Νορβηγίας                                                   της Ελληνικής Δημοκρατίας
(υπογραφή)                                                                                           (υπογραφή)

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ

Κατά την υπογραφή σήμερα της Σύμβασης μεταξύ του Βασιλείου της Νορβηγίας και της Ελληνικής Δημοκρατίας για την αποφυγή της διπλής φορολογίας και την αποτροπή της φοροδιαφυγής αναφορικά με τους φόρους εισοδήματος και κεφαλαίου οι υπογεγραμμένοι συμφώνησαν στις ακόλουθες διατάξεις οι οποίες αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της εν λόγω Σύμβασης.

Tα Συμβαλλόμενα κράτη συμφώνησαν ότι το άρθρο 24 στην περίπτωση της Νορβηγίας με αίτηση της Νορβηγίας, η οποία προωθείται με διακοίνωση μέσω της διπλωματικής οδού, θα αντικατασταθεί από το ακόλουθο κείμενο, το οποίο τίθεται σε ισχύ σε 30 μέρες από την επιβεβαίωση μέσω της διπλωματικής οδού της λήψης της διακοίνωσης αυτής και θα εφαρμόζεται κατ’ αρχήν όσον αφορά φόρους εισοδήματος ή κεφαλαίου που σχετίζονται με το ημερολογιακό έτος (συμπεριλαμβανομένων των λογιστικών χρήσεων που αρχίζουν στο εν λόγω έτος) που ακολουθεί εκείνο κατά το οποίο έγινε η ανταλλαγή των διακοινώσεων:

«Στη Νορβηγία

Όταν κάτοικος Νορβηγίας αποκτά εισόδημα ή κατέχει κεφάλαιο το οποίο σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας Σύμβασης φορολογείται στην Ελλάδα, η Νορβηγία χορηγεί έκπτωση από το φόρο εισοδήματος ή κεφαλαίου αυτού του προσώπου ποσού ίσου προς το φόρο που καταβάλλεται στην Ελλάδα. H εν λόγω έκπτωση δεν θα ξεπερνά εν τούτοις εκείνο το τμήμα του Νορβηγικού φόρου, όπως υπολογίστηκε πριν χορηγηθεί η έκπτωση, το οποίο αναλογεί στο εισόδημα που αποκτήθηκε ή στο κεφάλαιο που κατέχεται στην Ελλάδα».

Σε επιβεβαίωση των ανωτέρω οι υπογεγραμμένοι δεόντως εξουσιοδοτημένοι γι’ αυτό αντίστοιχα από τις Κυβερνήσεις τους υπέγραψαν το Πρωτόκολλο.
Έγινε σε δύο αντίτυπα στο Όσλο την 27η μέρα του Απριλίου 1988, στην Αγγλική γλώσσα.

Για την Κυβέρνηση                                                                          Για την Κυβέρνηση
του Βασιλείου της Νορβηγίας                                                της Ελληνικής Δημοκρατίας
(υπογραφή)                                                                                         (υπογραφή)

pdfΚείμενο σε πρωτότυπο στην αγγλική γλώσσα

Άρθρο δεύτερο

H ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, της δε κυρούμενης Σύμβασης από την ολοκλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 30 αυτής.