Διαφήμιση

ΕΝΟΤΗΤΕΣ

Σύνδεση Χρήστη



FreeCurrencyRates.com

Πρωτοσέλιδα

PDF Εκτύπωση E-mail
0148 - Περί μέτρων προς ενίσχυσιν της Κεφαλαιαγοράς
Πέμπτη, 05 Οκτωβρίου 1967 00:00

0148 - Περί μέτρων προς ενίσχυσιν της Κεφαλαιαγοράς.

Κωνσταντίνος

Βασιλεύς των Ελλήνων

Προτάσει του Ημετέρου Υπουργικού Συμβουλίου, απεφασίσαμεν και διατάσσομεν:

Άρθρον 1

1. Αί ανώνυμοι εταιρίαι δύνανται να προβώσιν, εφ΄ άπαξ εντός πενταετίας από της ισχύος του παρόντος Νόμου, είς αναπροσαρμογήν της εν τω Ισολογισμώ αυτών εμφανιζομένης αξίας

(α) των γηπέδων και

(β) των ακινήτων και λοιπών παγίων εγκαταστάσεων, εξαιρέσει των μηχανημάτων.

Η έκ της αναπροσαρμογής προκύπτουσα επί πλέον αξία των ανωτέρω περιουσιακών στοιχείων κεφαλοποιείται, αυξανομένου αντιστοίχως του μετοχικού κεφαλαίου. Ομοίως δύνανται να κεφαλαοποιήσωσιν, εν όλω ή εν μέρει, και τα αποθεματικά αυτών εξαιρέσει του τακτικού αποθεματικού ως και των κρατήσεων, προβλέψεων και εν γένει ειδικού προορισμού αποθεματικών, συσταθέντων προς αντιλογισμόν (αντιστάθμευσιν) στοιχείων του ενεργητικού. Η εκτίμησις της πραγματικής αξίας των ως άνω περιουσιακών στοιχείων διενεργείται υπό της Επιτροπής του άρθρου 9 του Ν. 2190/20, ως ούτος εκωδικοποιήθη δια του Β.Δ. 174/1963, τη αιτήσει της ενδιαφερομένης ανωνύμου εταιρίας. Η Επιτροπή υποχρεούται όπως εντός τριμήνου, από της υποβολής της αιτήσεως, περατώση το έργον της.

2. Κεφαλαοποίησις των κατά την προηγούμενην παράγραφον αποθεματικών δύναται να συντελήται εκάστοτε

(α) όταν ταύτα υπερβαίνωσιν το 30% του μετοχικού κεφαλαίου και

(β) ανεξαρτήτως ποσού, ανά πενταετίαν από της τελευταίας κεφαλαιοποιήσεως.

3. Κατά την κεφαλαοποίησιν της υπεραξίας των ανωτέρω περιουσιακών στοιχείων ως και των αποθεματικών εκδίδονται νέαι μετοχαί, αί οποίαι διανέμονται κατ΄ αναλογίαν των μετοχών των είς τους παλαιούς μετόχους.

4. Η εκ της αναπροσαρμογής της αξίας των περί ως η παράγραφος 1 του παρόντος περιουσιακών στοιχείων κεφαλαιοποιουμένη υπεραξία υπόκειται είς φόρον, ως ακολούθως:

(α) των γηπέδων 1%.

(β) των κτιρίων και λοιπών παγίων εγκαταστάσεων 3%, μη επιβαλλομένης ουδεμίας εισφοράς υπέρ του Ο.Γ.Α.

Ο φόρος βαρύνει την εταιρίαν υποχρεουμένην να καταθέση δήλωσιν είς την οικείαν Οικονομικήν Εφορίαν εντός μηνός από της λήξεως του μηνός καθ΄ ον εδημοσιεύθη είς την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ή εγκρίνουσα την αύξησιν του μετοχικού κεφαλαίου απόφασις του Υπουργού του Εμπορίου. Ο φόρος καταβάλλεται είς εξ ίσας εξαμηνιαίας δόσεις, αρχής γενομένης μετά εν έτος από της υποβολής της δηλώσεως.

5. Τα κατά τας παρ. 1 και 2 του παρόντος κεφαλαιοποιούμενα αποθεματικά εις ουδένα φόρον ή τέλος, περιλαμβανομένων και των τελών χαρτοσήμυ, υπόκεινται.

6. Η παρ. 4 του παρόντος δεν εφαρμόζεται επί των υπό μορφήν ανωνύμων εταιριών κτηματικών επιχειρήσεων.

7. Εν περιπτώσει διαλύσεως της εταιρίας τόσον η κεφαλαιοποιηθείσα αξία των παγίων περιουσιακών στοιχείων, περί ων η παρ. 1 του παρόντος όσον και τα κεφαλαιοποιηθέντα αποθεματικώ δεν λογίζονται φορολογικώς ως καταβληθέν μετοχικόν κεφάλαιον και φορολογούνται κτά τας εν ισχύι διατάξεις περί φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων, εκπιπτομένων (α) του κατά την παρ. 4 του παρόντος καταβληθέντος φόρου και (β) των τυχόν καταβληθέντων κατά τον σχηματισμόν των αποθεματικών φόρων. Η παρούσα διάταξις δεν εφαρμόζεται εν περιπτώσει διαλύσεως της εταιρίας επί σκοπώ συγχωνεύσεως ταύτης μετ΄ άλλης επιχειρήσεως και ιδρύσεως νέας ανωνύμου εταιρείτας ή εν περιπτώσει απορροφήσεως. Εφαρμόζεται όμως εν περιπτώσει διαλύσεως και της εκ της συγχωνεύσεως προελθούσης Ανωνύμου Εταιρίας.

8. Ανώνυμαι εταιρίαι αναπροσαρμόσασαι το μετοχικόν των κεφάλαιον κατά τας διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν δύνανται να προβώσιν είς μείωσιν αυτού προς διανομήν είς τους μετόχους προ της παρελεύσεως δεκαετίας από της αναπροσαρμογήν, εκτός εάν η Επιτροπή Κεφαλαιοαγοράς, κατά την κρίσιν της, παράσχη την προς τούτο άδειαν.

Άρθρον 2

1. Το εδάφιον γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 17 του Ν. 3632/1928, αντικαθίσταται ως εξής: "γ. Αί μετοχαί και ομολογίαι ελληνικών ανωνύμων εταιριών εχουσών καταβεβλημένον μετοχικόν κεφάλαιον τουλάχιστον δέκα εκατομμυρίων δραχμών".

2. Ανώνυμαι εταιρίαι ως αί μετοχαί είναι εισηγμέναι είς το Χρηματιστήριον κατά την δημοσίευσιν του παρόντος Νόμου υποχρεούνται όπως εντός τριών (3) ετών από της ενάρξεως ισχύος τούτου προβώσιν είς αύξησιν του μετοχικού των κεφαλαίου μέχρι του ανωτέρω οριζομένου κατωτάτου ορίου.

3. Η παράγραφος 2 του άρθρου 17 του Ν. 3632/1928, ως αντικατεστάθη υπό του άρθρου 6 παρ. 2 του Α.Ν. 2341/1940, αντικαθίσταται ως εξής:

α) Τα υπό στοιχείον (α) δημόσια χρεώγραφα εισάγονται είς το Χρηματιστήριον υπό του Γενικού Κυβερνητικού Επόπτου τη εγγράφω εντολή του Υπουργείου Οικονομικών, τα δέ υπό στοιχεία (β-δ) χρεώγραφα εισάγονται δι΄ αποφάσεως της Επιτροπής Χρηματιστηρίου, δημοσιευομένης είς το Δελτίον Ανωνύμων Εταιρειών και Εταιρειών Περιωρισμένης Ευθύνης της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δικαίωμα όπως αιτήσωνται την εισαγωγήν των υπό στοιχεία (β-δ) χρεωγράφων έχουν

α) το Δ.Σ. της ενδιαφερομένης Εταιρείας,

β) η μειοψηφία των μετόχων της Εταιρείας εκπροσωπούσα τουλάχιστον το 1/4 του μετοχικού κεφαλαίου, και

γ) η Επιτροπή Χρηματιστηρίου Αξιών, προκειμένου περί χρεωγράφων της κατηγορίας (β) ή χρεωγράφων εφ΄ ων ήθελε να βεβαιωθή ότι διενεργούνται εκτός Χρηματισητρίου σημαντικαί συναλλαγαί.

4. Η παράγραφος 4 του άρθρου 17 του Ν. 3632/1928 αντικαθίσταται, ως ακολούθως: "Η διαγραφή χρεωγράφων εκ του Χρηματιστηρίου δύναται να γίνη δι΄ αποφάσεως της Επιτροπής Κεφαλαιοαγοράς λαμβανομένης τη αιτήσει ή μετά γνωμοδότησιν της Επιτροπής του Χρηματιστηρίου και δημοσιευομένης είς το Δελτίον Ανωνύμων Εταιρειών και Εταιρειών Περιωρισμένης Ευθύνης της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. Λόγοι διαγραφής, είναι οι ακόλουθοι:

α) Μείωσις του μετοχικού κεφαλαίου της Εταιρείας κάτω του υπό του εδαφ. γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 17 του Ν. 3632/1928, ως τούτο αντικατεστάθη υπό του άρθρου 2 παρ. 1 του παρόντος, οριζομένου κατωτάτου ορίου καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου, ως και η μή συμμόρφωσις προς την επιβαλλομένην υποχρέωσιν της αυξήσεως του μετοχικού των κεφαλαίου.

β) Περιορισμός επί μακρόν, κατά την κρίσιν της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, χρόνον των συναλλαγών επί των τίτλων της Εταιρείας.

γ) Περιορισμός επί μακρόν, κατά την κρίσιν της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, χρόνον της διασποράς των τίτλων.

δ) Η μη συμμόρφωσις της Εταιρείας προς γενικάς ή ειδικάς αποφάσεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ή προς τον Κανονισμόν του Χρηματιστηρίου.

Άρθρον 3

1. Αί Ανωνύμαι Εταιρείαι υποχρεούνται είς την διανομήν, κατ΄ έτος, είς τους μετόχους αυτών τμήματος των καθαρών κερδών, ουχί κατωτέρου του 30% τούτων, μετά την αφαίρεσιν των νομίμων αποθεματικών. Η διανομή δύναται να γίνη είτε είς μετρητά είτε εν όλω ή εν μέρει είς νεάς μετοχάς παραδιδομένας είς τους δικαιούχους μετόχους, αυξανομένου αντιστοίχως του μετοχικού κεφαλαίου. Η παρούσα διάταξις εφαρμόζεται είς περίπτωσιν καθ΄ ην το εκ της εφαμογής ταύτης διανεμητέον τμήμα κερδών είναι ανώτερον του προκύπτοντος τοιούτου εκ της εφαρμογής της διατάξεως της περιπτώσεως (β) της παρ. 2 του άρθρου 45 του Ν.2190 ως ούτος εκωδικοποιήθη και αφορά είς την μεταξύ τούτων διαφοράν.

2. Η Γενική Συνέλευσις δύναται να αποφασίση την μή εφαρμογήν των διατάξεων του πρώτου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου διά πλειοψηφίας των 3/4 των εν αυτή εκπροσωπουμένων ψήφων. Η περί του τρόπου της διανομής, εάν συντρέχη περίπτωσις, απόφασις της Γενικής Συνελεύσεως λαμβάνεται διά της συνήθους πλειοψηφίας.

3. Αί διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 45 του Ν. 2190 ως ούτος εκωδικοποιήθη, δύναται να εφαρμοσθώσιν και είς την περίπτωσιν της διανομής του πρώτου μερίσματος, ότε όμως απαιτείται απόφασις της πλειοψηφίας των 3/4 των εν τη Γενική Συνελεύσει εκπροσωπουμένων ψήφων. Εν ουδεμία πάντως περιπτώσει επιτρέπεται όπως το είς μετρητά διανεμητέον ποσόν είναι κατώτερον του ημίσεος του πρώτου μερίσματος.

4. Όπου εν τη κειμένη Νομοθεσία γίνεται αναφοράείς την διάταξιν της περιπτώσεως (β) της παρ. 2 του άρθρου 45 του Ν. 2190, αυτή νοείται ως έχει εν τη Νόμω τούτω κωδικοποιημένω άνευ της δια του παρόντος άρθρου επιφερομένης τροποποιήσεως.

Άρθρον 4

1. Δικαίωμα όπως ζητήση από τον Πρόεδρον Πρωτοδικών ή Εφετών τον έλεγχον της Εταιρείας έχει και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, προκειμένου περί Εταιρειών των οποίων χρεώγραφα είναι εισηγμένα είς το Χρηματιστήριον, εφαρμοζομένων εν τη περιπτώσει ταύτη των διατάξεων του Ν. 2190 διά τον υπό της Επιτροπής του Χρηματιστηρίου ζητούμενον έλεγχον.

2. Εταιρείαι, των οποίων χρεώγραφα είναι εισγημένα είς τη Χρηματιστήριον υποχρεούνται όπως διά τον έλεγχον των αιτώνται τον ορισμόν Ορκωτού Λογιστή συμπληρουμένου του άρθρου 36, παράγραφος 1 του Ν. 2190/1920, ως ούτος εκωδικοποιήθη.

3. Τιμωρούνται με τας ποινάς του άρθρου 57 του Ν. 2190/1920, ως ούτος εκωδικοποιήθη οι Πρόεδροι, τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, οι Διαευθυνταί εν γένει, ως και οι υπεύθυνοι υπάλληλοι Ανωνύμων Εταιρειών, οι οποίοι εν γνώσει των παραβαίνουσι τας διατάξεις του παρόντος όμου ή τας αποφάσεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ή δημοσιεύουσιν αναληθή στοιχεία επί της δραστηριότητος, οικονομικής θέσεως και κατανομής του κεφαλαίου της Εταιρείας και τέλος παρεμποδίζουσι καθ΄ οιονδήποτε τρόπον τον έλεγχον των οργάνων της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.

4. Πρόεδρον, μέλη του Δ.Σ., Διευθυνταί εν γένει ως και υπεύθυνοι υπάλληλοι ανωνύμων εταιρειών καταδικαζόμενοι δυνάμει των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου, του άρθρου 10 του Ν.Δ. 3746/1957 ως και του Ν. 2190/1920 ως ούτως εκωδικοποιήθη, δεν δύνανται είς το μέλλον να μετέχωσι διοικητικών συμβουλίων ανωνύμων εταιρειών ή να διορίζωνται Γενικοί Διευθυνταί αυτών. Οι αποδεχόμενοι διορισμόν κατά παράβασιν της διατάξεως ταύτης τιμωρούνται διά φυλακίσεως τουλάχιστον ενός έτους.

Άρθρον 5

Το άρθρον 3 του Ν. 2190/1920 ως εκωδικοποιήθη, αντικαθίσταται ως εξής:

"1. Επιτρέπεται, ίνα διά διατάξεων του καταστατικού, ορίζηται προνόμιον υπέρ μετοχών. Το προνόμιον τούτο συνίσταται είς απόληψιν προ των κοινών μετοχών του κατά το άρθρον 45 πρώτου ερίσματος και είς την προνομιακήν απόδοσιν του καταβληθεντος υπό των κατόχων προνομιούχων μετοχών κεφαλαίου εκ του προιόντος της εκκαθαρίσεως της εταιρικής περιουσίας. Ωσαύτως επιτρέπεται όπως ορισθή, ότι εν περιπτώσει μη διανομής μερίσματος κατά μίαν η πλειόνας χρήσεις, το προνόμιον αφορά είς προνομιακήν καταβολήν μερισμάτων και διά τας χρήσεις, καθ΄ ας δεν εγένετο διανομή μερίσματος.

2. Αί προνομιούχοι μετοχαί δύναται να ορίζηται ότι έχουσι σταθερόν μέρισμα ή ότι συμμετέχουσιν εν όλω ή εν μέρει είς τα κέρδη της επιχειρήσεως.

3. Αί προνομιούχοι μετοχαί μετά ψήφου δύναται να εκδοθώσι και ως μετατρέψιμοι είς κοινάς μετοχάς, οπότε ορίζεται και ο χρόνος της μετατροπής. Το δικαίωμα της μετατροπής ασκείται υπό του προνομιούχου μετόχου ατομικώς διά δηλώσεως του, ισχύει δε, η μετατροπή από της επομένης, της καθ΄ ην ησκήθη, εταιρικής χρήσεως.

4. Αί προνομιούχοι μετοχαί δύναται να εκδοθώσιν και άνευ δικαιώματος ψήφου, οπότε εκτός των ως άνω προνομιών επιτρέπεται ο καθορισμός υπέρ αυτών και δικαιώματος απολύψεως ορισμένου τόκου εν ανυπαρξία κερδών ή μή επάρκεια τούτων.

Προκειμένου περί προνομιούχων ονομαστικών μετοχών άνευ ψήφου, αναλαμβανομένων αρχικώς υπό της ΕΤΒΑ ή του Δημοσίου, ο καθορισμός υπέρ αυτών απολήψεως ωρισμένου τόκου δύναται να γίνη κατ΄ αποκλεισμόν της συμμετοχής είς τα κέρδη επί χρόνον οριζόμενον κατά την έκδοσιν αυτών.

5. Κατάργησιν ή περιορισμός προνομίου επιτρέπεται μόνον κατόπιν αποφάσεως, λαμβανομένης εν ιδιαιτέρα συνελεύσει εκείνων των προνομιούχων μετόχων, είς ούς αφορά το προνόμιον δια πλειοψηφίας των 3/4 του εκπροσωπουμένου κεφαλαίου. Διά την σύγκλησιν της τοιαύτης συνελεύσεως, την συμμετοχήν είς αυτήν, την παροχήν πληροφοριών αυτής εφαρμόζονται, αναλόγως αί περί Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων σχετικαί διατάξεις.

6. Αί κατά τας διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εκδιδόμεναι προνομιούχοι μετοχαί δέον να διακρίνωνται σαφώς από των κοινών μετοχών και να αναγράφωσι διά μεγάλων στοιχείων επί της προσθίας αυτών όψεως τας λέξεις "Προνομιούχος Μετοχή" ως και τα κύρια χαρακτηριστικά αυτών π.χ. "μετατρέψιμος", "μετά ή άνευ ψήφου" κλπ., επί δε της οπισθίας όψεως της έκτασιν και τους όρους του παρεχομένου προνομίου.

7. Δεν θεωρούνται προνόμια, εν τη εννοία του παρόντος άρθρου, αί παρεχόμεναι κατά εκδόσεις νέων μετοχών προτιμήσεις αναλύψεως αυτών, εν όλω η εν μέρει υπό των κατά την εποχήν της εκδόσεως παλαιών μετόχων ή υπαλλήλων εν γένει της Εταιρείας.

8. Διά διατάξεων του καταστατικού δύναται να επιτραπή η έκδοσις δεσμευμένων ονομαστικών μετοχών, των οποίων η μεταβίβασις εξαρτάται από την έγκρισιν της εταιρείας. Την έγκρισιν παρέχει το Διοικητικόν Συμβούλιον ή η Γενική Συνέλευσις κατά τα υπό του καταστατικού οριζόμενα. Το καταστατικόν δύναται να ορίση τους λογους δι΄ ους επιτρέπεται η άρνησις της εγκρίσεως".

Άρθρον 6

Εις τον Ν. 2190/1920, ως ούτος εκωδικοποιήθη, προστίθεται άρθρον 3β έχουν ως εξής:

"Επιτρέπεται όπως, κατά την έκδοσιν ομολογιακού δανείου, αποφασιζομένην κατά τας διατάξεις των άρθρων 29 παρ. 3 και 31 παρ. 2 του Ν. 2190, χορηγήται είς τους ομολογιούχους δικαίωμα προς απόληψιν, πέραν του τόκου και ωρισμένου ποσοστού επί των κερδών των υπολειπομένων μετά την απόληψιν του κατά το άρθρον 45 πρώτου μερίσματος υπό του προνομιούχων και κοινών μετοχών ή προς λήψιν άλλης τινός προσθέτου παροχής εξαρτωμένης εκ του ύψους της παραγωγής ή του εν γένει επιπέδου δραστηριότητος της εταιρείας".

Άρθρον 7

Εις το άρθρον 8α του Ν. 2190/1920, ως ούτος εκωδικοποιήθη, προστίθεται 5η παράγραφος έχουσα ως εξής:

"Δια την διά δημοσίας εγγραφής κάλυψιν εταιρικού κεφαλαίου η σύναψιν ομολογιακού δανείου απαιτείται η παροχή αδείας υπό της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, η οποία εγκρίνει και το επιτόκιον είς την περίπτωσιν των ομολογιακών δανείων".

Άρθρον 8

Είς τον Ν. 2190/1920, ως εκωδικοποιήθη, προστίθεται άρθρον 3γ έχουν ως εξής:

"α. Επιτρέπεται η υπό Ανωνύμου Εταιρείας έκδοσιν ομολογιακού δανείου ησφαλισμένου εν των συνόλω μετά των τόκων του δι΄ υποθήκης επί ενός ή πλειόνων ακινήτων της οφειλέτισις ή τρίτου τινός.

2. Διά την έκδοσιν τοιούτου δανείου απαιτείται άδεια της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ήτις κρίνει την επάρκειαν της παροχομένης ασφαλείας. Προς τούτο η προτιθέμενη την έκδοσιν τοιούτου δανείου Εταιρεία υποβάλλει τη ως άνω Επιτροπή αίτησιν αναφέρουσαν το ποσόν του δανείου, τον αριθμόν των ομολογίων, τον χρόνον εξοφλήσεως, τον τόκον και τον "εκπρόσωπον των ομολογιούχων" οίος δύναται να είναι μόνον Τράπεζα ως και πιστοποιητικόν του Υποθηκοφυλακείου συνοδευόμενην υπό εγγράφου βεβαιώσεως του νομίμου εκπροσώπου της Εταιρείας ότι το είς υποθήκην προσφερόμενον ακίνητον ανήκει κατά πλήρη κυριότητα είς μόνην την αιτούσαν ή τον προσφέροντα την υποθήκην τρίτον και ότι είναι ελεύθερον βάρους κατασχέσεως ή διεκδικήσεως ή αναφέρουσαν τα τυχόν υφιστάμενα επ΄ αυτού υποθηκικά βάρη. Η άδεια της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, περιέχουσα πάντα τα στοιχεία ταύτα, αποτελεί τον τίτλον εγγραφής της υποθήκης. Τα πάσης φύσεως δικαιώματα των εμμίσθων ή αμίσθων υποθηκοφυλάκων διά την προς ασφάλειαν του εκδιδομένου κατά τα ανωτέρω ομολογιακού δανείου εγγραφήν υποθήκης δεν δύναται να υπερβώσι το ποσόν των δραχμών 3.000. Διά την εγγραφήν ή διαγραφήν της υποθήκης ουδεμία κράτησις υπέρ οιουδήποτε τρίτου ενεργείται.

3. Η εκδίδουσα το δάνειον εταιρεία δημοσιεύει είς δύο τουλάχιστον ημερησίας εφημερίδας πρόγραμμα του δανείου, μνημονεύον τους εγκριθέντας όρους αυτού, την προς τούτο άδειαν της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, τον εκπρόσωπον των ομολογιούχων, την διά το συνολικόν ποσσόν του δανείου και τους τόκους αυτού εγγραφήν της υποθήκης δι΄ αναφοράς του πιστοποιητικού του Υποθηκοφύλακος, την ύπαρξιν ή μη υποθηκικών βαρών και την σειράν εγγραφής της υποθήκης.

4. Αί εκ του δανείου υποθηκικαί αξιώσεις των ομολογιούχων ασκούνται αποκλειστικώς υπό του εκπροσώπου αυτών. Η είσπραξις της ονομαστικής αξίας της ομολογίας κατά την λήξιν της, και των τοκομεριδίων ενεργούνται υπό των κομιστών τούτων.

5. Η Επιτροπή Κεφαλαιοαγοράς δικαιούται να ορίση έτερον "εκπρόσωπον ομολογιούχων" αν ο υπάρχων παραιτηθή, εκλείψη ή ανακληθή υπό του Προέδρου των Πρωτοδικών, κατά την διαδικασίαν του άρθρου 634 κ.ε. της Π.Δ., δικαιούται δε και ν΄ ανακαλέση ιη ιδία τον οπωσδήποτε ορισθέντα, επί τη αιτήσει ομολογιούχων εκπροσωπούντων το 1/10 του όλου ομολογιακού δανείου, αν συντρέχωσι σοβαροί λόγοι. Η ως άνω απόφασις του Προέχρου ή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς σημειούται είς το περιθώριον της πράξεως εγγραφής της εν παρ. 1 του παρόντος υποθήκης, τη αιτήσει οιουδήποτε έχοντος έννομον συμφέρον, από της σημειώσεως δε ταύτης ισχύει ως προς τους ομολογιούχους και την εταιρείαν.

6. Ο εκπρόσωπος των ομολογιούχων ευθύνεται έναντι τούτον διά δόλον και πάσαν αμέλειαν.

7. Η υποθήκη διαγράφεται μόνον κατόπιν εγκρίσεως της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, παρεχομένης επί τη βεβαιώσει της εταιρείας και των εκπροσώπων των ομολογιούχων ότι εξωφλήθη ολοσχερώς το κεφάλαιον και οι τόκοι ή ότι παν εξωφλήθη ολοσχερώς το κεφάλαιον και οι τόκοι ή ότι παν οφειλόμενον ποσόν εκ κεφαλίου και τόκων κατετέθη είς το Ταμείον Παρακαταθηκών και Δανείων υπέρ των ομολογιούχων. Η ολική εξόφλησις γίνετια μόνον επί τη προσαγωγή του τίτλου της ομολογίας. Είς περίπτωσιν μη πραγματοποιήσεως του δανείου, η υποθήκη διαγράφεται επί ομοία βεβαιώσει της εταιρείας και του εκπροσώπου των ομολογιούχων ότι επεστράφησαν τα καταβληθέντα ποσά ή ότι κατετέθησαν είς το Ταμείον Παρακαταθηκών και Δανείων υπέρ των καταβαλόντων.

8. Όπου κατά τας κειμένας διατάξεις απαιτείται η εγγραφή του ονόματος του δανειστού, νοείται διά την εφαρμογήν του παρόντος το ονοματεπώνυμον του εκπροσώπου των ομολογιούχων και ο ακριβής προσδιορισμός του ομολογιακού δανείου".

Άρθρον 9

Είς τους καταθέτας επί προθεσμία δύο ετών και άνω, οι τραπεζικοί οργανισμοί δύνανται να χορηγώσι τίτλον, ώστις είναι διαπραγματεύσιμος. Τα της διαδικασίας εκδόσεω των εν λόγω τίτλων, το ύψος είς ο δύνανται ούτοι να εκδοθώσιν, ως και αί λοιπαί λεπτομέρειαι θέλουσι ρυθμισθή δι΄ αποφάσεως της Νομισματικής Επιτροπής, μετά σύμφωνον γνώμην της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.

Άρθρον 10

Ειδικαί διατάξεις

1. Διά τα μερίσματα εκ μετοχών, κοινών ή προνομιούχων, των υφισταμένων ή νεοϊδρυθησομένων ανωνύμων εταιρειών ισχύει το ακόλουθον φορολογικόν καθεστώς:

α) Επιβάλλεται φόρος επί του διανεμομένου μερίσματος εκ ποσοστού 30% προκειμένου περί μετοχών εισηγμένων είς το Χρηματιστήριον τέσσαρας (4) τουλάχιστον μήνας προ της λήξεως της χρήσεως είς ήν αναφέρεται το μέρισμα και 38% προκειμένου περί μετοχών μη εισηγμένων, κατά τα ανωτέρω, είς το Χρηματιστήριον. Ο φόρος παρακρατείται και αποδίδεται είς το Δημόσιον υπό της εταιρείας. Ο μέτοχος δεν υποχρεούται να περιλάβη είς την φορολογικήν του δήλωσιν το ούτω φορολογηθέν εισόδημα, ούτε υπέχει δι΄ αυτό ετέραν τινά φορολογικήν υποχρέωσιν.

β) Ο μέτοχος δικαιούται να ζητήση την φορολόγησιν του εκ μερίσματος εισοδήματός του βάσει των γενικώς εν ισχύει συντελεστών φορολογίας του εισοδήματος οπότε δέον να συμπεριλάβη και το εισόδημα τούτο είς την φορολογικήν του δήλωσιν. Η βάσει της διαδικασίας ταύτης προκύπτουσα τυχόν διαφορά υπέρ του μετόχου έναντι του παρακρατηθέντος υπό της εταιρείας φόρου συμψηφίζεται προς οφειλομένους ενδεχομένως άλλων εισοδημάτων αυτού φόρους της τυχόν καταβληθείσης επί πλέον διαφοράς επιστρεφομένης αυτώ υπό του Δημοσίου. Επί της παρεχομένης υπό της εταιρείας είς τον μέτοχον αποδείξεως περί της γενομένης παρακρατήσεω του φόρου δέον να αναγράφηται υποχρεωτικώς, εάν αί μετοχαί της εταιρείας είναι εισηγμέναι είς το Χρηματιστήριον.

γ) Η ως άνω ειδική φορολογική μεταχείρισις ισχύει μόνον επί μίαν δεκαετίαν, αρχήν γιγνομένης από των μερισμάτων της πρώτης μετά την δημοσίευσιν του παρόντος Νόμου χρήσεως. Μετά την παρέλευσιν του χρόνου τούτου τα περί ως ανωτέρω μερίσματα θέλουσιν υπαχθή είς το τότε γενικώς ισχύον φορολογικόν καθεστώς. Ως πρώτη χρήσις, διά την εφαρμογήν του παρόντος, θεωρείται η λήγουσα μετά έξ μήνας τουλάχιστον από της ημέρας δημοσιεύσεως του παρόντος.

2. Απαλλάσσονται του φόρου εισοδήματος τα μερίσματα εξ εισηγμένων είς το Χρηματιστήριο μετοχών των ημεδαπών ανωνύμων εταιρειών μέχρι ποσού δραχμών δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ετησίως κατά μέτοχον διά τα εκ της αυτής επιχειρήσεως, εισπραττόμενα μερισματα, και ουχί πέραν των δραχμών τριάκοντα χιλιάδων (30.000) εν συνόλω κατά μέτοχον διά τα εκ πλειόνων εταιριών εισπραττόμενα μερίσματα. Είς ην περίπτωσιν αί μετοχαί είναι εισηγμέναι είς το Χρηματιστήριον επί χρόνον καλύπτοντα περίοδον 120 τουλάχιστον ημερών της εταιρικής χρήσεως, η φορολογική απαλλαγή καλύπτει το συνολικόν μέρσμα της χρήσεως, άλλως το μέρισμα φορολογείται εξ ολοκλήρου.

Προκειμένου περί μερισμάτων εκ μετοχών εισηγμένων είς το Χρηματιστήριον, ο υπολογισμός του παρακρατούμενου φόρου γίνεται επί του πλέον των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) δραχμών καταβαλλομένου κατ΄ έτος είς έκαστον μέτοχον ποσού, εφ΄ όσον, καθ΄ υπεύθυνον δήλωσιν του εισπράττοντος το μέρισμα, ούτος δεν έχει απαλλαγή της προεισπράξεως του φόρου βάσει της παρούσης διατάξεως κατά την είσπραξιν μερισμάτων εξ άλλων εταιρειών αναφερομένων είς την αυτήν χρήσιν διά ποσόν, το οποίον, περιλαμβανομένης και της αιτουμένης απαλλαγής, υπερβαίνει τας δραχμάς τριάκοντα χιλιάδας (30.000).

Άρθρον 11

1. Απαλλάσσεται του συμπληρωματικού φόρου 3% το σύνολον του εισοδήματος εκ μερισμάτων τροποποιουμένης της παραγράφου 2 του άρθρου 9 του Ν.Δ. 3323/1955.

2. Είς ας περιπτώσεις η διανομή του μερίσματος γίνεται διά παροχής υπό της εταιρείας νέων μετοχών προς τους μετόχους, ούτοι υπόκεινται είς φόρον κατά τας διατάξεις της παραγράφου 1 του προηγούμενου άρθρου.

3. Επί μετατροπής ομολογιών ή προνομιούχων μετοχών ανωνύμου εταιρείας είς κοινάς μετοχάς, ως και επί αντικαταστάσεως των τίτλων τωνμετοχών και ομολογιών λόγω

(α) αυξήσεως ή μειώσεως του αριθμού των μετοχών ή ομολογιών δι΄ αναλόγου περιορισμού ή αυξήσεως της ονομαστικής αξίας εκάστης τούτων,

(β) μετατροπής ονομαστικών είς ανωνύμους μετοχάς και αντιστρόφως, ουδείς φόρος ή τέλος χαρτοσήμου ή οιονδήποτε άλλο τέλος, δικαίωμα η εισφορά επιβάλλεται υπέρ του Δημοσίου ή οιουδήποτε τρίτου.

4. Απαλλάσσονται εφ΄ εξής των τελών χαρτοσήμου, τροποποιουμένου του άρθρου 15 του Κώιδκος Τελών Χαρτοσήμου:

α) τα καταστατικά των παντός είδους ανωνύμων εταιρειών και πάσα πράξις σχετική προς την αύξησιν του κεφαλαίου αυτών,

β) αί δι΄ οιονδήποτε λόγον τροποποιήσεις των καταστατικών των ανωνύμων εταιρειών,

γ) αί πράξεις ανωνύμων εταιρειών περί εκδόσεως δανείου δι΄ ομολογιών,

δ) οι προσωρινοί και οριστικοί τίτλοι οιουδήποτε είδους μετοχών ανωνύμων εταιρειών, ως και οι τίτλοι παντός είδους ομολογιών,

ε) οι ιδρυτικοί παντός είδους μετοχικού τίτλων, ιδρυτικών τοιτούτων, ως και τόκων και λοιπών ωφελειών εξ ομολογιών ανωνύμων εταιρειών,

ζ) η μεταβίβασις μετοχών, ιδρυτικών τίτλων και ομολογιών εν γένει.

Άρθρον 12

1. Συνιστάται παρά των Υπουργείω Συντονισμού δι΄ αποφάσεως του Υπουργού Συντονισμού "Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς" αποτελουμένη εξ:

α) ενός ανωτέρω ή ανωτάτου υπαλλήλου των Υπουργείων Συντονισμού, Οικονομικών και Εμπορίου,

β) ενός εκπροσώπου της Τραπέζης της Ελλάδος, και της Εθνικής Τραπέζης Ελλάδος,

γ) ενός εκπροσώπου του Χρημαστηρίου και

δ) ενός εκπροσώπου του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών. Διά της αυτής αποφάσεως ορίζονται οι αναπληρωταί, Πρόεδρος και Αντιπρόεδρος της Επιτροπής εκ των μελών αυτής, ως και ο Γραμματεύς εκ των υπαλλήλων του Υπουργείου Συντονισμού.

2. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγροάς, πέρα των εν τοίς προηγουμένοις άρθροις του παρόντος Νόμου οριζομένων αρμοδιοτήτων αυτής:

α) Ασκεί πάσας τας αρμοδιότητας του Συμβουλίου, του άρθρου 8 του Ν. 3746/57, ως αύται διευρύνονται υπό του παρόντος. Το συμβούλιον τούτο από της δημοσιεύσεως είς την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της πράξεως διορισμού των μελών της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς καταργέιται, αντικαθιστάμενον υπό ταύτης. Όπου εν τη κειμένη νομοθεσία αναφέρεται το ώς άνω Συμβούλιον νοείται εφεξής η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

β) Γνωμοδοτεί προς την Νομισματικήν Επιτροπήν και άλλας αρμοδίας αρχάς, τη αιτήσει των ή οίκοθεν, επί της απορροφητικής ικανότητος της αγοράς κεφαλαίων και επί θεμάτων συνδεομένων με την οργάνωσιν και λειτουργίαν του Χρηματιστηρίου και της Κεφαλαιαγοράς εν γένει.

3. Ανώνυμοι Εταιρείαι των οποίων χρεώγραφα είναι εισηγμένα είς το Χρηματιστήριον, ως και οι διοικούντες αυτάς υποχρεούνται όπως παρέχωσιν είς την Επιτροπήν Κεφαλαιαγοράς οιανδήποτε πληροφορίαν ήθελεν αύτη ζητήσει σχετικώς με την οικονομικήν θέσιν της Εταιρείας, την εταιρικήν διαχείρισιν και την κατανομήν των μετοχών.

4. Έργον ωσαύτως της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς είναι η μελέτη και εισήγησις διά την θέσπισιν μηχανισμού παρεμβάσεως προς άμβλυνσιν αποτόμων διακυμάνσεων των τιμών των χρηματιστηριακών τίτλων, ως και διά την εισαγωγήν των θεσμών "Εταιρείας Επενδύσεων" και "Κοινών Κεφαλαίων Επενδύσεων". Οι θεσμοί ούτοι δύνανται να εισαχθώσιν διά Βασιλικών Διαταγμάτων εκδιδομένων προτάσει των Υπουργών Συντονισμού Οικονομικών και Εμπορίου.

5. Τα της εσωτερικής οργανώσεως, των εργασιών και της λειτουργίας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ορίζονται διά Κανονισμού αυτής εγκρινομένης υπό του Υπουργού Συντονισμού και δημοσιευομένου είς την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

6. Πρός υποβοήθησιν του έργου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς δύναται να συσταθή δι΄ αποφάσεως του Υπουργού Συντονισμού ειδική υπηρεσία παρά τω Υπουργείων Συντονισμού, τα της οργανώσεως και λειτουργίας της οποίας ρυθμισθήσονται δι΄ ομοίας αποφάσεως του Υπουργού Συντονισμού.

7. Τα της αποζημιώσεως των μη δημοσίων υπαλλήλων μελών της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, και πάσα άλλη αναγκαία λεπτομέρεια διά την λειτουργίαν της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και της κατά την προηγουμένην παράγραφον Υπηρεσίας, ρυθμίζονται δι΄ αποφάσεων του Υπουργού Συντονισμού. Διά την κάλυψιν των αναγκαίων του Υπουργού Συντονισμού. Διά την κάλυψιν των αναγκαίων δαπανών εγγράφεται σχετική πίστωσις είς τον Προϋπολογισμόν του Υπουργείου Συντονισμού.

Άρθρον 13

Πάσα διάταξις αντικειμένη είς τον παρόντα Νόμον, ούτινος η ισχύς άρχεται από της είς την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως δημοσιεύσεως, καταργείται.

Εν Αθήναις τη 4 Οκτωβρίου 1967

Εθεωρήθη και ετέθη η μεγάλη του Κράτους σφραγίς.

Εν Αθήναις τη 5 Οκτωβρίου 1967