Διαφήμιση

ΕΝΟΤΗΤΕΣ

Σύνδεση Χρήστη



FreeCurrencyRates.com

Πρωτοσέλιδα

PDF Εκτύπωση E-mail
1591– Ρυθμίσεις στην άμεση και έμμεση φορολογία, θέσπιση μέτρων για την πάταξη της φοροδιαφυγής και άλλες διατάξεις που ρυθμίζουν θέματα αρμοδιότητας Υπουργείου Οικονομικών
Πέμπτη, 24 Απριλίου 1986 00:00

1591– Ρυθμίσεις στην άμεση και έμμεση φορολογία, θέσπιση μέτρων για την πάταξη της φοροδιαφυγής και άλλες διατάξεις που ρυθμίζουν θέματα αρμοδιότητας Υπουργείου Οικονομικών. (-ΦΕΚ Α 50/24.4.1986)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’

ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ

Άρθρο 1.

Μειώσεις του εισοδήματος.

1.Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 4 του ν.δ. 3323/1955 (ΦΕΚ Α' 214) αντικαθίσταται ως εξής:

«Το εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και από κάθε είδους συντάξεις μειώνεται κατά ποσοστό πενήντα τα εκατό (50%) έως το ποσό καθαρού εισοδήματος εξακοσίων χιλιάδων (600.000) δραχμών.

2. Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 4 του ν.δ. 3323/1955 αντικαθίσταται ως εξής:

«Η μείωση που προβλέπεται από την παράγραφο αυτή δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι ανώτερη από το ποσό των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) δραχμών το έτος, κατά φορολογούμενο, για τα εισοδήματα όλων των παραπάνω κατηγοριών».

Άρθρο 2.

Εκπτώσεις από το εισόδημα και μειώσεις από το φόρο.

1. Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 8 του ν.δ. 3323/1955 αντικαθίσταται ως εξής:

«Εξαιρετικά σε αυτές τις περιπτώσεις μεταφέρονται για να εκπέσουν από το εισόδημα του άλλου συζύγου:

α) τα έξοδα ιατρικής και νοσοκομειακής περίθαλψης του ενός συζύγου, καθώς και των λοιπών προσώπων που συνοικούν με αυτόν και τον βαρύνουν, σύμφωνα με την παράγραφο 2 αυτού του άρθρου.

β) Το ποσό των εισφορών που σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης δ' της παραγράφου 4 του άρθρου αυτού εκπίπτουν από το συνολικό εισόδημα του φορολογουμένου, εφόσον καταβάλλονται από τον ένα σύζυγο σε ταμεία που έχει ασφαλισθεί, λόγω της συμμετοχής του σε επιχείρηση από την οποία αυτός αποκτά εισόδημα, το οποίο προσθέτεται στα εισοδήματα του άλλου συζύγου, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 6 και μέχρι το ποσό του εισοδήματος αυτού».

2. Οι περιπτώσεις α', β' και ε' του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 9 του ν.δ. 3323/1955 αντικαθίστανται ως εξής:

«α) Για τον ίδιο το φορολογούμενο κατά τρεις χιλιάδες (3.000) δραχμές. Προκειμένου για: αα) ανάπηρους αξιωματικούς και οπλίτες, οι οποίοι με την ιδιότητα του αναπήρου παίρνουν σύνταξη από το δημόσιο ταμείο, αξιωματικούς που εξαιτίας πολεμικού τραύματος ή νοσήματος βρίσκονται σε κατάσταση υπηρεσίας γραφείου ή πρόσωπα που έχουν υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 1759/1950 (ΦΕΚ Α'286) και ν.δ. 330/1947 (ΦΕΚ Α' 84), ββ) θύματα πολέμου, θύματα πολέμου κατά την έννοια του παρόντος είναι τα πρόσωπα που λαμβάνουν σύνταξη από πολεμική αιτία. Με τα θύματα πολέμου εξομοιώνονται και τα πρόσωπα, τα οποία ως μέλη οικογενειών αξιωματικών και οπλιτών οι οποίοι απεβίωσαν κατά την εκτέλεση διατεταγμένης υπηρεσίας σε ειρηνική περίοδο δικαιούνται σύνταξη από το δημόσιο ταμείο, γγ) τυφλούς που είναι γραμμένοι στο γενικό μητρώο τυφλών, το οποίο τηρείται στην αρμόδια διεύθυνση της οικείας νομαρχίας και δδ) πρόσωπα που παρουσιάζουν αναπηρία 67% και πάνω από διανοητική καθυστέρηση ή φυσική αναπηρία, το πιο πάνω ποσό αυξάνεται στις σαράντα τρεις χιλιάδες (43.000) δραχμές.

β) Για το πρώτο τέκνο, κατά δεκατέσσερις χιλιάδες (14.000) δραχμές, για το δεύτερο τέκνο κατά δεκαοκτώ χιλιάδες πεντακόσιες (18.500) δραχμές, για το τρίτο τέκνο κατά είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) δραχμές, για το τέταρτο τέκνο κατά εξήντα χιλιάδες (60.000) δραχμές, για το πέμπτο και για κάθε τέκνο μετά το πέμπτο κατά ογδόντα χιλιάδες (80.000) δραχμές».

«ε) Για καθένα από τα πρόσωπα που αναφέρονται στις πιο πάνω περιπτώσεις β' και δ', εφόσον αυτά παρουσιάζουν αναπηρία 67% και πάνω, από διανοητική καθυστέρηση ή φυσική αναπηρία, κατά σαράντα χιλιάδες (40.000) δραχμές, ως πρόσθετο ποσό μείωσης».

3.Στο άρθρο 9 του ν.δ. 3323/1955 προσθέτεται μετά την παράγραφο 7 παράγραφος 8 και η παράγραφος 8 αυτού αντικαθίσταται και αναριθμείται σε 9, ως εξής:

«8.Από το ποσό του φόρου που προκύπτει στο συνολικό εισόδημα του φορολογουμένου, με βάση τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου αυτού εκπίπτουν, επίσης, τα ακόλουθα ποσά τα οποία υπολογίζονται σε ποσοστό της δαπάνης που καταβάλλεται από το φορολογούμενο, ως εξής:

α) Ποσοστό δεκατρία τα εκατό (13%), μέχρι το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) δραχμών της δαπάνης που καταβάλλεται σε επιχειρήσεις, για την επισκευή ή συντήρηση επιβατικών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης, εφόσον αυτά δεν ανήκουν κατά κυριότητα, κατοχή ή χρήση σε πρόσωπο που τα χρησιμοποιεί κατά την άσκηση επιχείρησης ή ελευθέριου επαγγέλματος.

β) Ποσοστό δέκα τα εκατό (10%), μέχρι το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) δραχμών της δαπάνης που καταβάλλεται σε επιχειρήσεις για την επισκευή ή συντήρηση ηλεκτρικών οικιακών συσκευών που ανήκουν στο φορολογούμενο,

γ) Ποσοστό τέσσερα τα εκατό (4%), μέχρι το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) δραχμών της δαπάνης που καταβάλλεται ως δίδακτρα για την παρακολούθηση φροντιστηρίων ξένων γλωσσών ή μαθημάτων οποιασδήποτε εκπαιδευτικής βαθμίδας της δημόσιας εκπαίδευσης από τα παιδιά του φορολογουμένου τα οποία τον βαρύνουν, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 8.

9. Όσοι κατοικούν στην αλλοδαπή και αποκομίζουν εισόδημα από πηγή που βρίσκεται στην Ελλάδα δε δικαιούνται τις μειώσεις που ορίζονται στις παραγράφους 1, 5, 6, 7 και 8 του άρθρου αυτού».

Άρθρο 3.

Προθεσμία υποβολής της δήλωσης, χρόνος καταβολής και προκαταβολή του φόρου.

1. Η παράγραφος 2 του άρθρου 10 του ν.δ. 3323/1955 αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Ο φόρος που αναλογεί στο συνολικό καθαρό εισόδημα ή το υπόλοιπο που απομένει μετά τις εκπτώσεις που ορίζονται στην προηγούμενη παράγραφο καταβάλλονται σε τέσσερις (4) ίσες δίμηνες δόσεις, οι οποίες λήγουν την τελευταία εργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα των μηνών Μαΐου, Ιουλίου, Σεπτεμβρίου και Νοεμβρίου του οικείου οικονομικού έτους.

Αν το συνολικό ποσό της οφειλής η οποία προκύπτει με βάση την αρχική δήλωση του υπόχρεου είναι μέχρι είκοσι χιλιάδες (20.000) δραχμές, για το φορολογούμενο και τη σύζυγο του αθροιστικά λαμβανόμενο, τούτο μπορεί να καταβληθεί μέχρι την τελευταία εργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα του μήνα Σεπτεμβρίου του οικείου οικονομικού έτους.

Αν η δήλωση υποβληθεί κατά τη διάρκεια του οικείου οικονομικού έτους μετά τη λήξη της προθεσμίας καταβολής μιας από τις πιο πάνω δόσεις, τότε οι ληξιπρόθεσμες καταβάλλονται μέσα στην προθεσμία καταβολής της δίμηνης δόσης που ακολουθεί το μήνα στον οποίο βεβαιώνεται ο φόρος και οι υπόλοιπες στις προθεσμίες που ορίζονται στην παράγραφο αυτή».

2. Η παράγραφος 1 του άρθρου 12 του ν.δ. 3323/1955 αντικαθίσταται ως εξής:

«1.Η δήλωση υποβάλλεται αυτοπροσώπως από τον υπόχρεο ή από το πρόσωπο που έχει εξουσιοδοτηθεί από αυτόν ή ταχυδρομείται επί αποδείξει στον οικονομικό έφορο που είναι αρμόδιος σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13, μέχρι τις 25 Φεβρουαρίου του οικείου οικονομικού έτους. Κατ’ εξαίρεση η δήλωση υποβάλλεται:

α) Μέχρι τις 10 Μαρτίου του οικείου οικονομικού έτους, όταν μεταξύ των εισοδημάτων του φορολογουμένου περιλαμβάνεται εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες.

β) Μέχρι τις 10 Απριλίου του οικείου οικονομικού έτους, όταν μεταξύ των εισοδημάτων του φορολογουμένου περιλαμβάνονται:

αα) Κέρδη από εμπορικές, γενικά, επιχειρήσεις ή γεωργικές εκμεταλλεύσεις που τηρούν βιβλία τρίτης ή τέταρτης κατηγορίας του Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων και εφόσον η διαχειριστική τους περίοδος λήγει μέσα στους μήνες Νοέμβριο ή Δεκέμβριο ή ββ) εισόδημα που προέκυψε στο εξωτερικό ή γγ) εισόδημα από αμοιβές ως αξιωματικού ή κατώτερου πληρώματος εμπορικών πλοίων.

Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, οι οποίες δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δύναται να επεκτείνεται η εφαρμογή της διάταξης της περίπτωσης αυτής και σ' ορισμένες κατηγορίες υπόχρεων, των οποίων ο προσδιορισμός του εισοδήματος εξαρτάται, κατά κύριο λόγο, από την εκκαθάριση δοσοληπτικών λογαριασμών μεταξύ αυτών και επιχειρήσεων που τηρούν βιβλία τέταρτης κατηγορίας του Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων, στα οποία εμφανίζονται αυτοί οι λογαριασμοί.

Στην περίπτωση γ' της παραγράφου 3 του άρθρου 11, η προθεσμία υποβολής της δήλωσης παρατείνεται για 6 μήνες από τη ημερομηνία του θανάτου του υπόχρεου, εφόσον η λήξη της προθεσμίας αυτής συμπίπτει με ημερομηνία πριν από την παρέλευση έξι (6) μηνών από το θάνατο του υπόχρεου φορολογουμένου.

Μετά την παρέλευση της προθεσμίας που ορίζεται στα προηγούμενα εδάφια και, σε περίπτωση, πριν από την κοινοποίηση από τον οικονομικό έφορο του φύλλου ελέγχου που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 51, επιτρέπεται η επίδοση αρχικής ή συμπληρωματικής δήλωσης. Σ' αυτή την περίπτωση επιβάλλεται και πρόσθετος φόρος, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 67».

3.Το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 15 του ν.δ. 3323/1955 αντικαθίσταται ως εξής:

«Η διάταξη του πρώτου εδαφίου αυτής της παραγράφου δεν εφαρμόζεται αν:

α) το ποσό της προκαταβολής που προκύπτει δεν υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες (3.000) δραχμές,

β) στους βεβαιωτικούς τίτλους περιλαμβάνονται μόνο εισοδήματα από μισθούς, συντάξεις από ιδιοκατοίκηση κύριας κατοικίας».

4.Το δεύτερο και το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρο 59 του ν.δ. 3323/1955 αντικαθίστανται ως εξής:

«Επίσης αμελείται η βεβαίωση και η καταβολή του ποσού της οφειλής, η οποία προκύπτει στο συνολικό εισόδημα του συνταξιούχου, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το ποσό των τετρακοσίων δέκα χιλιάδων (410.000) δραχμών και ο φορολογούμενος έχει υπερβεί την ηλικία των εξήντα πέντε (65) ετών. Αν το συνολικό εισόδημα του συνταξιούχου υπερβαίνει τις τετρακόσιες δέκα χιλιάδες (410.000) δραχμές, το διαθέσιμο εισόδημα που απομένει σ' αυτόν, μετά την αφαίρεση της οφειλής, η οποία προκύπτει από το εισόδημα του για κύριο και συμπληρωματικό φόρο, τέλη και εισφορές που συμβεβαιώνονται με το φόρο, δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τις τετρακόσιες δέκα χιλιάδες (410.000) δραχμές».

Άρθρο 4.

Εισόδημα από οικοδομές.

1. Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 19 του ν.δ. 3323/1955 αντικαθίστανται ως εξής:

«1. Ακαθάριστο εισόδημα, προκειμένου για οικοδομή που εκμισθώνεται, είναι το μίσθωμα που έχει συμφωνηθεί.

Σε περίπτωση που δεν προσάγεται το συμφωνητικό ή κάποιο άλλο στοιχείο που μπορεί ν' αποδείξει τη συμφωνία ή αν τα συμφωνητικά ή τα αποδεικτικά στοιχεία, που προσάγονται κρίνονται ανακριβή, γιατί εμφανίζουν μίσθωμα που είναι δυσαναλόγως κατώτερο σε σχέση με τη μισθωτική αξία της οικοδομής, ο προσδιορισμός του εισοδήματος που προκύπτει από αυτή γίνεται αφού αυτή συγκριθεί με άλλες οικοδομές που εκμισθώνονται κάτω από παρόμοιες συνθήκες.

Θεωρείται ότι υπάρχει περίπτωση δυσανάλογου μισθώματος, σε σχέση με τη μισθωτική αξία της οικοδομής, όταν η μισθωτική αξία της είναι ανώτερη από το μίσθωμα που δηλώνεται σε ποσοστό δέκα τα εκατό (10%) τουλάχιστον. Ειδικώς, το εισόδημα αυτό δε μπορεί να είναι μικρότερο από το τριάμισυ τα εκατό (3,5%) της αξίας του ακινήτου, που εκμισθώνεται και χρησιμοποιείται ως κατοικία, όπως η αξία αυτή προσδιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 41 του ν. 1249/1982, για τις περιοχές που ισχύει κάθε φορά το σύστημα αυτό.

Ο φορολογούμενος μπορεί να αμφισβητήσει τον καθορισμό της μισθωτικής αξίας αυτού του ακινήτου, εφόσον από εξαιρετικούς λόγους που ανάγονται αποκλειστικά στους παράγοντες που επηρεάζουν τη μισθωτική αξία του, αυτή είναι μικρότερη από το τριάμισυ τα εκατό (3,5%) της πιο πάνω αξίας του».

«2. Σε περίπτωση που η οικοδομή κατοικήθηκε ή χρησιμοποιήθηκε με άλλον τρόπο από τον ιδιοκτήτη, το νομέα, τον επιφανειούχο, τον επικαρπωτή κτλ. ή με τη συγκατάθεση αυτού, κατοικήθηκε ή χρησιμοποιήθηκε με άλλον τρόπο από τρίτο χωρίς αντάλλαγμα, το ακαθάριστο εισόδημα βρίσκεται ύστερα από τη σύγκριση της με άλλες οικοδομές που εκμισθώνονται. Πάντως το ετήσιο ακαθάριστο εισόδημα που καθορίζεται με αυτόν τον τρόπο δεν μπορεί να είναι ανώτερο από τα τέσσερα τα εκατό (4%) της πραγματικής αξίας της οικοδομής κατά το χρόνο της φορολογίας. Ειδικώς το εισόδημα αυτό δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το τριάμισι τα εκατό (3,5%) της αξίας του ακινήτου, που χρησιμοποιείται ως κατοικία από τα πιο πάνω πρόσωπα, όπως η αξία αυτή προσδιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 41 του ν. 1249/1982, (ΦΕΚ Α’ 43) για τις περιοχές που ισχύει κάθε φορά το σύστημα αυτό.

Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου.

Για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου, η αξία της οικοδομής που ιδιοκατοικείται προσδιορίζεται κάθε τρία έτη. Το οικονομικό έτος 1987 λαμβάνεται ως έτος βάσης για την πρώτη τριετία».

2. Η περίπτωση α' της παραγράφου 1 του άρθρου 20 του ν.δ. 3323.1955 αντικαθίσταται ως εξής:

«α) Πάγιο ποσοστό είκοσι πέντε τα εκατό (25%), για τους φόρους, τα τέλη ή δικαιώματα υπέρ του Δημοσίου ή οποιουδήποτε τρίτου που βαρύνουν την οικοδομή, για τα ασφάλιστρα κατά του κινδύνου πυρκαγιάς ή άλλων κινδύνων, καθώς και για αποσβέσεις και έξοδα επισκευής για τη συντήρηση οικοδομών, οι οποίες χρησιμοποιούνται ως κατοικίες, οικοτροφεία, σχολεία, φροντιστήρια, αίθουσες κινηματογράφων ή θεάτρων, σταθμοί αυτοκινήτων, ξενοδοχεία, κλινικές και σανατόρια.

Το ποσοστό του προηγούμενου εδαφίου περιορίζεται σε δέκα τα εκατό (10%), προκειμένου για οικοδομές οι οποίες χρησιμοποιούνται για άλλες χρήσεις. Για το εισόδημα που προκύπτει από την παραχώρηση χώρων τοποθέτησης επιγραφών και κάθε είδους διαφημίσεων, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 17, από γήπεδα κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 18, καθώς και την αξία της οικοδομής που έχει ανεγερθεί σε ξένο οικόπεδο, η οποία θεωρείται εισόδημα κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 18, το ποσοστό αυτό περιορίζεται σε πέντε τα εκατό (5%).

Από το εισόδημα που προκύπτει από οικοδομές, οι οποίες υπεκμισθώνονται, εκπίπτει πάγιο ποσοστό δέκα τα εκατό (10%), το οποίο υπολογίζεται στη διαφορά μεταξύ του μισθώματος και του υπομισθώματος, ανεξάρτητα από τη χρήση του ακινήτου.

Το ποσό της έκπτωσης, που προκύπτει από την εφαρμογή της διάταξης του πρώτου εδαφίου της περίπτωσης αυτής, προσαυξάνεται κατά το ποσό που η πραγματική συνολική δαπάνη για δαπάνες επισκευής, συντήρησης και αμοιβής δικηγόρου για δίκες σε διαφορές απόδοσης μισθίου, που αφορούν οικοδομές που εκμισθώνονται και χρησιμοποιούνται ως κατοικίες, υπερβαίνει το δεκατρία τα εκατό (13%) του συνολικού ακαθάριστου εισοδήματος που αποκτά ο δικαιούχος από εκμίσθωση οικοδομών που χρησιμοποιούνται ως κατοικίες.

Το παραπάνω πρόσθετο ποσό έκπτωσης δεν μπορεί να υπερβεί ποσοστό πέντε τα εκατό (5%) του συνολικού ακαθάριστου εισοδήματος που αποκτά ο δικαιούχος από εκμίσθωση οικοδομών που χρησιμοποιούνται ως κατοικίες.

Για τη διενέργεια του παραπάνω πρόσθετου ποσού έκπτωσης, υποβάλλονται, μαζί με την ετήσια δήλωση φορολογίας εισοδήματος, τα πρωτότυπα των σχετικών δικαιολογητικών που εκδίδονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων.

Επίσης, από το ακαθάριστο εισόδημα από οικοδομές που εκμισθώνονται ως κύρια κατοικία σε πολυμελή οικογένεια, εκπίπτει πρόσθετο πάγιο ποσοστό επί του εισοδήματος αυτού, το οποίο υπολογίζεται με βάση τον αριθμό των παιδιών που βαρύνουν τον ενοικιαστή της οικοδομής ή τον άλλο σύζυγο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 και ορίζεται σε πέντε τα εκατό (5%) για το τέταρτο και καθένα μετά το τέταρτο παιδί».

Άρθρο 5.

Χρόνος έκπτωσης δικαιωμάτων ή αποζημιώσεων.

1.Στην παράγραφο 1 του άρθρου 35 του ν.δ. 3323/1955 προσθέτεται νέα περίπτωση ι' που έχει ως εξής:

«ι. Τα δικαιώματα ή οι αποζημιώσεις που καταβάλλονται σε αλλοδαπές επιχειρήσεις και οργανισμούς για τη χρησιμοποίηση στην Ελλάδα τεχνικής βοήθειας, ευρεσιτεχνιών, σημάτων, σχεδίων, μυστικών βιομηχανικών μεθόδων και τύπων, πνευματικής ιδιοκτησίας και άλλων συναφών δικαιωμάτων.

Χρόνος έκπτωσης των δικαιωμάτων ή αποζημιώσεων αυτών από τα ακαθάριστα έσοδα είναι ο χρόνος καταβολής των ποσών στο δικαιούχο στην αλλοδαπή ή της κατάθεσης σε δεσμευμένο λογαριασμό σε τράπεζες της Ελλάδας ή σε άλλους πιστωτικούς οργανισμούς στο όνομα του αλλοδαπού δικαιούχου».

Οι διατάξεις του άρθρου 55 του ν. 1041/1980 (ΦΕΚ Α' 75) εφαρμόζονται ανάλογα και στα πιο πάνω δικαιώματα ή αποζημιώσεις.

2. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται για τα δικαιώματα ή αποζημιώσεις που οφείλονται από την 1.1.1986 και μετά.

Άρθρο 6.

Παρακράτηση φόρου.

1. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 48 του ν.δ. 3323/1955 αντικαθίσταται ως εξής:

«Εξαιρούνται από την παρακράτηση φόρου αυτής της παραγράφου οι προμήθειες που καταβάλλονται από ασφαλιστικές εταιρίες στους νόμιμους αντιπροσώπους ή εξουσιοδοτημένους γενικούς ή απλούς πράκτορες τους».

2. Στο ν.δ. 3323/1955 προσθέτεται μετά το άρθρο 48 νέο άρθρο με αριθμό 48α, το οποίο έχει ως εξής:

Άρθρο 48α.

Παρακράτηση και καταβολή φόρου ειδικών περιπτώσεων.

1.Δημόσιες υπηρεσίες, νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου, τράπεζες και πιστωτικοί οργανισμοί, που καταβάλλουν επιδοτήσεις, οικονομικές ενισχύσεις και επιστροφές φόρων, δασμών, τελών και τόκων σε επιχειρήσεις ατομικές ή εταιρικές οποιασδήποτε νομικής μορφής, υποχρεούνται κατά την καταβολή των ποσών αυτών στους δικαιούχους να παρακρατούν φόρο εισοδήματος με συντελεστή δέκα τα εκατό (10%) στο ακαθάριστο ποσό, έναντι του φόρου που βαρύνει το δικαιούχο, με την προϋπόθεση ότι τα καταβαλλόμενα ποσά υπόκεινται σε φορολογία, ως εισόδημα του δικαιούχου, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.

2.Δεν υπόκεινται σε παρακράτηση του φόρου της προηγούμενης παραγράφου τα πιο πάνω ποσά, όταν καταβάλλονται σε αγροτικούς συνεταιρισμούς ή ενώσεις τους, εφόσον τα ποσά αυτά αποδίδονται στη συνέχεια στα μέλη τους, για λογαριασμό των οποίων έχουν εισπραχθεί.

Κατ’ εξαίρεση στην περίπτωση αυτή, οι αγροτικοί συνεταιρισμοί και οι ενώσεις τους υποχρεούνται να παρακρατούν φόρο με το πιο πάνω ποσοστό κατά την καταβολή των ποσών στους δικαιούχους, εφόσον αυτά κατά δικαιούχο υπερβαίνουν τις ένα εκατομμύριο εξακόσιες πενήντα χιλιάδες (1.650.000) δραχμές, προκειμένου για μελή που ασχολούνται προσωπικά ή με τα μέλη της οικογένειας τους και κατά κύριο επάγγελμα σε γεωργικές εκμεταλλεύσεις, έστω κι αν αυτοί χρησιμοποιούν και εργάτες ή τις τριακόσιες εβδομήντα πέντε χιλιάδες (375.000) δραχμές, προκειμένου για μέλη που δεν ασχολούνται προσωπικά και κατά κύριο επάγγελμα σε γεωργικές εκμεταλλεύσεις. Αν τα καταβαλλόμενα ποσά δεν υπερβαίνουν τα πιο πάνω ποσά, ο φόρος παρακρατείται κατά την τελευταία καταβολή του έτους, εφόσον τα ποσά που έλαβε ο δικαιούχος κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους, αθροιστικά υπολογιζόμενα υπερβαίνουν, κατά περίπτωση, τις ένα εκατομμύριο εξακόσιες πενήντα χιλιάδες (1.650.000) δραχμές ή τις τριακόσιες εβδομήντα πέντε χιλιάδες (375.000) δραχμές.

Οι διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων αυτής της παραγράφου εφαρμόζονται ανάλογα και όταν οι επιδοτήσεις ή οικονομικές ενισχύσεις καταβάλλονται από την Αγροτική Τράπεζα ή το Δημόσιο σε μη συνεταιρισμένους αγρότες.

3.Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων δεν εφαρμόζονται προκειμένου για επιδοτήσεις προσανατολισμού και εγγυήσεων που καταβάλλονται από το Υπουργείο Γεωργίας, καθώς και για επιχορηγήσεις επενδύσεων και επιδοτήσεις επιτοκίων που καταβάλλονται από το Δημόσιο με βάση τις διατάξεις αναπτυξιακών νόμων.

4. Για την απόδοση του φόρου, ο οποίος παρακρατείται, σύμφωνα με τις παραγράφου 1 και 2 του άρθρου αυτού, εφαρμόζονται ανάλογα όσα ορίζονται στην παράγραφο 4 του άρθρου 48».

3.Η ισχύς της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού αρχίζει από 1 Απριλίου 1986, για τις καταβολές που γίνονται από την ημερομηνία αυτή και μετά.

4. Στο τέλος της παραγράφου 7 του άρθρου 15 του ν.δ. 3843/1958 προσθέτονται δύο εδάφια, τα οποία έχουν ως εξής:

«Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται ανάλογα στις αμοιβές και τα δικαιώματα που καταβάλλονται σε αλλοδαπές επιχειρήσεις και οργανισμούς που δεν έχουν μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα και αφορούν την εκμίσθωση μηχανημάτων, εγκαταστάσεων και γενικά κινητών πραγμάτων προς τρίτους στην Ελλάδα, την επισκευή και συντήρηση μηχανημάτων και λοιπού εξοπλισμού, την οργάνωση επιχειρήσεων και εκπαίδευση προσωπικού στην Ελλάδα, καθώς και στις αμοιβές που καταβάλλονται σε καλλιτεχνικά συγκροτήματα ξένων χωρών για τη συμμετοχή τους στην Ελλάδα σε διάφορες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις. Το ποσοστό με το οποίο υπολογίζεται ο παρακρατούμενος φόρος στο 8 Ν. 1591/1986 -ΦΕΚ Α 50/24.4.1986 ακαθάριστο ποσό των αμοιβών ή των δικαιωμάτων των περιπτώσεων του πιο πάνω εδαφίου ορίζεται σε είκοσι πέντε τα εκατό (25%).

5.Οι διατάξεις των περιπτώσεων ε' και. στ' της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του ν.δ. 3843/958 καταργούνται, αναριθμουμένης της περίπτωσης ζ’ της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού σε περίπτωση ε'.

Άρθρο 7

Τεκμήριο δαπανών διαβίωσης.

1. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 12 του ν. 820/1978 (ΦΕΚ Α' 174) προσθέτεται περίπτωση Β και η περίπτωση Δ της ίδιας παραγράφου αυτού του άρθρου αντικαθίσταται ως εξής.

«Β) Η ετήσια τεκμαρτή δαπάνη για αεροσκάφη αναψυχής ιδιωτικής χρήσης, τα οποία έχει στην κυριότητα ή την κατοχή του ο φορολογούμενος, η σύζυγος του και τα προστατευόμενα από αυτούς μέλη, η οποία ορίζεται, ανάλογα με το αριθμό των θέσεων του αεροσκάφους, ως εξής:

Θέσεις

Ετήσια τεκμαρτή δαπάνη

μέχρι 2

1.350.000δρχ.

πάνω από 2 και μέχρι 4

2.700.000 δρχ.

Από 4 και πάνω

3.800.000δρχ.

Αν τα αεροσκάφη ανήκουν σε νομικό πρόσωπο, εφαρμόζονται ανάλογα όσα ορίζονται στην περίπτωση Α του άρθρου αυτού».

«Δ) Η δαπάνη για σκάφη αναψυχής ιδιωτικής χρήσης, τα οποία έχει στην κυριότητα ή την κατοχή του ο φορολογούμενος, η σύζυγος του και τα προστατευόμενα από αυτούς μέλη, η οποία ορίζεται ως εξής:

α) Προκειμένου για ιστιοφόρα και μηχανοκίνητα σκάφη που έχουν χώρους ενδιαίτησης χωρίς μόνιμο πλήρωμα (ΒΑRΕ ΒΟΑΤΑ), ολικού μήκους από 6 έως 14 μέτρα, στο ποσό των 180.000 δραχμών.

β) Προκειμένου για ιστιοφόρα, μικτά (με ιστία και μηχανή) ή μηχανοκίνητα σκάφη, τα οποία έχουν μόνιμο πλήρωμα ναυτολογημένο για χρονικό διάστημα δώδεκα (12) μηνών:

αα) Στο ποσό των 1.350.000 δραχμών για μηχανοκίνητα σκάφη από 15 μέχρι και 25 κόρους ολικής χωρητικότητας, ββ) στο ποσό των 1.950.000 δραχμών, για μηχανοκίνητα σκάφη πάνω από 25 μέχρι και 75 κόρους ολικής χωρητικότητας, γγ) στο ποσό των 2.700.000 δραχμών. για μηχανοκίνητα σκάφη πάνω από 75 μέχρι και 150 κόρους ολικής χωρητικότητας.

Στις πιο πάνω περίπτωσης, αν το πλήρωμα είναι ναυτολογημένο για χρονικό διάστημα μικρότερο από δώδεκα (12) μήνες, η ετήσια δαπάνη που αντιστοιχεί στην αμοιβή του προσωπικού, από δραχμές 975.000, 1.500.000 και 1.800.000 αντίστοιχα, μειώνεται σε τόσα δωδέκατα όσοι οι πραγματικοί μήνες της ναυτολόγησης του. Διάστημα μεγαλύτερο από 15 ημέρες λογίζεται ως ακέραιος μήνας.

Αν τα πιο πάνω σκάφη δεν έχουν ναυτολογημένο πλήρωμα, η ετήσια δαπάνη καθορίζεται στο ποσό των 375.000, 450.000 και 900.000 δραχμών, αντίστοιχα

γ) Για τα λοιπά μηχανοκίνητα και ιστιοφόρα σκάφη, που δεν έχουν χώρους ενδιαίτησης, ολικού μήκους 5 μέτρων, στο ποσό των 60.000 δραχμών, το οποίο προσαυξάνεται κατά 30.000 δραχμές, για κάθε μέτρο μήκους πάνω από τα 5 μέτρα.

δ) Για τα ταχύπλοα μηχανοκίνητα σκάφη ανοικτού τύπου (κρισ-κραφτ) ολικού μήκους μέχρι 5 μέτρα, στο ποσό των 60.000 δραχμών, το οποίο προσαυξάνεται κατά 30.000 δραχμές, για κάθε μέτρο μήκους, πάνω από τα πέντε μέτρα.

Για το τεκμήριο της δαπάνης δε λαμβάνονται υπόψη τα σκάφη που προορίζονται για επαγγελματική χρήση».

2. Οι διατάξεις του άρθρου 56 του ν. 1041/1980 (ΦΕΚ Α' 75) εφαρμόζονται αναλόγως και για την καταχώρηση στο μητρώο αεροσκαφών πράξεων μεταβίβασης ή υποθήκευσης των αεροσκαφών που αναφέρονται στην περίπτωση Β' της παραγράφου 1 του άρθρου 12 του ν. 820/1978.

Άρθρο 8.

Επιβράβευση ειλικρίνειας

1. Αν μετά τη διενέργεια του ελέγχου, ο οποίος διενεργείται κατά τις διατάξεις των παρ.2 και 4 του άρθ. 50 του ν.δ.3323/55, κρίνονται ειλικρινείς οι δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και των άλλων συναφών φορολογικών αντικειμένων που έχουν υποβληθεί εμπρόθεσμα από τους υποχρέους, παρέχονται σε αυτούς τα ακόλουθα δικαιώματα :

α) μείωσης του φόρου μέχρι 200.000 δρχ. για κάθε οικονομικό έτος για το οποίο οι δηλώσεις κρίνονται ειλικρινείς. Το ποσό αυτό υπολογίζεται σε ποσοστό 10% του κύριου φόρου εισοδήματος που αναλογεί επιμεριστικά στα εισοδήματα που απέκτησε ο δικαιούχος από την άσκηση εμπορικής επιχείρησης ή ελευθέριου επαγγέλματος.

Για τον καθορισμό του ποσού αυτού δεν υπολογίζονται τα εισοδήματα που απέκτησε ο δικαιούχος τα οποία θεωρούνται ως εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις, κατά τις περιπτ. γ, ε και στ της παρ. 2 του άρθ. 31 του ν.δ. 3323/55 καθώς και αυτά που προέρχονται από πάγια περιοδική αμοιβή δικηγόρου ή ιατρού και έχουν την ειδική μείωση του τρίτου εδ. της παρ. 2 του άρθ. 4 του ν.δ. 3323/55 . Προκειμένου για ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες και συνεταιρισμούς για τον καθορισμό του ποσού που ορίζεται στην περίπτωση αυτή, λαμβάνεται υπόψη ο κύριος φόρος που αναλογεί στα μη διανεμόμενα κέρδη.

β) Εφάπαξ χρηματοδότηση από τις εμπορικές τράπεζες, ύστερα από αίτηση του δικαιούχου, η οποία εξετάζεται και κατά προτεραιότητα, μέχρι το ποσό των άμεσων και έμμεσων φόρων των τελών και εισφορών που προκύπτουν από τις δηλώσεις που υποβλήθηκαν από τους υποχρέους και κρίθηκαν ειλικρινείς. Η χρηματοδότηση αυτή παρέχεται με τους όρους που προβλέπονται κάθε φορά για τα μεσοπρόθεσμα βιοτεχνικά δάνεια, εκτός από την παροχή προσωπικής ή εμπράγματης ασφάλειας, αντί της οποίας παρέχεται εγγύηση του Δημοσίου.

2. Προκειμένου για τις ομόρρυθμες ετερόρρυθμες και περιορισμένης ευθύνης εταιρίες, τις κοινοπραξίες, κοινωνίες και αστικές εταιρίες κερδοσκοπικού χαρακτήρα, η μείωση του φόρου παρέχεται στα φυσικά πρόσωπα που είναι μέλη τους και η χρηματοδότηση στο νομικό πρόσωπο ή στην ένωση προσώπων, εφόσον τόσο οι δηλώσεις του νομικού προσώπου ή της ένωσης προσώπων, όσο και εκείνες των μελών τους κρίνονται ειλικρινείς.

3. Στις περιπτώσεις έκδοσης φύλλου ελέγχου κατά την παρ. 2 του άρθ. 51 του ν.δ. 3323/55, καταλογίζεται σε βάρος του δικαιούχου ολόκληρο το ποσό της κατά την παρ. 1 μείωσης του φόρου ,εφόσον αυτό εισπράχτηκε από το δικαιούχο.

4. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζεται η διαδικασία εφαρμογής των διατάξεων της παρ. 1 του άρθ. αυτού, καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια που είναι αναγκαία.

Άρθρο 9.

Τεκμήρια βιωσιμότητας

1. Στο ν.δ. 3323/1955 προσθέτεται, μετά το άρθρο 33α, άρθρο με αριθμό 33β, το οποίο έχει ως εξής:

Άρθρο 33β.

Τεκμήριο βιωσιμότητας εμπορικής επιχείρησης.

1.Αν το δηλούμενο ποσό εισοδήματος από την άσκηση ατομικής επιχείρησης, όπως αυτό προκύπτει σύμφωνα με τις διατάξεις των περιπτώσεων β' και γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 33α του παρόντος, είναι μικρότερο από τις τετρακόσιες πενήντα χιλιάδες (450.000) δραχμές, η διαφορά προσαυξάνει το εισόδημα που δηλώνεται, ως προερχόμενο από την επιχείρηση αυτή και ο φόρος που οφείλεται, με βάση την οικεία δήλωση του υπόχρεου, υπολογίζεται στο συνολικό εισόδημα του που προκύπτει με αυτόν τον τρόπο.

2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν εφαρμογή εφόσον ο υπόχρεος ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα πάνω από πέντε (5) χρόνια και σε πόλη με πληθυσμό πάνω από δέκα χιλιάδες (10.000) κατοίκους, σύμφωνα με την τελευταία απογραφή ή σε πόλεις με πληθυσμό από δέκα χιλιάδες (10.000) κατοίκους και κάτω, εφόσον στην περίπτωση αυτή ο υπόχρεος διατηρεί ένα τουλάχιστον υποκατάστημα σε άλλη πόλη. Για τον υπολογισμό της πενταετίας, ως πρώτο έτος θεωρείται το επόμενο εκείνου μέσα στο οποίο ο φορολογούμενος υπέβαλε για πρώτη φορά δήλωση έναρξης άσκησης επαγγέλματος.

Σε περίπτωση που δεν έχει υποβληθεί τέτοια δήλωση ή έχει υποβληθεί εκπρόθεσμα, μετά την πάροδο εξάμηνου από την πραγματική έναρξη άσκησης του επαγγέλματος, οι προηγούμενες διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα έτη άσκησης του επαγγέλματος από τον υπόχρεο. Για την εφαρμογή αυτής της παραγράφου η περιοχή της τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης θεωρείται ως μία πόλη.

3.Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται και όταν το εισόδημα προέρχεται από συμμετοχή, κατά ποσοστό πενήντα τα εκατό (50%) και πάνω, αθροιστικά λαμβανόμενο, σε μια ή περισσότερες ομόρρυθμες ή ετερόρρυθμες εταιρίες ή κοινοπραξίες ή κοινωνίες ή αστικές εταιρίες που ασκούν επιχείρηση. Αν το ποσοστό συμμετοχής του φορολογουμένου σ' αυτές είναι μικρότερο από 50%, αθροιστικά λαμβανόμενο, το ποσό που ορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού περιορίζεται ανάλογα. Αυτό ισχύει και σε περίπτωση που από πράξη προσδιορισμού αποτελεσμάτων, η οποία εκδίδεται κατά τις διατάξεις του άρθρου 1βα, προκύπτει ότι στον εταίρο αναλογεί εισόδημα κατώτερο από εκείνο που πρέπει να δηλωθεί, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παράγραφο αυτή.

4.Αν ο φορολογούμενος δηλώνει εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και από εμπορικές επιχειρήσεις, τα ποσά που ορίζονται στις παραγράφους 1 και 3 αυτού του άρθρου περιορίζονται στο μισό, εφόσον το καθαρό εισόδημα που προέρχεται από μισθωτές υπηρεσίες είναι ίσο ή ανώτερο από τις 450.000 δραχμές.

5. Τα ποσά που οφείλονται με βάση τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος του υπόχρεου, για φόρους, τέλη και εισφορές που συμβεβαιώνονται με αυτή, προσδιορίζονται με βάση τα ποσά του εισοδήματος ή του φόρου, κατά περίπτωση, που προκύπτουν από την εφαρμογή του παρόντος.

6.Ο προσδιορισμός του εισοδήματος, κατά τις διατάξεις αυτού του άρθρου, δεν αποκλείει το φορολογικό έλεγχο, ούτε τον κατά τις ισχύουσες διατάξεις λογιστικό ή εξωλογιστικό προσδιορισμό εισοδήματος μεγαλύτερου από αυτό που πρέπει να δηλωθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού.

7.Οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν εφαρμόζονται για τα καθαρά κέρδη που αποκτούν οι δικαιούχοι, τα οποία προσδιορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 περίπτωση α' του άρθρου 36α».

2. Στο ν.δ. 3323/1955 προσθέτεται, μετά το άρθρο 47, άρθρο με αριθμό 47α, το οποίο έχει ως εξής:

Άρθρο 47α.

Τεκμήριο βιωσιμότητας ελευθέριου επαγγέλματος.

1. Σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα από τον κατά το άρθρο 47 τεκμαρτό προσδιορισμό, αν το δηλούμενο ποσό εισοδήματος από την ατομική άσκηση ενός από τα ακόλουθα ελευθέρια επαγγέλματα:

α) του ιατρού, οδοντίατρου, δικηγόρου, συμβολαιογράφου, εκτελεστού μουσικών έργων ή καλλιτέχνη των κέντρων διασκέδασης που έχουν καταταγεί αγορανομικώς στην Α' ή σε ανώτερη από αυτή την κατηγορία, φυσιοθεραπευτική, δημοσιογράφου, συμβούλου επιχειρήσεων, ιδιοκτήτη ή διευθυντή φορολογικού ή λογιστικού γραφείου,

β) κτηνίατρου, άμισθου υποθηκοφύλακα, δικαστικού επιμελητή, καθηγητή ή δασκάλου, γεωπόνου, δασολόγου.

Είναι μικρότερο από τις 550.000 δραχμές, για τους αναφερόμενους στην α' περίπτωση ή από τις 450.000 δραχμές, για τους αναφερόμενους στη β' περίπτωση, η διαφορά προσαυξάνει το εισόδημα που δηλώνεται, ως προερχόμενο από την άσκηση του ελευθέριου επαγγέλματος και ο φόρος που οφείλεται, με βάση την οικεία δήλωση του υπόχρεου, υπολογίζεται στο συνολικό εισόδημα του που προκύπτει με αυτόν τον τρόπο.

2. Αν ο φορολογούμενος δηλώνει εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και από την άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος, τα ποσά που ορίζονται στην προηγούμενη παράγραφο περιορίζονται στο μισό, εφόσον το καθαρό εισόδημα που προέρχεται από μισθωτές υπηρεσίες είναι ίσο ή ανώτερο από τις 450.000 ή τις 550.000 δραχμές, κατά περίπτωση.

3. Οι διατάξεις των παραγράφων 2, 3, 5 και 6 του άρθρου 33β εφαρμόζονται ανάλογα και στις περιπτώσεις αυτού του άρθρου.

4. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν εφαρμόζονται για το καθαρό εισόδημα που αποκτούν οι δικαιούχοι από αμοιβές που τους καταβάλλονται από το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα 12 Ν. 1591/1986 -ΦΕΚ Α 50/24.4.1986 δημόσιου δικαίου και τα κρατικά νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, από την παροχή υπηρεσιών με μίσθωση έργου.

5.Οι διατάξεις του άρθρου 47 δε θίγονται από τις διατάξεις αυτού του άρθρου».

3. Η προσαύξηση του εισοδήματος από την άσκηση εμπορικής επιχείρησης ή ελευθέριου επαγγέλματος κατά την παρ. 1 τω άρθ. 33 β και 47 α του ν.δ. 3323/55, όπως ισχύουν, μπορεί να αμφισβητηθεί από το φορολογούμενο ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, εφόσον από λόγους που ανάγονται αποκλειστικά στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης ή άσκησης του επαγγέλματος προέκυψε εισόδημα μικρότερο από το παραπάνω ποσό. Δε συνιστούν και δεν αποδεικνύουν τέτοιους λόγους μόνες οι εγγραφές στα τηρούμενα βιβλία του φορολογουμένου. <Η επίκληση των λόγων αυτών, καθώς και η προσαγωγή των σχετικών αποδεικτικών στοιχείων γίνεται με την προσφυγή η οποία ασκείται από τον φορολογούμενο, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου του οικείου οικονομικού έτους. Αν ο φορολογούμενος λάβει το εκκαθαριστικό σημείωμα μετά τις 31 Δεκεμβρίου του οικείου οικονομικού έτους, η προσφυγή ασκείται μέσα στις προθεσμίες που ορίζονται στο άρθ. 17 του ν. 4125/60.

Ισχυρισμοί που δεν περιέχονται στην προσφυγή αυτή δεν μπορούν να προβληθούν παραδεκτώς ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού πρωτοδικείου, εκτός αν η όψιμη προβολή τους κρίνεται από το διοικητικό πρωτοδικείο αποχρώντως δικαιολογημένη>. (Τα εδ. τρίτο, τέταρτο και πέμπτο αντικαταστάθηκαν ως άνω από την Ε. 7057/86 αποφ. Υπ. Οικονομικών, που κυρώθηκε από το εδ. ε της παρ.1 άρθ. 48 ν. 1731/87 (ΦΕΚ Α 161)). <Σε περιπτώσεις που προδήλως προκύπτει η αλήθεια των ισχυρισμών που στηρίζουν στους λόγους που αναφέρονται στο πρώτο εδ. αυτής της παρ., ο αρμόδιος οικονομικός έφορος δύναται, με ειδικά αιτιολογημένη πράξη του, να υπολογίζει τα οφειλόμενα ποσά φόρου με βάση τα ποσά των εισοδημάτων που αναγράφονται στη δήλωση του φορολογουμένου.

Στις περιπτώσεις αυτές δεν αποκλείεται ο φορολογικός έλεγχος, ο οποίος διενεργείται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις>. (Τα μέσα σε < > δύο τελευταία εδ. προστέθηκαν από την παρ.4 άρθ. 6 ν. 1731/87 (ΦΕΚ Α 161) Σύμφωνα δε με το εδ. β άρθ. 64 άνω ν. 1731/87 οι διατάξεις των άνω δύο εδ. ισχύουν από το οικ. έτος 1987 για τα εισοδήματα που αποκτήθηκαν από 1 Ιαν. 1986 και μετά).

4.Οι διατάξεις της προηγούμενης παρ., εφαρμόζονται ανάλογα και στην περίπτωση του τελευταίου εδ. της παρ. 1 του άρθ. 19 του ν.δ.3323/55

Άρθρο 10.

Αφορολόγητα ποσά μερισμάτων. Κέρδη ή ζημίες από πώληση χρεογράφων.

1. Τα τρία τελευταία εδάφια της περίπτωσης α' της παραγράφου 1 του άρθρου 10 του α.ν. 148/1967 (ΦΕΚ Α’ 173) αντικαθίστανται ως εξής:

«Στους δικαιούχους των πιο πάνω μερισμάτων παρέχεται αφορολόγητο ποσό τριάντα χιλιάδων (30.000) δραχμών το χρόνο για κάθε μέτοχο για τα μερίσματα που εισπράττει από την ίδια ανώνυμη εταιρία. Το αφορολόγητο ποσό για κάθε μέτοχο δεν μπορεί να ξεπεράσει συνολικά τις εκατόν είκοσι χιλιάδες (120.000) δραχμές, όταν τα μερίσματα προέρχονται από περισσότερες ανώνυμες εταιρίες.

Για τον υπολογισμό του παρακρατούμενου φόρου, σύμφωνα με τα πιο πάνω, η έκπτωση του αφορολόγητου ποσού για μερίσματα που προέρχονται από μετοχές ονομαστικές γίνεται από την ανώνυμη εταιρία κατά την καταβολή ή πίστωση των μερισμάτων στους μετόχους, εφόσον ο μέτοχος που εισπράττει το μέρισμα δηλώσει με υπεύθυνη δήλωση του στην εταιρία 13 Ν. 1591/1986 -ΦΕΚ Α 50/24.4.1986 ότι δεν έχει απαλλαγεί από την προείσπραξη του φόρου, με βάση τη διάταξη αυτή, κατά την είσπραξη μερισμάτων ονομαστικών μετοχών, από άλλες ανώνυμες εταιρίες που αναφέρονται στην ίδια χρήση για ποσό μερισμάτων μεγαλύτερο από εκατόν είκοσι χιλιάδες (120.000) δραχμές, στο οποίο περιλαμβάνεται και το αφορολόγητο ποσό που ζητάει ο μέτοχος με τη δήλωση του αυτή.

Προκειμένου για μερίσματα που προέρχονται από μετοχές ανώνυμες, ο υπολογισμός του παρακρατούμενου φόρου από την εταιρία θα γίνεται χωρίς καμιά έκπτωση αφορολόγητου ποσού. Η έκπτωση των αφορολόγητων ποσών 30.000 ή 120.000 δραχμές, κατά περίπτωση, θα ενεργείται από την αρμόδια οικονομική εφορία κατά την εκκαθάριση της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, που υποβάλλεται από το μέτοχο. αφού συμπεριλάβει στη δήλωση του και τα ποσά των μερισμάτων από τυχόν ονομαστικές μετοχές που κατέχει εισηγμένες στο Χρηματιστήριο, που αναφέρονται στην ίδια χρήση, προκειμένου να προσδιοριστεί το ύψος του αφορολόγητου ποσού που δικαιούται να λάβει ο μέτοχος για τα μερίσματα των ανώνυμων μετοχών.

Η πιο πάνω παρεχόμενη έκπτωση του αφορολόγητου ποσού θα ενεργείται σε κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα αν ο μέτοχος επιθυμεί ή όχι να φορολογηθεί με τις γενικές διατάξεις φορολογίας εισοδήματος φυσικών ή νομικών προσώπων.

2.Η παράγραφος 4 του άρθρου 8 του ν.δ. 608/1970 (ΦΕΚ Α' 170) αντικαθίσταται ως ακολούθως:

«4.Τα εισπραττόμενα μέχρι του συνολικού ποσού δραχμών εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) μερίσματα κάθε χρόνο από τους μετόχους μιας ή περισσότερων εταιριών επενδύσεων — χαρτοφυλακίου απαλλάσσονται του φόρου εισοδήματος. Κατά τον υπολογισμό του απαλλασσόμενου συνολικού ποσού μερισμάτων συμπεριλαμβάνονται και τα ποσά μερισμάτων τα απαλλαγέντα από το φόρο με βάση τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 10 του α.ν. 148/1967. Η απαλλαγή αφορά το μέρισμα ολόκληρης της χρήσεως, εφόσον οι μετοχές ήταν εισηγμένες στο Χρηματιστήριο μέσα στην αυτή χρήση, για χρονικό διάστημα τουλάχιστον εκατόν είκοσι (120) ημερών. Σε διαφορετική περίπτωση το μέρισμα φορολογείται ολόκληρο.

Για τον υπολογισμό του παρακρατούμενου φόρου στα καταβαλλόμενα αυτά μερίσματα, η έκπτωση του πιο πάνω απαλλασσόμενου ποσού θα ενεργείται, για μεν τα μερίσματα που προέρχονται από μετοχές ονομαστικές, από την καταβάλλουσα εταιρία επενδύσεων - χαρτοφυλακίου, κατόπιν υποβολής από το μέτοχο υπεύθυνης δήλωσης για το αφορολόγητο ποσό που τυχόν δικαιώθηκε κατά την είσπραξη μερισμάτων ονομαστικών μετοχών από άλλες ανώνυμες εταιρίες, για δε τα μερίσματα από μετοχές ανώνυμες, από την αρμόδια οικονομική εφορία κατά την εκκαθάριση της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος που υποβάλλεται από το μέτοχο, εφαρμοζομένων ανάλογα των αναφερομένων στην περίπτωση α' της παραγράφου 1 του άρθρου 10 του α.ν. 148/1967».

3.Η παράγραφος 4 του άρθρου 25 του ν.δ. 608/1970 αντικαθίσταται ως ακολούθως:

«4. Κέρδη διανεμόμενα σε μεριδιούχους απαλλάσσονται του φόρου εισοδήματος, καθώς και κάθε άλλου φόρου, τέλους χαρτοσήμου, εισφοράς, δικαιώματος ή οποιασδήποτε άλλης επιβάρυνσης υπέρ του Δημοσίου ή τρίτου μέχρι του ποσού των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000), δραχμών ετησίως κατά μεριδιούχο.

Για να τύχει απαλλαγής από την παρακράτηση φόρου ο μεριδιούχος, θα πρέπει να δηλώσει με υπεύθυνη δήλωση του στην Α.Ε. Διαχειρίσεως, αν κατά την αυτή χρήση έτυχε όμοιας απαλλαγής από άλλο αμοιβαίο κεφάλαιο, καθώς και το ποσό αυτής ή αν έτυχε ανάλογης απαλλαγής με βάση τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 10 του α.ν. 148/1967. Απαλλάσσονται οι μεριδιούχοι της υποχρέωσης υποβολής υπεύθυνης δήλωσης, αν τα λαμβανόμενα από καθένα μεριδιούχο κέρδη από το αμοιβαίο κεφάλαιο δεν υπερβαίνουν το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) δραχμών».

4. Στο μέτοχο που έχει μερίσματα από μετοχές ανώνυμες εισηγμένες στο Χρηματιστήριο και ζητεί την έκπτωση με τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος του αφορολόγητου ποσού για τα μερίσματα αυτά, επιβάλλεται πρόστιμο από δραχμές δέκα χιλιάδες (10.000) έως διακόσιες χιλιάδες (200.000), στην περίπτωση που δε θα συμπεριλάβει στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος το συνολικό ποσό των μερισμάτων από ονομαστικές μετοχές εισηγμένες στο Χρηματιστήριο ή των κερδών από αμοιβαία κεφάλαια, για τα οποία έχει τύχει της προβλεπόμενης από το νόμο έκπτωσης αφορολόγητου ποσού, με βάση την υπεύθυνη δήλωση που υπέβαλε στις εταιρίες κατά την είσπραξη των εισοδημάτων αυτών. Για την επιβολή και τη διαδικασία βεβαίωσης του πρόστιμου εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του άρθρου 40 του ν. 820/1978.

5. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται για τα μερίσματα ή τα κέρδη από αμοιβαία κεφάλαια που αποκτούν οι δικαιούχοι από 1 Ιανουαρίου 1986 και μετά.

6.Τα εδάφια δεύτερο και τρίτο της παραγράφου 4 του άρθρου 10 του α.ν. 148/1967 αντικαθίστανται ως εξής:

«Η απαλλαγή των κερδών παρέχεται με την προϋπόθεση ότι τα κέρδη εμφανίζονται σε λογαριασμό ειδικού αποθεματικού με προορισμό το συμψηφισμό τυχόν ζημιών που θα προκύψουν στο μέλλον από την πώληση χρεογράφων. Τα κέρδη αυτά φορολογούνται σε περίπτωση διανομής ή διάλυσης της επιχείρησης. Αν σε μια διαχειριστική χρήση προκύψει ζημία από πώληση χρεογράφων, το τυχόν υπόλοιπο της ζημίας που απομένει μετά το συμψηφισμό με τα εμφανιζόμενα στο ειδικό αποθεματικό κέρδη ή ολόκληρο το ποσό της ζημίας, αν δεν υφίσταται ειδικός λογαριασμός αποθεματικού, μεταφέρεται σε ειδικό λογαριασμό του ενεργητικού και δεν εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα της επιχείρησης. Το ποσό αυτό θα συμψηφισθεί με κέρδη που τυχόν θα προκύψουν στο μέλλον από πώληση χρεογράφων».

7. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται στις πωλήσεις χρεογράφων που πραγματοποιούνται από 1 Ιανουαρίου 1986 και μετά.

Άρθρο 11.

Παράταση και επέκταση εφαρμογής διατάξεων του ν.δ. 1297/1972

1.Η προθεσμία του άρθρου 1 του ν.δ. 1297 1972 (ΦΕΚ Α' 217) η οποία έληξε την 31 Δεκεμβρίου 1985, παρατείνεται από τότε που έληξε έως 31 Δεκεμβρίου·1987.

2. Οι διατάξεις του άρθρου 10 του ν δ. 1297/1972 εφαρμόζονται αναλόγως, αφότου ίσχυσαν, και επί των ευεργετημάτων του ν 849/1978 (ΦΕΚ Α' 232), του ν. 1116/1981 (ΦΕΚ Α 8) και του ν. 1262/1982 (ΦΕΚ Α' 70) για τις μετατρεπόμενες ή συγχωνευόμενες επιχειρήσεις.

3. Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του ν.δ. 1297/1972 προσθέτεται νέο εδάφιο που έχει ως εξής:

«Εισφορά βιομηχανικού κλάδου αποτελεί και η εισφορά σε ανώνυμη εταιρία μιας ή περισσότερων εργοστασίων μονάδων, με την προϋπόθεση ότι αποτελεί τεχνικοοικονομικό σύνολο που μπορεί να λειτουργήσει αυτοτελώς».

Άρθρο 12.

Κατάργηση απαλλαγών

1.Η διαφορά που προκύπτει μεταξύ του γενικού και του ειδικού τρόπου υπολογισμού του φορολογούμενου εισοδήματος ή του φόρου, κατά περίπτωση, από την εφαρμογή ειδικών διατάξεων, που αναφέρονται είτε

α) σε ειδικές εκπτώσεις ή απαλλαγές των καθαρών εισοδημάτων που προκύπτουν από ακίνητα από κινητές αξίες, από την άσκηση επιχείρησης ή επαγγέλματος, από αμοιβές για την παροχή εξαρτημένης εργασίας, από συντάξεις, από αμοιβές για την παροχή υπηρεσιών με σχέση μίσθωσης έργου ή ανεξάρτητων υπηρεσιών είτε

β) σε ειδικές μειώσεις του φόρου που αναλογεί, στα εισοδήματα των φυσικών και των νομικών προσώπων μειώνεται ως εξής :

α) κατά ποσοστό 20% από τη χρήση 1986,

β) κατά ποσοστό 40% κατά τη χρήση 1987,

γ) κατά ποσοστό 60% κατά τη χρήση 1988,

δ) κατά ποσοστό 80% κατά τη χρήση 1989,

ε) κατά ποσοστό 100% κατά τη χρήση 1990.

2. Κατ’ εξαίρεση διατηρούνται σε ισχύ οι απαλλαγές που προβλέπονται από νομοθετήματα που αναφέρονται :

α) σε οποιοδήποτε φορέα από αυτούς που ορίζονται στην παρ. 6 του άρθ. 1 του ν. 1256/82 (ΦΕΚ Α 65).

β) στην προστασία του εθνικού νομίσματος.

γ) στην προστασία της κεφαλαιαγοράς, γενικώς,

δ) σε αναπτυξιακούς χώρους

ε) σε συμβάσεις που έχουν κυρωθεί με ν.

στ) στις διατάξεις των άρθ. 7 του ν.δ. 3323/55 και 6 του ν.δ. 3843/58,

3. Επίσης διατηρείται ο ειδικός τρόπος υπολογισμού του φόρου σε εισοδήματα από αμοιβές που καταβάλλονται σε ξένο νόμισμα.

Διαδικαστικές διατάξεις

Άρθρο 13.

Διαδικαστικές διατάξεις.

Τα δυο τελευταία εδάφια της περίπτωσης α' της παραγράφου 1 του άρθρου 41 του ν. 820/1978 αντικαθίστανται και στο τέλος της παραγράφου αυτής προσθέτονται δυο νέα εδάφια, ως εξής:

«Δεν απαιτείται η προσκόμιση του πιο πάνω πιστοποιητικού, αν ο μεταβιβάζων υποβάλει στον αρμόδιο για τη φορολογία του εισοδήματος του οικονομικό έφορο υπεύθυνη δήλωση, στην οποία θα βεβαιώνει ότι το μεταβιβαζόμενο ακίνητο δεν απέφερε εισόδημα κατά το χρόνο που ήταν κύριος, επικαρπωτής ή νομέας αυτού και πάντως όχι πέραν των πέντε ετών από το χρόνο της μεταβίβασης. Η πιο πάνω δήλωση υποβάλλεται σε δυο αντίγραφα, από τα οποία το ένα επιστρέφεται θεωρημένο στο μεταβιβάζοντα».

«Το πιο πάνω πιστοποιητικό ή η υπεύθυνη δήλωση, κατά περίπτωση, μνημονεύονται στο σχετικό συμβόλαιο.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται ο τύπος και το περιεχόμενο του πιστοποιητικού και της υπεύθυνης δήλωσης, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια, που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του άρθρου αυτού».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'

ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

Ι. Φορολογία μεταβίβασης ακινήτων.

Άρθρο 14.

Απαλλαγή από το φόρο για αγορά πρώτης κατοικίας.

1. Οι παράγραφοι 2 και 14 του άρθρου 1 του ν. 1078/1980 (ΦΕΚ Α' 238) «περί απαλλαγής εκ του φόρου μεταβίβασης ακινήτων της αγοράς πρώτης κατοικίας κλπ», όπως ισχύει, αντικαθίστανται ως εξής:

«2.Η απαλλαγή που προβλέπεται από την προηγούμενη παράγραφο παρέχεται για ποσό αγοραίας αξίας οικίας ή διαμερίσματος μέχρι τριών εκατομμυρίων (3.000.000) δραχμών. Το ποσό αυτό προσαυξάνεται κατά οκτακόσιες χιλιάδες (800.000) δραχμές για καθένα από τα τρία πρώτα παιδιά του αγοραστή, που αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο και κατά ένα εκατομμύριο πεντακόσιες χιλιάδες (1.500.000) δραχμές για το τέταρτο και επόμενα παιδιά του.

Εφόσον η οικία ή το διαμέρισμα βρίσκεται εκτός της διοικητικής περιφέρειας των νομών Αττικής και Θεσσαλονίκης, η απαλλασσόμενη κατά τα προηγούμενα εδάφια αξία προσαυξάνεται κατά ποσοστό δέκα τα εκατό (10%).

Προκειμένου για αγορά οικοπέδου, η απαλλαγή παρέχεται για ποσό της αξίας αυτού μέχρι εννιακοσίων χιλιάδων (900.000) δραχμών, εφόσον το οικόπεδο βρίσκεται στη διοικητική περιφέρεια οποιουδήποτε νομού της χώρας, εκτός των νομών Αττικής και Θεσσαλονίκης και για ποσό μέχρι επτακοσίων, χιλιάδων (700.000) δραχμών, εφόσον το οικόπεδο βρίσκεται στη διοικητική περιφέρεια των δύο αυτών νομών».

«14. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και κατά την αγορά πρώτης κατοικίας από ενήλικους αγάμους, με εξαίρεση τα σπουδάζοντα τέκνα των προσώπων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου. Στην περίπτωση αυτή η απαλλαγή παρέχεται για ποσό αγοραίας αξίας οικίας ή διαμερίσματος μέχρι δύο εκατομμυρίων (2.000.000) δραχμών ή μέχρι επτακοσίων χιλιάδων (700.000) δραχμών προκειμένου για αγορά οικοπέδου».

2. Στην παράγραφο 5 του άρθρου 1 του ν. 1078/1980 (ΦΕΚ Α' 238) προστίθεται εδάφιο τέταρτο, που έχει ως εξής:

«Ωσαύτως, δεν παρέχεται απαλλαγή σε πρόσωπα που απαλλάχθηκαν από το φόρο κληρονομιάς για απόκτηση πρώτης κατοικίας».

3. Στο άρθρο 1 του ν. 1078/1980 προστίθεται παράγραφος 15, η οποία έχει ως εξής:

«15.Σε περίπτωση που ο αγοραστής ή η σύζυγος του ή τα τέκνα τους της παραγράφου 1 έχουν δικαίωμα πλήρους κυριότητας ή επικαρπίας ή οίκησης σε διαμέρισμα ή διαμερίσματα, θεωρείται ότι καλύπτονται οι κατά την παράγραφο αυτή στεγαστικές ανάγκες, αν το συνολικό εμβαδόν του διαμερίσματος ή των διαμερισμάτων αυτών είναι:

α) για ένα άτομο 35 τετραγωνικά μέτρα και β) για δύο άτομα 60 τετραγωνικά μέτρα, προσαυξανόμενα κατά 12 τετραγωνικά μέτρα για καθένα επιπλέον άτομο».

Άρθρο 15.

Απαλλαγή γεωργικών και κτηνοτροφικών εκτάσεων.

Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 13 του ν. 634/1977 (ΦΕΚ Α' 186) αντικαθίσταται ως εξής:

«2.Συμβάσεις αγοράς κυριότητας γεωργικών και κτηνοτροφικών εκτάσεων, μαζί με τις εγκαταστάσεις τους, που εξυπηρετούν αποκλειστικά την εκμετάλλευση τους, εφόσον η κατά στρέμμα αγοραία αξία τους δεν υπερβαίνει τις διακόσιες πενήντα χιλιάδες (250.000) δραχμές, απαλλάσσονται από το φόρο μεταβίβασης ακινήτων για το μέχρι εκατόν είκοσι πέντε χιλιάδες (125.000) δραχμές τμήμα της κατά στρέμμα αγοραίας αξίας τους και μέχρι εμβαδού 40 στρεμμάτων συνολικά για κάθε αγοραστή, είτε αυτές συντελούνται με μία είτε με περισσότερες συμβολαιογραφικές πράξεις».

II. Φορολογία κληρονομιών — δωρεών — γονικών παροχών.

Άρθρο 16.

Απαλλαγή γεωργικών - κτηνοτροφικών εκτάσεων.

1. Οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 40 του ν. 814/1978 (ΦΕΚ Α' 144) αντικαθίστανται ως ακολούθως:

«1.Δε φορολογείται το μέχρι 100.000 δραχμές τμήμα της στρεμματικής αγοραίας αξίας γεωργικών ή κτηνοτροφικών εκτάσεων μαζί με τις εγκαταστάσεις τους που εξυπηρετούν αποκλειστικά την εκμετάλλευση τους, οι οποίες αποκτώνται αιτία θανάτου, εφόσον η κατά στρέμμα αγοραία αξία δεν υπερβαίνει τις 250.000 δραχμές και μέχρι 40 στρέμματα συνολικά, για κάθε κληρονόμο ή κληροδόχο, εάν:».

2. Η προθεσμία των δώδεκα (12) ετών, που αναφέρεται στο άρθρο 40 του ν. 814/1978, ορίζεται σε δεκαπέντε(15) έτη.

Απαλλαγή από το φόρο αιτία θανάτου κτήσης της πρώτης κατοικίας 18 Ν. 1591/1986 -ΦΕΚ Α 50/24.4.1986

Άρθρο 17.

«1.Οικία ή διαμέρισμα, που αποκτάται αιτία θανάτου από σύζυγο ή τέκνα του κληρονομούμενου κατά πλήρη κυριότητα, απαλλάσσεται από το φόρο, εφόσον ο κληρονόμος ή κληροδόχος ή ο σύζυγος αυτού ή τα ανήλικα τέκνα τους δεν έχουν δικαίωμα πλήρους κυριότητας ή επικαρπίας ή οίκησης σε άλλη οικία ή διαμέρισμα που πληροί τις στεγαστικές ανάγκες της οικογένειάς τους ή δικαίωμα πλήρους κυριότητας επί οικοπέδου οικοδομήσιμου ή επί ιδανικού μεριδίου οικοπέδου, στα οποία αντιστοιχεί εμβαδόν κτίσματος που πληροί τις στεγαστικές τους ανάγκες και βρίσκονται σε δήμο ή κοινότητα με πληθυσμό άνω των τριών χιλιάδων (3.000) κατοίκων.

«Η κατά το προηγούμενο εδάφιο απαλλαγή παρέχεται για ποσό αγοραίας αξίας οικίας ή διαμερίσματος μέχρι σαράντα δύο χιλιάδες (42.000) ευρώ για κάθε κληρονόμο ή κληροδόχο. Το ποσό αυτό προσαυξάνεται κατά είκοσι μία χιλιάδες (21.000) ευρώ για το σύζυγο και καθένα από τα δύο πρώτα παιδιά του κληρονόμου ή κληροδόχου και κατά είκοσι τρεις χιλιάδες (23.000) ευρώ για το τρίτο και καθένα από τα επόμενα τέκνα του, εφόσον στον δικαιούχο κληρονόμο ή κληροδόχο περιέρχεται μία μόνο οικία ή ένα διαμέρισμα εξ ολοκλήρου και κατά πλήρη κυριότητα και όχι ποσοστό εξ αδιαιρέτου»

Για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών, η περιοχή της τέως Διοίκησης Πρωτεύουσας θεωρείται ως ένας δήμος.

Οι στεγαστικές ανάγκες καλύπτονται, αν το εμβαδόν της οικίας ή του διαμερίσματος είναι, για ένα άτομο, τριάντα πέντε (35) τ.μ. και για τους συζύγους, εβδομήντα (70) τ.μ., προσαυξανόμενα κατά δεκαπέντε (15) τ.μ. για καθένα από τα δύο πρώτα τέκνα τους και κατά είκοσι πέντε (25) τ.μ. για το τρίτο και καθένα από τα επόμενα τέκνα τους»

2.Το οικόπεδο ή το γήπεδο, στο οποίο βρίσκεται η αιτία θανάτου αποκτώμενη οικία η διαμέρισμα, πρέπει απαραιτήτως να είναι οικοδομήσιμο, να βρίσκεται μέσα σε εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο δήμου ή κοινότητας και τούτο να βεβαιώνεται από τις αρμόδιες υπηρεσίες, ή αν αυτές δεν υπάρχουν, από τον αρμόδιο δήμαρχο ή πρόεδρο της κοινότητας και με δική τους ευθύνη.

Προκειμένου περί οικισμών, που προϋπήρχαν του 1923, ή πόλεων ή χωρίων, στα οποία δεν υπάρχει εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο, η βεβαίωση του προηγούμενου εδ., ότι το οικόπεδο ή το γήπεδο επί του οποίου η οικία ή το διαμέρισμα είναι οικοδομήσιμο χορηγείται από τις ίδιες δημόσιες αρχές ή όργανα.

«3.Η απαλλαγή από το φόρο της κτήσης αιτία θανάτου παρέχεται μία μόνο φορά. Δεν απαλλάσσεται ο κληρονόμος ή ο κληροδόχος που έτυχε απαλλαγής από το φόρο μεταβίβασης ή γονικής παροχής για απόκτηση στέγης πριν από την κτήση αιτία θανάτου»

 4. «Η απαλλαγή παρέχεται με τον όρο ότι η οικία ή το διαμέρισμα θα παραμείνει στην κυριότητα του κληρονόμου ή κληροδόχου για μία τουλάχιστον πενταετία. Αν πριν από

την πάροδο της πενταετίας μεταβιβασθεί η οικία ή το διαμέρισμα ή συσταθεί σε αυτό οποιοδήποτε εμπράγματο δικαίωμα, εκτός από υποθήκη, ο κληρονόμος ή κληροδόχος έχει υποχρέωση, πριν από τη μεταβίβαση ή τη σύσταση του εμπράγματου δικαιώματος, να υποβάλει δήλωση και να καταβάλει εφάπαξ ολόκληρο το ποσό του φόρου που αναλογεί επιμεριστικά στην αξία του ακινήτου του χρόνου μεταβίβασης ή στο δηλούμενο τίμημα της μεταβίβασης, εφόσον αυτό είναι μεγαλύτερο της αξίας του ακινήτου, εκτός εάν ο φόρος που αναλογεί στην αξία του ακινήτου κατά το χρόνο της κτήσης αιτία θανάτου είναι μεγαλύτερος, οπότε καταβάλλεται ο μεγαλύτερος αυτός φόρος»

Πριν από την πάροδο πενταετίας απαγορεύεται να συνταχθεί συμβολαιογραφικό έγγραφο, με το οποίο να μεταβιβάζεται η κυριότητα ή να συνιστώνται εμπράγματα δικαιώματα εκτός από υποθήκη, σε οικία ή διαμέρισμα, που απαλλάχθηκε από το φόρο κληρονομίας κατά την παρ. 1 του παρόντος άρθ., αν δεν προσαρτηθεί από το συμβολαιογράφο, στο συμβόλαιο που θα συντάξει, βεβαίωση του αρμόδιου οικονομικού εφόρου ότι υποβλήθηκε δήλωση και καταβλήθηκε ολόκληρο το ποσό του φόρου που επιμεριστικά αναλογεί στην αξία του μεταβιβαζόμενου ακινήτου.

5. Αν παρασχέθηκε απαλλαγή χωρίς να συντρέχουν οι κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθ. προϋποθέσεις, σε βάρος του κληρονόμου (κληροδόχου) επιβάλλεται εκτός από το φόρο που αναλογεί στην αξία του ακινήτου του χρόνου διαπίστωσης της παράβασης και πρόσθετος φόρος που ορίζεται σε ποσοστό 100% αυτού.

6.Στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων παρ. του παρόντος άρθ. αν η αξία που απαλλάχθηκε από το φόρο αποτελεί τμήμα της συνολικής αξίας της οικίας ή του διαμερίσματος, ο κύριος και πρόσθετος φόρος επιβάλλεται στο τμήμα της αξίας, που προσδιορίζεται με βάση της σχέση της αξίας που απαλλάχθηκε προς τη συνολική αξία του χρόνου απαλλαγής.

7.Προκειμένου περί κτήσεως αιτία θανάτου οικίας ή διαμερίσματος, που απαλλάσσεται από το φόρο κληρονομίας κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθ, στην εμπρόθεσμη δήλωση κληρονομίας που υποβάλλεται από τον υπόχρεο πρέπει να διατυπώνεται ρητώς αίτημα για απαλλαγή από το φόρο για απόκτηση πρώτης κατοικίας και να γίνεται ρητή μνεία ότι η οικεία ή το διαμέρισμα δε θα μεταβιβασθεί ή επιβαρυνθεί με εμπράγματο δικαίωμα πλην υποθήκης, για μια πενταετία από την απόκτησή του. Η ρητή αυτή μνεία πρέπει να περιλαμβάνεται και στις πράξεις αποδοχής της κληρονομίας ή κληροδοσίας.

8.Στις υποθέσεις του άρθ. αυτού και για όσα θέματα δε ρυθμίζονται από αυτό, εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν.δ. 118/73, όπως ισχύουν.

9.Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται ο τρόπος διαπίστωσης των προϋποθέσεων για απαλλαγή κατά το άρθ. αυτό και τα δικαιολογητικά που είναι απαραίτητα γι αυτή καθώς και κάθε άλλη αναγκαία για την εφαρμογή του λεπτομέρεια.

Άρθρο 18.

Αρχικές πράξεις. 20 Ν. 1591/1986 -ΦΕΚ Α 50/24.4.1986

Η παράγραφος 2 του άρθρου 76 του ν.δ. 118/1973 (ΦΕΚ Α' 202) αντικαθίσταται, ως εξής:

«2. Δεν εκδίδεται πράξη εάν η δήλωση κρίθηκε ειλικρινής ή το ποσό του φόρου δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες (2.000) δραχμές, κατά κληρονομική μερίδα ή κληροδοσία».

Άρθρο 19.

Καταβολή του φόρου.

Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 8 του άρθρου 82 του ν.δ. 118/1973 αντικαθίσταται ως ακολούθως:

«8. Αν το σύνολο του φόρου που βεβαιώθηκε μαζί με τυχόν πρόσθετους υπέρ τρίτων φόρους είναι μέχρι και 100.000 δραχμές δεν απαιτείται ασφάλεια για την καταβολή του σε δόσεις, αν είναι πάνω από 100.000 δραχμές μέχρι και 500.000 δραχμές απαιτείται προσωπική εγγύηση αξιόχρεου κατά την κρίση του οικονομικού εφόρου προσώπου και αν είναι πάνω από 500.000 δραχμές απαιτείται εμπράγματη ασφάλεια ή εγγυητική επιστολή τράπεζας, αναγνωρισμένης στην Ελλάδα».

Άρθρο 20.

Παραγραφή.

Η παράγραφος 5 του άρθρου 102 του ν.δ. 118/1973 (ΦΕΚ Α' 202), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:

«5. Το δικαίωμα του Δημοσίου για την επιβολή και είσπραξη των φόρων, που προκύπτουν από την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος, σε υποθέσεις για τις οποίες η φορολογική υποχρέωση γεννήθηκε μέχρι και την 31.12.1962, θεωρείται παραγραμμένο.

Στις υποθέσεις αυτές δεν απαιτείται το πιστοποιητικό του οικονομικού εφόρου και του δημόσιου ταμείου, που προβλέπεται από τα άρθρα 105 και 112, αλλά, αντί γι' αυτό, μπορεί να προσκομίζεται:

α) προκειμένου για κτήσεις αιτία θανάτου, ληξιαρχική πράξη θανάτου, από την οποία να προκύπτει ότι ο θάνατος του κληρονομουμένου ή δωρητή αιτία θανάτου επήλθε μέχρι και την 31 Δεκεμβρίου 1962, καθώς και υπεύθυνη δήλωση του υπόχρεου ότι δεν συντρέχει περίπτωση μετάθεσης του χρόνου γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης,

β) προκειμένου για δωρεές εν ζωή και προίκες, αντίγραφο του οικείου συμβολαίου που συντάχθηκε μέχρι και την 31 Δεκεμβρίου 1962 ή βεβαίωση του συμβολαιογράφου που συνέταξε το συμβόλαιο, ότι αυτό συντάχθηκε μέχρι και την 31 Δεκεμβρίου 1962 και δε συντρέχει περίπτωση μετάθεσης του χρόνου γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ

ΕΜΜΕΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ

Ι. ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΧΑΡΤΟΣΗΜΟΥ

Άρθρο 21.

Αναπροσαρμογή πάγιων τελών χαρτοσήμου και άλλες διατάξεις.

1. Τα πάγια τέλη χαρτοσήμου, που προβλέπονται από τις διατάξεις του π.δ. της 28 Ιουλίου 1931 (ΦΕΚ 239) και άλλων νομοθετημάτων, αυξάνονται ως εξής:

α) Τα κάτω των δέκα (10) δραχμών σε δραχμές δέκα (10),

β) Τα δέκα (10) δραχμών και πάνω στο διπλάσιο.

Από την αύξηση αυτή εξαιρούνται τα τέλη χαρτοσήμου που προβλέπονται από τις κατωτέρω διατάξεις:

α) των άρθρων 15α παρ. 1, 25 και 28 του π.δ. της 28 Ιουλίου 1931,

β) της παραγράφου 4 του άρθρου 4 του ν.δ. 1146/ 1972 (ΦΕΚ 64),

γ) της παραγράφου 1 του άρθρου 13 του ν. 4045/ 1960 (ΦΕΚ 47),

δ) του άρθρου εικοστού πρώτου του ν. 4125/1960 (ΦΕΚ 202).

2. Η ισχύς των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου αρχίζει μετά 10 ημέρες από τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Εξαιρετικά, η αύξηση των τελών χαρτοσήμου, που προβλέπονται από τη διάταξη της παραγράφου 1 του τίτλου Γ' του άρθρου 18 του π.δ. της 28 Ιουλίου 1931, ισχύει από 1 Νοεμβρίου 1985.

3. Η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του ν.δ. 4535/1966 (ΦΕΚ 165) αντικαθίσταται ως εξής:

«2.Το τέλος της προηγούμενης παραγράφου οφείλεται και στα ακαθάριστα έσοδα των επιτηδευματιών, που προέρχονται από υποκείμενες σε τέλη χαρτοσήμου συναλλαγές, χωρίς να απαιτείται παράβαση των κείμενων διατάξεων για μη έκδοση ή για ανακριβή έκδοση τιμολογίων, αποδείξεων ή άλλων εγγράφων. Ως ακαθάριστα έσοδα για τον υπολογισμό του τέλους νοούνται αυτά που προσδιορίζονται για την επιβολή του φόρου εισοδήματος, χωρίς να απαιτείται και οριστικοποίηση αυτών με οποιονδήποτε τρόπο».

4. Η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 22 του ν. 12/1975 (ΦΕΚ 34) αντικαθίσταται ως εξής:

«2.Το τέλος της προηγούμενης παραγράφου οφείλεται και στα ακαθάριστα έσοδα των επιτηδευματιών, που προέρχονται από υποκείμενες σε τέλη χαρτοσήμου συναλλαγές, χωρίς να απαιτείται παράβαση των κείμενων διατάξεων για μη έκδοση ή για ανακριβή έκδοση τιμολογίων, αποδείξεων ή άλλων εγγράφων. Ως ακαθάριστα έσοδα για τον υπολογισμό του τέλους νοούνται αυτά που προσδιορίζονται για την επιβολή του φόρου εισοδήματος, χωρίς να απαιτείται και οριστικοποίηση αυτών με οποιονδήποτε τρόπο».

5.Οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 15δ του π.δ. της 21 Ιουλίου 1931 εφαρμόζονται αναλόγως και στις περιπτώσεις των παραπάνω παραγράφων 3 και 4 του άρθρου αυτού.

ΙΙ. ΦΟΡΟΣ ΚΥΚΛΟΥ ΕΡΓΑΣΙΩΝ

Κατάργηση διατάξεων

Άρθρο 22. 22 Ν. 1591/1986 -ΦΕΚ Α 50/24.4.1986

1. Η περιπτ. β του άρθ. 4 του ΑΝ 660/37 (ΦΕΚ 159) καταργείται.

2. Η δασμολογική κλάση 36.06 <Σπίρτα> της παρ. 8 του παραρτήματος 1 του ν. 1477/84 (ΦΕΚ 144) διαγράφεται.

3. Η ισχύς των διατάξεων του άρθ. αυτού αρχίζει από 22 Ιαν. 1986.

III. ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΘΕΑΜΑΤΩΝ ΕΙΔΙΚΩΝ ΦΟΡΩΝ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗΣ ΚΑΙ ΤΕΛΩΝ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Άρθρο 23.

Ατελής είσοδος στα δημόσια θεάματα.

Η· διάταξη του εδαφίου β' της περίπτωσης Β' της παραγράφου 2 του άρθρου 11 του ν. 2366/1953 «περί καταργήσεως φορολογικών απαλλαγών και εξαιρέσεων», όπως ισχύει, αντικαθίσταται, ως εξής:

«β. Δύο ιδιοκτήτες για κάθε εφημερίδα που εκδίδεται κάθε μέρα καθώς και τα μέλη της Ένωσης Δημοσιογράφων Ιδιοκτητών Περιοδικού Τύπου».

Αρθρο 24.

Επιβολή ειδικού φόρου κατανάλωσης στα παιγνιόχαρτα, στο αλάτι και άλλες διατάξεις

1. Επιβάλλεται φόρος με την ονομασία «ειδικός φόρος κατανάλωσης» στα παιγνιόχαρτα και στο αλάτι κάθε τύπου και είδους που κατασκευάζονται ή παράγονται στο εσωτερικό ή εισάγονται από το εξωτερικό ως εξής:

Α) Παιγνιόχαρτα δασμολογικής κλάσης 9704 Α:

α) από χαρτόνι ποσοστό 120%

β) από λοιπές ύλες ποσοστό 150%

Β) Αλάτι δασμολογικής κλάσης 2501 ΑΠ 6, (αλάτι καθαρισμένο επιτραπέζιο ή μη, ιωδιούχο) τυποποιημένο ή μη ποσοστό 15%.

2.Ως αξία για τον υπολογισμό του φόρου λαμβάνεται, για μεν τα εισαγόμενα από το εξωτερικό η φορολογητέα αξία των ειδών, για δε τα εγχωρίως παραγόμενα η τιμή πώλησης από τον κατασκευαστή ή παραγωγό χωρίς την προσθήκη καμίας άλλης επιβάρυνσης.

3. Υπόχρεος για την καταβολή του φόρου είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο εισάγει από την αλλοδαπή, παράγει ή κατασκευάζει στο εσωτερικό τα είδη της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού. 23 Ν. 1591/1986 -ΦΕΚ Α 50/24.4.1986

4.α) Η διαδικασία βεβαίωσης και είσπραξης του φόρου για τα εισαγόμενα από το εξωτερικό καθώς και οι περί αυτών αμφισβητήσεις διέπονται από τις διατάξεις της τελωνειακής και δασμολογικής νομοθεσίας που ισχύουν για τις φορολογίες εισαγωγής.

Οι διατάξεις περί τελωνειακών παραβάσεων και λαθρεμπορίας του ν. 1165/1918 «περί τελωνειακού κώδικα» εφαρμόζονται και επί παραβάσεων με αντικείμενο τον προαναφερόμενο φόρο.

β) Προκειμένου για τα κατασκευαζόμενα ή παραγόμενα είδη στο εσωτερικό ο φόρος εισπράττεται από τον κατασκευαστή ή παραγωγό των ειδών και αποδίδεται στο Δημόσιο κάθε μήνα με δήλωση. Όλα τα θέματα που αναφέρονται στην υποβολή και την επαλήθευση της δήλωσης και γενικά τη διαδικασία βεβαίωσης και είσπραξης του φόρου, περιλαμβανομένων και σε ό,τι αφορά τις προσαυξήσεις, την παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου, την άσκηση προσφυγών και ένδικων μέσων, διέπονται από τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά στη φορολογία κύκλου εργασιών.

5.Οι διατάξεις του άρθρου 18 του ν.δ. 4242/1962 (ΦΕΚ Α' 135) της παραγράφου 17 και του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 18 του άρθρου 7 του ν. 1160/1981 εφαρμόζονται ανάλογα και στους φόρους που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου αυτού.

6.Τα είδη της παραγράφου 1 απαλλάσσονται από το φόρο του παρόντος άρθρου όταν εξάγονται στο εξωτερικό απευθείας από τον παραγωγό ή κατασκευαστή ή από τρίτο ο οποίος τα αγόρασε αποδεδειγμένα από αυτόν.

7. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών που θα δημοσιευθούν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, θα ορίζεται η διαδικασία της απαλλαγής και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.

8.α) Καταργούνται οι διατάξεις των νόμων και διαταγμάτων κατά το μέρος εκείνο που αφορούν την εισαγωγή και διάθεση λεπτού χάρτου της δασμολογικής κλάσης ΕΧ 4818, του τσιγαρόχαρτου των δασμολογικών κλάσεων 4801 Β και 4810 και την εισαγωγή της σακχαρίνης της δασμολογικής κλάσης ΕΧ 29.26.ΑΙ του κοινού δασμολογίου.

β) Με αποφάσεις του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων θα καθορίζεται ο τρόπος εισαγωγής και διακίνησης της σακχαρίνης και άλλων γλυκαντικών ουσιών καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια.

9. Μετά το κεφάλαιο ΕΧ 95 του Πίνακα Α του παραρτήματος III του ν. 1477/1984 και τη δασμολογική κλάση 9211 Β του πίνακα Β του ίδιου παραρτήματος προστίθενται ΕΧ 9704 Α παιγνιόχαρτα:

α) από χαρτόνι ποσοστό 120%

β) από λοιπές ύλες ποσοστό 150%.

Μετά τη δασμολογική κλάση ΕΧ 2209 του πίνακα Α του παραρτήματος IIΙ του ν. 1477/1984 (ΦΕΚ Α' 144) και τη δασμολογική κλάση 2203 του πίνακα Β του ίδιου παραρτήματος προστίθενται:

ΕΧ 2501 ΑΙΙβ (αλάτι καθαρισμένο επιτραπέζιο ή μη ιωδιούχο) τυποποιημένο ή μη ποσοστό 15%. 24 Ν. 1591/1986 -ΦΕΚ Α 50/24.4.1986

10. Η ισχύς των διατάξεων του άρθρου αυτού αρχίζει οπό την κατάθεση του παρόντος στη Βουλή.

Άρθρο 25.

Απόδοση ποσοστού από τέλη κυκλοφορίας.

1.Η παράγραφος 6 του άρθρου 15 του ν. 2367/1953 (ΦΕΚ 82 Α'), όπως προστέθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 17 του ν. 1326/1983 (ΦΕΚ 13 Α'), αντικαθίσταται όπως πιο κάτω:

«6. Ποσοστό είκοσι τα εκατό (20%) από τα τέλη κυκλοφορίας που εισπράττονται αποδίδεται μέσα στους μήνες Μάιο και Νοέμβριο κάθε έτους στους δήμους και κοινότητας με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Εσωτερικών και δημόσιας Τάξης, μετά από γνώμη της Κεντρικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων. Με τις αποφάσεις αυτές ορίζεται και ο τρόπος κατανομής και απόδοσης του εσόδου, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια αναγκαία για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής. Με τον ίδιο τρόπο θα αποδίδονται και τα τέλη στάθμευσης και καθαριότητας των αυτοκινήτων οικονομικού έτους 1982 και παλαιοτέρων που θα εισπράττονται στο εξής ως δημόσιο έσοδο».

2. Η ισχύς της προηγούμενης παραγράφου αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου 1986.

ΙV. ΕΙΔΙΚΟΣ ΦΟΡΟΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗΣ ΣΤΟ ΤΣΙΓΑΡΟΧΑΡΤΟ

Αρθρο 26

Επιβολή φόρου

Επιβάλλεται φόρος με την ονομασία «ειδικός φόρος κατανάλωσης», 20.000 δραχμών κατά χιλιόγραμμο καθαρού βάρους:

α) Στο τσιγαρόχαρτο που παράγεται στο εσωτερικό ή εισάγεται από το εξωτερικό, των δασμολογικών κλάσεων 4801 Β, 4810 και 4815 Β, με τη μορφή κυλίνδρων, φυλλαδίων ή φύλλων διαφόρων διαστάσεων, προς διασκευή σε φυλλάδια για την κατασκευή τσιγάρων.

β) Σε κάθε είδος χαρτιού εγχώριας ή αλλοδαπής προέλευσης βάρους κατώτερου των 30 γραμμαρίων κατά τετραγωνικό μέτρο, που είναι κατάλληλο για κάπνισμα σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του επόμενου άρθρου.

Άρθρο 27.

Έννοια τσιγαρόχαρτου

1. Θεωρείται κατάλληλο για κάπνισμα :

α. Κάθε είδος χαρτιού που δεν είναι τυπωμένο βάρους μέχρι 30 γραμμάρια κατά τετραγωνικό μέτρο, εφόσον δεν είναι στιλβωμένο έστω και στη μία επιφάνεια αυτού, δεν είναι πορώδες, είναι ταχύκαυστο και η τέφρα του είναι πάνω από το 8%.

β. Για τη συνδρομή ή όχι των ανωτέρω ιδιοτήτων αποφαίνεται το Γενικό Χημείο του Κράτους.

2.Με ΠΔ /τα, που εκδίδονται με πρόταση του Υπουργού Οικονομικών ύστερα από γνωμοδότηση του Ανώτατου Χημικού Συμβουλίου, είναι δυνατό να μεταβάλλονται, οι ιδιότητες και τα άλλα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του χαρτιού που είναι κατάλληλο για κάπνισμα.

Άρθρο 28.

Βεβαίωση και είσπραξη του φόρου

1.Υπόχρεος για την καταβολή του φόρου του άρθ. 26 του παρόντος ν. είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παράγει στην Ελλάδα ή εισάγει από την αλλοδαπή τα είδη αυτά.

2.Η διαδικασία βεβαίωσης και είσπραξης του ειδικού φόρου κατανάλωσης για το εισαγόμενο από το εξωτερικό τσιγαρόχαρτο και χαρτί κατάλληλο για κάπνισμα, κάθε τύπου και είδους, καθώς και οι περί αυτών αμφισβητήσεις διέπονται από τις διατάξεις της τελωνειακής και δασμολογικής νομοθεσίας, που ισχύουν για τις λοιπές φορολογίες κατά την εισαγωγή.

3. Οι διατάξεις περί τελωνειακών παραβάσεων και λαθρεμπορίας του ν. 1165/18 «Περί Τελωνειακού Κώδικα» εφαρμόζονται και για παραβάσεις με αντικείμενο τον προαναφερόμενο φόρο.

4.Το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που προτίθεται να παράγει στην Ελλάδα τσιγαρόχαρτο ή χαρτί κατάλληλο για κάπνισμα πρέπει να καταθέσει στον οικονομικό έφορο της έδρας της επιχείρησης δήλωση έναρξης κατασκευής τσιγαρόχαρτου.

5.Η διαδικασία βεβαίωσης και είσπραξης του ειδικού φόρου κατανάλωσης για το παραγόμενο στην Ελλάδα τσιγαρόχαρτο κλπ,. ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Άρθρο 29.

Εξαιρέσεις

1. Εξαιρείται από τον ειδικό φόρο κατανάλωσης το τσιγαρόχαρτο που περιλαμβάνεται στη συσκευασία του φορολογημένου καμμένου καπνού για χειροποίητο (στριφτό) τσιγάρο, εφόσον ο αριθμός των τεμαχίων (φύλλων) τσιγαρόχαρτου δεν υπερβαίνει τον αριθμό των γραμμαρίων του φορολογημένου καπνού καπνίσματος.

2.Απαλλάσσονται από τον ειδικό φόρο κατανάλωσης οι καπνοβιομηχανίες για τους κυλίνδρους τσιγαρόχαρτου που προμηθεύονται και χρησιμοποιούν, υπό τον έλεγχο του δημοσίου, για την παραγωγή τσιγάρων.

3. Σε περίπτωση μεταβίβασης (πώλησης) τσιγαρόχαρτου από ιδιώτες εισαγωγείς ή εταιρείες σε καπνοβιομηχανίες, επιστρέφεται ο ειδικός φόρος κατανάλωσης που καταβλήθηκε.

4. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών ρυθμίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής του άρθ. αυτού.

Άρθρο 30.

Ειδική ρύθμιση

Το τσιγαρόχαρτο της δασμολογικής κλάσης 4815Β εισάγεται από το Δημόσιο χωρίς δασμολογικές και φορολογικές επιβαρύνσεις και διαθέτεται στους καπνοπαραγωγούς της χώρας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθ. 3 του ψηφίσματος της 1ης Ιουν. 1927.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ

ΠΑΤΑΞΗ ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗΣ

Άρθρο 31.

Αδικήματα φοροδιαφυγής

1.Αδίκημα φοροδιαφυγής διαπράττει : «α) Οποιος δεν υποβάλλει δηλώσεις ή υποβάλλει ανακριβείς δηλώσεις για φόρους, τέλη ή εισφορές που σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις υποχρεούται να παρακρατεί και να αποδίδει στο Δημόσιο ή για το φόρο προστιθέμενης αξίας ή για το φόρο κύκλου εργασιών ή την ειδική εισφορά ειδών πολυτελείας της υποπεριπτ. β της περιπτ. ε της παρ.1 του άρθ. 11 του ν. 4169/61 (ΦΕΚ Α 81) εφόσον το συνολικό ποσό των παραπάνω φόρων τελών και εισφορών που είχε υποχρέωση να δηλώσει και να αποδώσει στο Δημόσιο, από συναλλαγές ή άλλες πράξεις που πραγματοποιήθηκαν σε διάστημα ενός ημερολογιακού εξαμήνου υπερβαίνει το ποσό των 600.000 δρχ. ή το ποσό του 1.000.000 δρχ. για διάστημα ενός ημερολογιακού έτους»

2 Σύμφωνα δε με το εδ. ιδ του άρθ. 44 άνω ν. 1828/89 οι διατάξεις της άνω περιπτ. α ισχύουν από 1 Ιαν. 1989.

β) Όποιος δεν υποβάλλει δήλωση φορολογίας εισοδήματος, εφόσον για το ποσό του εισοδήματος που δε δηλώθηκε οφείλεται κύριος φόρος πάνω από 300.000 δρχ.

γ) Όποιος δεν εκδίδει τα φορολογικά στοιχεία που προβλέπονται : αα) από τις διατάξεις των παρ. 2, 3 5 έως και 14, 16, 18 και 19 του άρθ. 13 των παρ. 1, 4 έως 7 και 10 του άρθ. 19, των παρ. 1, 3, 5 και 6 ου άρθ. 2-0, των παρ. 1 και 6 ου άρθ. 21 ,των παρ. 1 έως 6 του άρθ. 23, των παρ. 2, 3 και 5 του άρθ. 25 της παρ. 1 του άρθ. 26 και της παρ.1 εδ. 4 και 5 του άρθ. 28 του Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων όπως οι διατάξεις αυτές ισχύουν κάθε φορά, και ββ) από τις διατάξεις των υπαριθμ. Σ. 2087/50/7-4- 79 (ΦΕΚ 384 τ. Β) ,και Σ.3537/37/20-6-79 (ΦΕΚ 933 τ. Β) αποφάσεων του Υπουργού Οικονομικών όπως οι διατάξεις ισχύουν αυτές κάθε φορά.

δ) Όποιος εκδίδει ανακριβή, ως προς την ποσότητα ή την τιμή μονάδας ή την αξία, τα στοιχεία που αναφέρονται στην προηγούμενη περιπτ. γ εφόσον από την ανακρίβεια αυτή προκύπτει διαφορά, που υπερβαίνει το 10% της συνολικής ποσότητας ή της συνολικής αξίας των αγαθών ή της παροχής υπηρεσιών ή της συναλλαγής γενικά.

<ε) Όποιος τηρεί ανακριβή βιβλία και στοιχεία του Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων, εφόσον η ανακρίβεια διαπιστωθεί από τακτικό έλεγχο του οποίου το αποτέλεσμα οριστικοποιήθηκε είτε με διοικητική επίλυση της διαφοράς, είτε λόγω παρόδου άπρακτης της προθεσμίας για άσκηση προσφυγής, είτε με οριστική απόφαση του διοικητικού δικαστηρίου, εφόσον στη διαχειριστική περίοδο που ελέγχθηκε προκύπτει διαφορά ακαθάριστων εσόδων πάνω από 20% σε σχέση με αυτά που δηλώθηκαν και πάντως όχι μικρότερη από 1.000.000 δρχ

10 Η παρ. 2 όπως το δεύτερο εδ. αυτής είχε προστεθεί από την παρ. 2 άρθ. 19 ν. 1828/89 (ΦΕΚ Α 2) αντικαταστάθηκε από την παρ. 4 άρθ. 41 ν. 1884/90 ΦΕΚ Α 81 και στη συνέχεια το α' εδαφ. αντικαταστάθηκε ως άνω από την 4 του άρθρου 8 του Ν. 2386/96, ΦΕΚ-43 Α'.

στ) Όποιος δεν τηρεί την υποχρέωση διαφύλαξης των βιβλίων που προβλέπεται από τη διάταξη της παρ.2 του άρθ. 44 του Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων, καθώς και των στοιχείων που αναφέρονται στην προηγούμενη περιπτ. γ.

ζ) Όποιος εκδίδει πλαστό ή εικονικό ή νοθεύει τιμολόγιο πώλησης αγαθών ή παροχής υπηρεσιών ή οποιοδήποτε από τα φορολογικά στοιχεία που αναφέρονται στην περιπτ. γ της παρ. αυτής.

Θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατηρηθεί ή σφραγισθεί μ' οποιοδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής σχετική πράξη θεώρησής του και εφόσον η μη καταχώρηση τελεί σε γνώση του υποχρέου για τη θεώρηση του φορολογικού στοιχείου. Θεωρείται επίσης ως πλαστό το φορολογικό στοιχείο και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτότυπου ή αντίτυπου αυτού είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου.

Θεωρείται εικονικό και το φορολογικό στοιχείο που εκδόθηκε για συναλλαγή, διακίνηση ή οποιαδήποτε άλλη αιτία ανύπαρκτη στο σύνολο ή για το μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο φορολογικό στοιχείο.

η) Όποιος γνωρίζει το σκοπό της επιχειρούμενης πράξης και συνεργεί με οποιοδήποτε τρόπο στην κατασκευή πλαστών φορολογικών στοιχείων ή γνωρίζει ότι τα στοιχεία είναι πλαστά ή εικονικά και συνεργεί με οποιοδήποτε τρόπο στην έκδοσή τους ή αποδέχεται τα πλαστά ή εικονικά ή νοθευμένα φορολογικά στοιχεία με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης.

<2.<Ο δράστης των ποινικών αδικημάτων, που προβλέπονται στις περιπτ. ζ και η της προηγούμενης παρ,. τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους και με χρηματική ποινή όχι κατώτερη των πέντε (5) και μέχρι πενήντα (50) εκατομμυρίων δρχ.>.

Σε περίπτωση υποτροπής τα κατώτατα όρια των ποινών διπλασιάζονται . Ο δράστης των ποινικών αδικημάτων, που προβλέπονται στις περιπτ. α και β της ίδιας παρ τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον έξι (6) μηνών. Σε κάθε άλλη περίπτωση ο δράστης τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον ενός (1)μήνα>. 10

3. Οι ποινές αυτές επιβάλλονται :

α)Προκειμένου για ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες στους διευθύνοντες συμβούλους, εντεταλμένους ή συμπράττοντες συμβούλους και διευθυντές και γενικά σε κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε αμέσως από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση ή δικαστική απόφαση στη διεύθυνση των εταιριών αυτών.

β) Προκειμένου για ομόρρυθμες ή ετερόρρυθμες ή περιορισμένης ευθύνης εταιρείες ή συνεταιρισμούς στους διαχειριστές αυτών.

γ) Προκειμένου για αλλοδαπές επιχειρήσεις γενικά, στους διευθυντές ή αντιπροσώπους ή πράκτορες που έχουν στην Ελλάδα.

4.Σε περίπτωση υποτροπής, το κατώτατο όριο των ως άνω ποινών διπλασιάζεται και επιπροσθέτως δύναται να αφαιρείται η άδεια ασκήσεως επαγγέλματος ή να διατάσσεται το κλείσιμο του καταστήματος για χρονικό διάστημα από ενός (1) μηνός μέχρι και 5 μηνών

5.Οι ανωτέρω ποινές που επιβάλλονται ανεξάρτητα από τους πρόσθετους φόρους και τα πρόστιμα που προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις.

Άρθρο 32.

Ποινική δίωξη

1.Η ποινική δίωξη για τα αδικήματα του άρθ.31 του παρόντος ασκείται μετά από μηνυτήρια αναφορά που υποβάλλεται υποχρεωτικώς από τον προϊστάμενο της αρμόδιας Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (ΔΟΥ) στην Εισαγγελική Αρχή εντός μηνός από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αναστελλομένης μέχρι λήξεως της προθεσμίας αυτής της παραγραφής του αδικήματος. Επί οριστικοποιήσεως επελθούσης προ της δημοσιεύσεως της παρούσας, η ως άνω προθεσμία άρχεται από της δημοσιεύσεως αυτής.

2. Στις περιπτώσεις της εξωδίκου ή κατά τις διατάξεις του ν.δ. 1600/66 λύσεως της διαφοράς δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 1 του άρθ. 31 του παρόντος νόμου.

3. Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση των αδικημάτων του άρθ. 31 του παρόντος ν., είναι το πλημμελειοδικείο στην περιφέρεια του οποίου έχει την κατοικία του ο υπαίτιος ή έχει την έδρα της ή κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθ., επιχείρηση.

Στο δικαστήριο αυτό διαβιβάζονται η μηνυτήρια αναφορά της αρμόδιας Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας και εφόσον υπάρχουν στη δικογραφία, η έκθεση ελέγχου και τα αναφερόμενα σε αυτή έγγραφα, το φύλλο ελέγχου ή η πράξη καταλογισμού τέλους ή εισφοράς, η απόφασης επιβολής προστίμου ΚΦΣ, ως και η απόφαση του διοικητικού δικαστηρίου.

Κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο το δικαστήριο μπορεί να κλητεύσει ως μάρτυρες τα αρμόδια φορολογικά όργανα μόνο στην περίπτωση που θα κρίνει αναγκαίες και άλλες αποδείξεις. Στην ίδια περίπτωση να διατάξει και οποιαδήποτε άλλη απόδειξη.

Το δημόσιο μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο ως πολιτικώς ενάγων με τον προϊστάμενο της αρμόδιας φορολογικής αρχής ή τον υπάλληλο της υπηρεσίας του που ορίζεται από αυτόν.

Έγγραφη προδικασία δεν απαιτείται . Ο αρμόδιος Εισαγγελέας γνωστοποιεί στην αρμόδια φορολογική αρχή, δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από την δημόσια συνεδρίαση, την αρχική δικάσιμο. 4.Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να τεθούν όροι και προϋποθέσεις για την υποβολή της σχετικά με τα αδικήματα του άρθ. 31 του παρόντος ν., μηνυτήριας αναφοράς από τα αρμόδια φορολογικά όργανα.

5. Το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 109 του ν. 4125/ 1960 "περί κυρώσεως του Κώδικος Φορολογικής Δικονομίας και τροποποιήσεως και συμπληρώσεις του Οργανισμού των φορολογικών δικαστηρίων και καθορισμού των τελών διαδικασίας» αντικαθίσταται ως εξής: «Με την απόφαση δεν επιδικάζεται δικαστική δαπάνη. Κατ’ εξαίρεση, αν η απόφαση προσδιορίζει τη φορολογητέα ύλη σε ποσοστό κατώτερο του πενήντα τα εκατό (50%) της φορολογητέας ύλης που προσδιόρισε η φορολογική αρχή, το δικαστήριο με την ίδια απόφαση επιβάλλει σε βάρος του Δημοσίου τη δικαστική δαπάνη του φορολογούμενου όλων των βαθμών».

Άρθρο 33.

Διοικητικές Κυρώσεις

1.Σε περίπτωση μεταφοράς αγαθών με αυτοκίνητο επιβατικό ιδιωτικής ή μικτής ιδιωτικής χρήσης ή με αυτοκίνητο φορτηγό ή ημιφορτηγό ή τρίκυκλο δημόσιας ή ιδιωτικής χρήση, χωρίς να έχουν εκδοθεί τα οικεία στοιχεία που ορίζονται στον Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων για τη μεταφορά τους ή σε περίπτωση έκδοσής τους, εφόσον αυτά τα στοιχεία δε συνοδεύουν τα μεταφερόμενα αγαθά, αφαιρούνται για χρονικό διάστημα από ένα μήνα μέχρι έξι μήνες, οι πινακίδες και η άδεια κυκλοφορίας του μεταφορικού μέσου, καθώς και η άδεια οδήγησης του προσώπου που οδηγούσε το όχημα, κατά τη μεταφορά των αγαθών. Οι ίδιες κυρώσεις επιβάλλονται στους οδηγούς των μεταφορικών μέσων που αναφέρονται στο προηγούμενο εδ. αν αυτοί αρνηθούν στα αρμόδια φορολογικά όργανα, μ οποιοδήποτε τρόπο, να διενεργήσουν έλεγχο των φορολογικών στοιχείων που συνοδεύουν τα μεταφερόμενα αγαθά.

Σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο, δεν είναι δυνατή η διαπίστωση των στοιχείων του οδηγού του μεταφορικού μέσου και δεν δηλωθούν τα στοιχεία αυτά στις φορολογικές αρχές, το αργότερο μέσα σε είκοσι ημέρες από την κοινοποίηση σχετικής πρόσκλησης, αφαιρείται η άδεια κυκλοφορίας του μεταφορικού μέσου για χρονικό διάστημα από τρεις έως έξι μήνες.

2.Επίσης σε περίπτωση που, με ένα από τα πιο πάνω ιδιωτικής ή δημόσιας χρήσης μεταφορικά μέσα, μεταφέρονται αγαθά που συνοδεύονται με ανακριβή φορολογικά στοιχεία, αφαιρούνται για χρονικό διάστημα μέχρι έξι μήνες η άδεια κυκλοφορίας του μεταφορικού μέσου, καθώς και η άδεια οδήγησης του προσώπου που το οδηγεί εφόσον από την ανακρίβεια αυτή προκύπτει διαφορά που υπερβαίνει το 20% της συνολικής ποσότητας των μεταφερόμενων αγαθών. Δεν αφαιρείται η άδεια του οδηγού του μεταφορικού μέσου, μόνο όταν αυτός προσφέρει εξαρτημένη εργασία στην επιχείρηση που έχει πωλήσει τα μεταφερόμενα αγαθά ή σε εκείνη που διενεργεί τη μεταφορά των αγαθών, ως αποστολέας ή παραλήπτης, ανεξάρτητα αν αυτά ανήκουν στην κυριότητά της ή σε τρίτο.

3.Σε περίπτωση μεταβίβασης του οχήματος από επαχθή ή χαριστική αιτία ή σε περίπτωση αντικατάστασής του πριν από την επιβολή των ανωτέρω κυρώσεων επιβάλλεται με πράξη του αρμόδιου οικονομικού εφόρου πρόστιμο από είκοσι χιλιάδες έως διακόσιες χιλιάδες δρχ. σε βάρος αυτού που ήταν ιδιοκτήτης ή εκμεταλλευτής του κατά το χρόνο που διαπράχθηκε η παράβαση.

4. Σε περίπτωση υποτροπής μέσα σε χρονικό διάστημα 3 ετών διπλασιάζονται τα κατώτερα και ανώτερα όρια των ως άνω κυρώσεων.

5.Η επιβολή των ανωτέρω διοικητικών κυρώσεων γίνεται με απόφαση του νομάρχη στην περιφέρεια του οποίου ευρίσκεται η έδρα του οικονομικού εφόρου, που είναι αρμόδιος για την επιβολή των κυρώσεων που προβλέπονται από τον Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων.

Η απόφαση αυτή του νομάρχη εκδίδεται :

α) Για τις περιπτώσεις της παρ.1 του άρθ. αυτού μετά τη διαπίστωση της παράβασης από τη φορολογική αρχή.

β) Για τις περιπτώσεις της παρ.2 του άρθ. αυτού, μετά την οριστικοποίηση, σύμφωνα με τις διατάξεις της περιπτ. ε της παρ. 1 του άρθ. 31 του παρόντος, της οικείας πράξης, επιβολής προστίμου, για παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων.

6.Πριν από την επιβολή των κυρώσεων ο νομάρχης υποχρεούται να καλέσει τον ενδιαφερόμενο να παράσχει εξηγήσεις και να εκθέσει τις απόψεις του μέσα σε προθεσμία 10 ημερών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε'

ΔΑΣΜΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 34.

Φορολογητέα αξία κατά την εισαγωγή.

1.Το εδάφιο β' της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 1477/1984 (ΦΕΚ 144 Α') αντικαθίσταται, όπως παρακάτω:

«β) Για τα εισαγόμενα από το εξωτερικό προϊόντα, από τη δασμολογητέα αξία, όπως αυτή λαμβάνεται υπόψη για την εφαρμογή των εισαγωγικών δασμών, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού 1224/28.5.1980 του Συμβουλίου της Ε.Ο.Κ., στην οποία συνυπολογίζονται τα έξοδα προμήθειας αγοράς, συσκευασίας, μεταφοράς και ασφάλισης μέχρι τον πρώτο τόπο προορισμού των αγαθών στο εσωτερικό της χώρας, καθώς και οι τόκοι κεφαλαίου.

Στην τιμή αυτή προστίθενται:

ι. Οι εισαγωγικοί δασμοί που πραγματικά καταβάλλονται σε συνάρτηση με την προέλευση των προϊόντων και οι δασμοί αντιντάμπιγκ ή αντισταθμιστικοί που εισπράττονται στα πλαίσια εφαρμογής κανονισμών ή αποφάσεων αρμόδιων οργάνων της Ε.Ο.Κ.

Σαν «εισαγωγικοί δασμοί» νοούνται οι δασμοί, οι φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδύναμου αποτελέσματος, οι γεωργικές εισφορές και οι λοιπές επιβαρύνσεις που επιβάλλονται στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής της Ε.Ο.Κ. ή εκείνης των ειδικών καθεστώτων που εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 235 της συνθήκης ίδρυσης της Ε.Ο.Κ. για ορισμένα εμπορεύματα που προέρχονται από τη μεταποίηση γεωργικών προϊόντων.

ιι. Οι φόροι, πλην τελών χαρτοσήμου, εισφορές και επιβαρύνσεις γενικά, που εφαρμόζονται στα εισαγόμενα προϊόντα.

Δεν περιλαμβάνεται στη φορολογητέα βάση του Φ.Κ.Ε. η εισφορά υπέρ του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων, που καταβάλλεται σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης στ' της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του ν. 1316/1983».

2.Το εδάφιο β' της παραγράφου 3 του άρθρου 3 του ν. 1477/1984 αντικαθίσταται όπως παρακάτω:

«β) Για τα εισαγόμενα από το εξωτερικό προϊόντα, από τη δασμολογητέα αξία, όπως αυτή λαμβάνεται υπόψη για την εφαρμογή των εισαγωγικών δασμών, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού 1224/28.5.1980 του Συμβουλίου της Ε.Ο.Κ., στην οποία προστίθενται τα έξοδα προμήθειας, αγοράς, συσκευασίας, μεταφοράς και ασφάλισης μέχρι τον πρώτο τόπο προορισμού των αγαθών στο εσωτερικό της χώρας, καθώς και οι τόκοι κεφαλαίου.

Στην αξία αυτή προστίθενται οι εισαγωγικοί δασμοί κατά την έννοια της περίπτωσης ι' της παραγράφου 26 του άρθρου 1 του νόμου αυτού, που πραγματικά καταβάλλονται σε συνάρτηση με την προέλευση των εισαγόμενων προϊόντων και οι δασμοί αντιντάμπιγκ ή αντισταθμιστικοί, που εισπράττονται στα πλαίσια εφαρμογής κανονισμών ή αποφάσεων αρμόδιων οργάνων της ΕΟΚ».

3. Η ισχύς του παρόντος άρθρου αρχίζει από 1 Ιανουαρίου 1986.

Άρθρο 35.

Διαρρύθμιση φορολογητέας αξίας επιβατικών αυτοκινήτων κατά την εισαγωγή.

1.Το εδάφιο γ' της παραγράφου 3 του άρθρου 1 του ν. 363/1976 (ΦΕΚ 152 Α') όπως τροποποιήθηκε με το ν. 1003/1979 (ΦΕΚ 294 Α') αντικαθίσταται, όπως παρακάτω:

«γ) Ενός ποσοστού προσαύξησης 21% του αθροίσματος των παραπάνω α’ και β' στοιχείων, προκειμένου περί εισαγωγής επιβατικών αυτοκινήτων που αγοράζονται απευθείας από το εργοστάσιο κατασκευής, ανεξάρτητα αν ο αγοραστής είναι αποκλειστικός αντιπρόσωπος ή διανομέας ή έμπορος αυτοκινήτων.

Στις λοιπές εισαγωγές αυτοκινήτων το ποσοστό προσαύξησης των παραπάνω στοιχείων α' και β' καθορίζεται σε 23,2%».

2. Η ισχύς του παρόντος άρθρου αρχίζει από την κατάθεση του παρόντος στη Βουλή.

Άρθρο 36.

Δασμολογικές απαλλαγές πολιτικών προσφύγων.

Η παράγραφος 1 του άρθρου 27 του ν. 1326/1983 αντικαθίσταται ως εξής:

«Επιβατικά αυτοκίνητα με κυλινδρισμό κινητήρα μέχρι 1600 κυβ. εκατοστά, που φέρνουν κατά την άφιξη τους για επαναπατρισμό οι Έλληνες και ομογενείς πολιτικοί πρόσφυγες (από ένα για κάθε οικογένεια), απαλλάσσονται από τον εισαγωγικό δασμό και τον ειδικό φόρο κατανάλωσης. Αν όμως έχουν κυλινδρισμό πάνω από 1600 κυβικά εκατοστά υποβάλλονται στο 1/3 του προβλεπομένου από τις ισχύουσες διατάξεις ειδικού φόρου κατανάλωσης.

Προϋπόθεση για την παροχή των παραπάνω απαλλαγών είναι να υπήρχαν τα αυτοκίνητα στην κυριότητα και χρήση των δικαιούχων πριν από τον επαναπατρισμό τους».

Η ισχύς του παρόντος άρθρου αρχίζει από την ημέρα καταθέσεως του παρόντος νομοσχεδίου στη Βουλή των Ελλήνων για ψήφιση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ’

ΓΕΝΙΚΟ ΧΗΜΕΙΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

Άρθρο 37.

Καταμετρήσεις ζύθου - Άδεια διάθεσης ζύθου.

Η παράγραφος 2 του άρθρου πέμπτου του α.ν. 930/1949 «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως νόμων αρμοδιότητος του Γενικού Χημείου του Κράτους» αντικαθίσταται ως εξής:

«2α) Σε περίπτωση αύξησης του ειδικού φόρου κατανάλωσης βύνης, η αύξηση αυτή επεκτείνεται και στις ποσότητες της βύνης που βρίσκεται αυτούσια κατά την ημέρα ενάρξεως της ισχύος της νέας φορολογίας στα ζυθοποιεία που παράγουν ζύθο είτε για λογαριασμό τους είτε για λογαριασμό άλλων ή που αντιστοιχεί στις ποσότητες του ζυθογλεύκους και του ζύθου που βρίσκονται στα ζυθοποιεία υπό την ως άνω έννοια ή τις αποθήκες τους ή που κατέχουν οι πρατηριούχοι, αντιπρόσωποι επαρχιών και άλλοι επαγγελματίες που διαθέτουν ζύθο χονδρικώς ή λιανικώς στην κατανάλωση, έστω και παράλληλα με το εμπόριο άλλων προϊόντων εξαιρουμένων εκείνων για τους οποίους δεν απαιτείται άδεια των Χημικών Υπηρεσιών του Γ.Χ.Κ. ή των κατά τόπους αρμόδιων οικονομικών εφοριών προς διάθεση ζύθου.

β) Τα ως άνω αποθέματα ζύθου και βύνης καταμετρούνται από τα αρμόδια όργανα του Γ.Χ.Κ. ή των οικονομικών εφοριών.

γ) Στην καταβολή της διαφοράς για την αύξηση του φόρου κατανάλωσης βύνης υποβάλλονται εκτός από τα αποθέματα του ζύθου που καταμετρήθηκαν στα ζυθοποιεία, στις αποθήκες τους, στους πρατηριούχους, στους αντιπροσώπους επαρχιών και άλλους επαγγελματίες κατά τα ανωτέρω και οι ποσότητες του ζύθου που διατέθηκαν την ημέρα έναρξης της ισχύος της νέας φορολογίας πριν από την καταμέτρηση των αποθεμάτων τους.

δ) Οι παραπάνω διατάξεις εφαρμόζονται και στον εισαγόμενο ζύθο.

ε) Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται εκάστοτε οι προϋποθέσεις και η διαδικασία για τη χορήγηση της άδειας διάθεσης ζύθου και ρυθμίζονται λεπτομέρειες εφαρμογής της παραγράφου αυτής.

ζ) Κατά την αύξηση του φόρου κατανάλωσης αμυλοσιροπίου αυτή επεκτείνεται και στα ποσά του αμυλοσιροπίου που είναι στα εργοστάσια παραγωγής του»

Άρθρο 38.

Διάθεση οίνων από ανάμιξη με αφορολόγητο οινόπνευμα.

1.Στην παράγραφο 2 του άρθρου 6 της 101/75 Π.Υ.Σ. «Περί παρασκευής οινοπνεύματος προς παρασκευήν γλυκέων οίνων και οινοπνευματωδών ποτών εξακτέων εις την αλλοδαπήν» που κυρώθηκε με την παράγραφο 9α του άρθρου 46 του ν. 1473/1984 προστίθεται εδάφιο γ', που έχει ως εξής:

«γ)Το Γενικό Χημείο του Κράτους μπορεί να επιτρέψει τη διάθεση στην εσωτερική κατανάλωση των οίνων από ανάμιξη πριν από τη λήξη των παραπάνω προθεσμιών και αφού καταβληθούν οι διαφορές μεταξύ της τιμής διάθεσης του αμπελουργικού οινοπνεύματος και της τιμής διατίμησης του αφορολόγητου οινοπνεύματος, ο φόρος κατανάλωσης του οινοπνεύματος και οι άλλες επιβαρύνσεις που αντιστοιχούν στο πρόσθετο οινόπνευμα που περιέχεται στους οίνους και ισχύουν κατά την ημέρα εξόδου του οίνου από το οινοποιείο για διάθεση στην εσωτερική κατανάλωση».

2.Στο άρθρο 10 της 15158/2630/23.8.1979 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εμπορίου «περί παρασκευής οινοπνεύματος εξαγωγικής δραστηριότητας», που κυρώθηκε με την παράγραφο 9β του άρθρου 46 του ν. 1473/1984, προστίθεται παράγραφος 5, που έχει ως εξής:

«5)Το Γενικό Χημείο του Κράτους μπορεί να επιτρέψει τη διάθεση στην εσωτερική κατανάλωση των οίνων από ανάμιξη πριν από τη λήξη των παραπάνω προθεσμιών και αφού καταβληθούν οι διαφορές μεταξύ της τιμής του οινοπνεύματος εξαγωγικής δραστηριότητας και της τιμής του οινοπνεύματος εγχώριας κατανάλωσης, που καθορίζεται από την ισχύουσα διατίμηση, ο φόρος κατανάλωσης του οινοπνεύματος και οι άλλες επιβαρύνσεις που αντιστοιχούν στο πρόσθετο οινόπνευμα που περιέχεται στους οίνους και ισχύουν κατά την ημέρα εξόδου του οίνου από το οινοποιείο για διάθεση στην εσωτερική κατανάλωση».

Άρθρο 39.

Εισαγωγή και διάθεση οξικού οξέος.

Το άρθρο 3 του ν. 4586/1930 «Περί προστασίας της παραγωγής φυσικού όξους και εμπορίας αυτού» αντικαθίσταται ως εξής:

Άρθρο 3.

1. Εισαγωγή οξικού οξέος επιτρέπεται μόνο στα βιομηχανικά εργοστάσια που καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εμπορίου που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και χρησιμοποιούν αυτό ως πρώτη ή βοηθητική ύλη για την παραγωγή των προϊόντων τους.

2. Επιτρέπεται η εισαγωγή χημικώς καθαρού ή PROANALYSI οξικού οξέος, κατόπιν αδειών που χορηγούνται από το Γενικό Χημείο του Κράτους για:

α. Φαρμακευτική ή εργαστηριακή χρήση σε φιάλες χωρητικότητας όχι μεγαλύτερης των 2,5 λίτρων από:

α.α. Τα χημικά και μικροβιολογικά εργαστήρια και

β.β. Τους φαρμακοποιούς και φαρμακέμπορους.

β. Αποκλειστικώς για μεταπώληση σε χημικά και μικροβιολογικά εργαστήρια καθώς και σε φαρμακοποιούς και φαρμακέμπορους για εργαστηριακή ή φαρμακευτική χρήση σε φιάλες χωρητικότητας όχι μεγαλύτερης των 2,5 λίτρων από εμπόρους χημικών και φαρμακευτικών προϊόντων.

γ.Ανασυσκευασία από τα εργαστήρια χημικών και φαρμακευτικών προϊόντων σε φιάλες χωρητικότητας μέχρι 2,5 λίτρων για μεταπώληση στους δικαιούμενους να εισάγουν και να χρησιμοποιούν οξικό οξύ.

3.Οι όροι και οι διατυπώσεις σύμφωνα με τους οποίους επιτρέπεται η εισαγωγή, ανασυσκευασία, διάθεση και διακίνηση του οξικού οξέος καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εμπορίου, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Με όμοια απόφαση μεταβάλλεται το ανώτατο όριο χωρητικότητας των φιαλών του συσκευασμένου οξικού οξέος.

4. Με π.δ. καθορίζονται οι όροι και οι περιορισμοί σύμφωνα με τους οποίους επιτρέπεται η παραγωγή, συσκευασία και διάθεση του οξικού οξέος».

Άρθρο 40.

Εισαγωγή και διάθεση ακετυλοχλωριδίου

Οι διατάξεις του ν.4586/30 όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν με το άρθ. 17 του αν. 1311/38 <Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως νόμων αρμοδιότητος του Γενικού Χημείου του Κράτους> και την παρ. 3 του άρθ. 6 του ν. 1757/44 <Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως νόμων αρμοδιότητος του Γενικού Χημείου του Κράτους> επεκτείνονται και εφαρμόζονται και για το ακετυλοχλωρίδιο. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Εμπορίου, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται οι όροι, διατυπώσεις και περιορισμοί σύμφωνα με τους οποίους επιτρέπεται η εισαγωγή και η διάθεση του προϊόντος αυτού.

Άρθρο 41.

Διακίνηση εγχώριας αφορολόγητης βύνης.

Στο τέλος της παραγράφου 3 του άρθρου 4 του ν.δ. της 29.12.1923 «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί φορολογίας του ζύθου νόμων» προστίθενται παράγραφοι με αριθμούς 4, 5 και 6, που έχουν ως εξής:

«4.α. Επιτρέπεται η εξαγωγή και μεταφορά εγχώριας βύνης χωρίς πληρωμή του ειδικού φόρου κατανάλωσης (αφορολόγητης) από τις αποθήκες αποταμίευσης (σιλό) του βυνοποιείου παραγωγής:

1.Στις αποθήκες αποταμίευσης (σιλό) άλλου βυνοποιείου που έχουν συσταθεί νόμιμα και ανήκουν στην ίδιο ζυθοποιητική επιχείρηση.

2.Σε ζυθοποιείο της ίδιας ή άλλης ζυθοποιητικής επιχείρησης στο οποίο έχουν συσταθεί αποθήκες (σιλό) αποταμίευσης αφορολόγητης βύνης με τήρηση των διατάξεων που ισχύουν για τη σύσταση αποθηκών αποταμίευσης στα βυνοποιεία.

β.Η αφορολόγητη εγχώρια βύνη μεταφέρεται με άδειες εξαγωγής και μεταφοράς που χορηγούνται από τη Χημική Υπηρεσία του Γενικού Χημείου του Κράτους που εποπτεύει τις αποθήκες αποταμίευσης (σιλό) του βυνοποιείου παραγωγής.

γ. Κατά τις μεταφορές αυτές της αφορολόγητης βύνης δεν αναγνωρίζεται φύρα μεταφοράς.

δ. Η αφορολόγητη βύνη που μεταφέρθηκε σε βυνοποιείο ή ζυθοποιείο απαγορεύεται να μεταφερθεί πάλι.

ε. Για τη μεταφορά της αφορολόγητης εγχώριας βύνης ισχύει η εγγύηση που έχει κατατεθεί από το βυνοποιό, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις για τη σύσταση αποθήκης αποταμίευσης βύνης με αναβολή πληρωμής του ειδικού φόρου κατανάλωσης, μέχρι την παραλαβή της βύνης από το βυνοποιείο ή ζυθοποιείο προορισμού της παρουσία της αρμόδιας Χημικής Υπηρεσίας του Γενικού Χημείου του Κράτους.

5α.Υπόχρεος καταβολής του ειδικού φόρου κατανάλωσης της εγχώριας αφορολόγητης βύνης, που μεταφέρεται και αποταμιεύεται στα βυνοποιεία ή ζυθοποιεία κατά την προηγούμενη παράγραφο, είναι η ζυθοποιητική επιχείρηση που παραλαμβάνει τη βύνη. Η καταβολή του ειδικού φόρου κατανάλωσης γίνεται κατά την εξαγωγή της βύνης από τις αποθήκες αποταμίευσης του βυνοποιείου ή ζυθοποιείου που παραλαμβάνει τη βύνη και διέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις της νομοθεσίας περί φορολογίας του ζύθου.

β. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί έλλειμμα κατά την παραλαβή της βύνης στο ζυθοποιείο ή βυνοποιείο παραλαβής της, καταβάλλεται αμέσως από τη ζυθοποιητική επιχείρηση αποστολής της βύνης ο ειδικός φόρος κατανάλωσης της βύνης που αναλογεί στα χιλιόγραμμα της βύνης του ελλείμματος. Στα τυχόν πλεονάσματα που παρουσιάζονται κατά την παραλαβή της αφορολόγητης βύνης, ο ειδικός φόρος κατανάλωσης καταβάλλεται κατά τη φορολογία της βύνης οπό το εργοστάσιο παραλαβής της.

γ. Ως ημερομηνία αποταμίευσης της βύνης στο σιλό υποδοχής του βυνοποιείου ή ζυθοποιείου για την εφαρμογή της παραγράφου 5 του άρθρου 9 του β.δ. της 28.9.1922 θεωρείται η ημερομηνία πλήρωσης του σιλό του βυνοποιείου παραγωγής. Όταν η βύνη που μεταφέρεται και αποταμιεύεται προέρχεται από περισσότερα του ενός σιλό και αποθηκεύεται σε ένα σιλό του εργοστασίου παραλαβής, τότε ως ημερομηνία αποταμίευσης λαμβάνεται η ημερομηνία πλήρωσης του παλαιότερου σιλό από το οποίο προέρχεται η βύνη.

δ. Ο υπολογισμός της φύρας της αφορολόγητης βύνης που μεταφέρεται και αποταμιεύεται γίνεται σύμφωνα με την παράγραφο 7 του άρθρου 9 του β.δ. της 28.9.1922 «Περί εκτελέσεως των περί φορολογίας του ζύθου νόμων», όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 του π.δ. 965/1980.

6. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται οι όροι και οι λεπτομέρειες για τη διαδικασία μεταφοράς, αποταμίευσης και παρακολούθησης της διάθεσης και πιστοχρέωσης της αφορολόγητης βύνης που μεταφέρεται στα βυνοποιεία και ζυθοποιεία».

Άρθρο 42.

Επιστροφή φόρου κατανάλωσης οινοπνεύματος.

Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 19 του Κώδικα των νόμων περί φορολογίας του οινοπνεύματος, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, προστίθεται νέο εδάφιο στ', που έχει ως εξής:

«στ) Οίνοι από ανάμιξη με φορολογημένο οινόπνευμα εφόσον κατά την παρασκευή και εξαγωγή τους τηρήθηκαν οι διατυπώσεις και οι διατυπώσεις που προβλέπονται από το Κεφάλαιο ΙΒ' του β.δ. της 15.12.1917 «Περί εκτελέσεως του ν. 971/1917 περί φορολογίας του οινοπνεύματος»

Άρθρο 43.

Φόρος κατανάλωσης οινοπνεύματος

1. Ο φόρος κατανάλωσης του οινοπνεύματος, που επιβάλλεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθ. 1 και 2 του Κώδικα των Νόμων «περί φορολογίας οινοπνεύματος» όπως οι διατάξεις αυτές τροποποιήθηκαν με το άρθ. 50 του ν. 1249/82 ορίζεται ως εξής :

α) Για κάθε χιλιόγραμμο άνυδρου εγχώριου οινοπνεύματος δρχ. 100.

β) Για κάθε χιλιόγραμμο άνυδρου εγχώριου αποστάγματος οίνου δρχ. 50.

γ) Για κάθε χιλιόγραμμο άνυδρου εγχώριου οινοπνεύματος που προορίζεται για την παρασκευή οίνων ελεγχόμενης ονομασίας προέλευσης δρχ.

δ) Για το οινόπνευμα που, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα των Νόμων <περί φορολογίας του οινοπνεύματος>, μετουσιώνεται κατά τρόπο ώστε να μη μπορεί να χρησιμοποιηθεί για πόση, μυρεψία ή φαρμακευτική χρήση και καταναλώνεται μέσα στο Κράτος, για κάθε χιλιόγραμμο άνυδρου οινοπνεύματος δρχ. έξι.

2. Για το οινόπνευμα ή οινοπνευματικά προϊόντα που εισάγονται από το εξωτερικό, ο κατά την παρ. 1 φόρος ορίζεται :

α) Για οινόπνευμα κάθε δύναμης, φόρος κατανάλωσης δρχ. 100 κατά χιλιόγραμμο άνυδρου οινοπνεύματος.

β) Για οινοπνευματώδη ποτά ή χημικά προϊόντα ή φαρμακευτικά ή βιομηχανικά, φόρος κατανάλωσης δρχ. 100 για κάθε χιλιόγραμμο άνυδρου οινοπνεύματος που περιέχουν .

γ) για τους οίνους που εισάγονται από το εξωτερικό και έχουν οινοπνευματικό βαθμό πάνω από 12 καταβάλλουν, για το οινόπνευμα που περιέχουν πάνω από τον οινοπνευματικό βαθμό 12, φόρο κατανάλωσης δρχ. 100 για κάθε χιλιόγραμμο άνυδρου οινοπνεύματος.

3.Επί της πιο πάνω οριζόμενης τιμής των 50 δρχ. για το χιλιόγραμμο άνυδρο του αποστάγματος οίνου ισχύουν οι συντελεστές που αναφέρονται στο άρθ. 6 του ν. 1477/84, οπότε ο φόρος κατανάλωσης του αποστάγματος διαμορφώνεται στο συνολικό ποσό των 60 δρχ. μέχρι 30.6.86.

4.Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθ. ρυθμίζονται με αποφάσεις του Υπουργού των Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ

ΔΗΜΟΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ

Άρθρο 44 .

1.Ακίνητα αρμοδιότητα του Υπουργείου Οικονομικών που βρίσκονται στην περιοχή ΚΑΣΤΡΙ -ΛΟΥΤΡΟ Αιγάνης και έχουν καταγραφεί ως δημόσια κτήματα με τους αριθμούς ΕΚ 881 και ΕΚ 928 της Οικονομικής Εφορίας Β Λάρισας, παραχωρούνται στους αυθαίρετους κατόχους, εφόσον οι ίδιοι ή οι δικαιοπάροχοί τους τα κατέχουν πριν από τις 24.10.31.

2. Η παραχώρηση γίνεται με τίμημα το οποίο καθορίζεται από τον αρμόδιο οικονομικό έφορο και είναι ίσο :

α) Προς το 1/10 της τρέχουσας αγοραίας αξίας του ακινήτου κατά το χρόνο της παραχώρησης, για έκταση μέχρι 500 τ.μ.

β) Προς τα 3/10 για το τμήμα της έκτασης που παραχωρείται πέραν των 500 τ.μ. και μέχρι 1.000 τ.μ. της προαναφερόμενης αξίας.

Εφόσον κατέχεται έκταση πέραν των 1.000 τ.μ. αυτή παραχωρείται : 1α) Εφόσον το υπό παραχώρηση ακίνητο βρίσκεται στο τμήμα της έκτασης του ΕΚ 881, στην τρέχουσα αγοραία αξία αυτού. 2α) Εφόσον τούτο βρίσκεται στο τμήμα της έκτασης του ΕΚ 928, η παραχώρηση αυτού γίνεται με το τίμημα που προβλέπει η διάταξη του ν. 719/77 (ΦΕΚ Α 301) για τα αγροτικά και εφόσον οι κάτοχοί τους είναι αγρότες και ασχολούνται αποκλειστικά με τη γεωργία, στερούνται δε βιώσιμου γεωργικού κλήρου, για τους υπόλοιπους δε κατόχους ως η περιπτ. 1.α.

Το τίμημα καταβάλλεται το πολύ σε έξι εξαμηνιαίες δόσεις έντοκα προς 7%.

3.Από την παραχώρηση εξαιρούνται οι δρόμοι, οι πλατείες, οι ποταμολίμνες, αιγιαλός και παραλία και γενικά οι κοινόχρηστοι χώροι, όπως απεικονίζονται στο σχεδιάγραμμα από Φεβρουάριο 1985 του μηχανικού Σ.Τ., που παραχωρούνται στο νομικό πρόσωπο της κοινότητας χωρίς άλλη διαπίστωση.

4.Οι παραχωρήσεις γίνονται με απόφαση του νομάρχη μετά από σχετική αίτηση των ενδιαφερομένων, με την οποία υποβάλλουν συνημμένα νομιζόμενους τίτλους κυριότητας και αποδεικτικά στοιχεία κατοχής.

Οι αιτήσεις υποβάλλονται στον Οικονομικό Εφορο Β Λάρισας μέσα σε έξι μήνες από τη δημοσίευση αυτού του ν. Η απόφαση του νομάρχη αποτελεί τίτλο κυριότητας που μεταγράφεται.

5. Σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο ή αίτηση παραχώρησης απορριφθεί, αποφασίζει το μονομελές πρωτοδικείο της περιοχής του ακινήτου, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων των άρθ. 682 και επόμενα του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου που ασκείται μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός μήνα από την κοινοποίηση σαυτόν της απορριπτικής απόφασης του νομάρχη. Η αίτηση στο μονομελές πρωτοδικείο στρέφεται κατά του Δημοσίου και επιδίδεται στον αρμόδιο οικονομικό Εφορο που το εκπροσωπεί στη δίκη.

6.Με την ψήφιση της παρούσας διάταξης τυχόν επιβληθέντα χρηματικά πρόστιμα διαγράφονται, πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής που τυχόν εκδόθηκαν παύουν να ισχύουν, όλες δε οι εκκρεμείς δίκες ενώπιον των δικαστηρίων καταργούνται.

Άρθρο 45.

Παρατείνονται από τότε που έληξαν και για έξι μήνες από τη δημοσίευση αυτού του ν. οι προθεσμίες για την υποβολή αιτήσεων εξαγοράς και των απαιτούμενων δικαιολογητικών που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθ. 8 του αναγκ. νόμου 263/68 1, 4 και 16 του ν. 719/77 της παρ. 1 του άρθ. 34 του ν. 1473/84. Αιτήσεις, που έχουν απορριφθεί ως εκπρόθεσμες ή επειδή δεν είχαν υποβληθεί εμπρόθεσμα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, θεωρούνται εμπρόθεσμες και επανεξετάζονται.

Άρθρο 46.

Παρατείνονται από τότε που έληξαν (7.3.85) με την παράταση της παρ. 2 του άρθ. 42 του ν. 1473/84 και για 2 χρόνια από τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως οι προθεσμίες που ορίζονται από τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθ του ν. 357/76 (ΦΕΚ Α 156).

Άρθρο 47.

Κύριοι οικοπέδων, υποχρέων αποζημίωσης προσκυρούμενων ή ρυμοτομούμενων ανταλλάξιμων κτημάτων, που καθορίστηκαν μέχρι σήμερα και θα καθορίζονται με πράξη αναλογισμού αποζημίωσης και τακτοποίησης του αρμόδιου πολεοδομικού γραφείου, υποχρεούνται εντός δίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας από τη με απόδειξη ειδοποίηση της αρμόδιας οικονομικής εφορίας (τμήμα ΔΑΠ) να υποβάλλουν αιτήσεις εξαγοράς των ακινήτων αυτών.

Παρερχομένης απράκτου της προθεσμίας αυτής τη Επιτροπή ΔΑΠ μετά πρόταση του αρμόδιου γραφείου καθορίζει την αξία του οικοπέδου επί προσκυρουμένων ή τιμή μονάδας αποζημίωσης επί ρυμοτομουμένων.

Η απόφαση της Επιτροπής ΔΑΠ κοινοποιείται από τον αρμόδιο οικονομικό έφορο στον υπόχρεο, ο οποίος δικαιούται μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός μήνα να προσβάλει την απόφαση αυτή ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου της περιοχής του ακινήτου.

Η αίτηση στο μονομελές πρωτοδικείο στρέφεται κατά της ανταλλάξιμης περιουσίας και επιδίδεται στον αρμόδιο οικονομικό έφορο που εκπροσωπεί αυτή στη δίκη. Η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου που δικάζει κατά την τακτική διαδικασία είναι αμετάκλητη.

Η εκδίκαση της αίτησης από το μονομελές πρωτοδικείο θα γίνεται το αργότερο εντός 3 μηνών από την ημερομηνία της υποβολής της αίτησης, η δε απόφαση εκδίδεται υποχρεωτικά μέσα σε 3 μήνες από την εκδίκαση.

Παρερχομένης απράκτου της πιο πάνω προθεσμίας ή μετά την έκδοση της αμετάκλητης απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου, ενεργείται οίκοθεν η βεβαίωση του ποσού από τον αρμόδιο οικονομικό έφορο σε βάρος του υποχρέου.

Μετά την ολοσχερή εξόφληση του βεβαιωθέντος στο δημόσιο ταμείο ποσού παρά του υποχρέου εκδίδεται για μεν τα προσκυρούμενα ακίνητα, το σχετικό παραχωρητήριο, για δε τα ρυμοτομούμενα εξοφλητική πράξη.

Στη ρύθμιση των προηγούμενων παρ., δεν υπάγονται οι δήμοι και οι κοινότητες οι οποίοι απαλλάσσονται από την καταβολή αποζημίωσης στην ΥΔΑΜΚ λόγω ρυμοτομίας ανταλλάξιμου κτήματος.

Κάθε θέμα που θα ανακύψει κατά την εφαρμογή του παρόντος ,ρυθμίζεται εκάστοτε με απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 48.

Αντίτιμα ή δικαιώματα πάσης φύσεως, για την πώληση βιβλίων, κωδίκων κλπ. εντύπων γενικά, από δημόσιες υπηρεσίες προς τρίτους, δύναται να επιβάλλονται, αναπροσαρμόζονται και αναπροσδιορίζονται, με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Άρθρο 49

1. Με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται με πρόταση του Υπουργού Οικονομικών, είναι δυνατόν να καθορίζονται θέματα κανονισμού λειτουργίας των Υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών, καθώς και οι αρμοδιότητες, τα καθήκοντα και οι ευθύνες των Προϊσταμένων και των λοιπών υπαλλήλων τους.

Με τα ίδια διατάγματα είναι επίσης δυνατόν να προβλέπεται η λειτουργία των Τμημάτων των παραπάνω Υπηρεσιών σε μη αυτοτελή Γραφεία, στα οποία κατανέμονται οι εργασίες των Τμημάτων αυτών.

2. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών είναι δυνατόν να ορίζονται τα τηρούμενα από τις Υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών βιβλία, στοιχεία, δελτία και έντυπα, καθώς και ο τρόπος τήρησης και ενημέρωσης αυτών."15

Άρθρο 50.

1. Το άρθρο 5 του ν.δ. 356/1974 (ΦΕΚ Α' 90) αντικαθίσταται ως εξής:

Άρθρο 5.

Ληξιπρόθεσμα χρέη.

Τα χρέη προς το Δημόσιο που βεβαιώνονται στα δημόσια στα ταμεία και τα τελωνεία του Κράτους γίνονται ληξιπρόθεσμα ως εξής:

1.Τα χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του επόμενου από τη βεβαίωση μήνα.

2.Τα χρέη που με βάση το νόμο καταβάλλονται σε δόσεις την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του μήνα κατά τον οποίο πρέπει να καταβληθεί κάθε δόση, σύμφωνα με τις σχετικές φορολογικές ή άλλες διατάξεις.

Αν η βεβαίωση γίνει μετά την πάροδο της προθεσμίας πληρωμής της πρώτης ή οποιασδήποτε επόμενης δόσης, την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του μήνα πληρωμής της δόσης, που λήγει μετά τη βεβαίωση.

3. Τα χρέη από συμβάσεις την ημέρα που σύμφωνα με τη σύμβαση πρέπει να καταβληθεί ολόκληρο ή μέρος του κεφαλαίου της οφειλής.

4.Τα χρέη από εισαγωγικά τέλη, για εμπορεύματα που βρίσκονται σε αποταμίευση, την ημέρα που λήγει, σύμφωνα με τους τελωνειακούς νόμους, η διάρκεια της αποταμίευσης, προκειμένου δε για χρέη από εμπορεύματα, που έχουν εισαχθεί με σκοπό την επανεξαγωγή, την ημέρα που λήγει η προθεσμία για επανεξαγωγή.

5.Τα χρέη δημόσιων υπόλογων από καταλογισμό, την ημέρα που ο υπόλογος είχε υποχρέωση για την εισαγωγή των εισπράξεων στο Δημόσιο, εφόσον ο καταλογισμός έγινε για παράλειψη εισαγωγής εισπράξεων, ενώ σε περίπτωση ελλείμματος, την ημέρα που εξακριβώθηκε ότι δημιουργήθηκε το έλλειμμα και αν η εξακρίβωση είναι αδύνατη, την ημέρα κατά την οποία έχει ανακαλυφθεί, κατά την επιθεώρηση ή την παράδοση της διαχείρισης, το έλλειμμα.

Αν η εξακρίβωση του ελλείμματος στη διαχείριση γίνει μετά τη λήξη του οικονομικού έτους και είναι αδύνατος ο προσδιορισμός της ημέρας που δημιουργήθηκε αυτό, την ημέρα λήξης του οικονομικού έτους της ελλειμματικής διαχείρισης».

2.Οι παράγραφοι 1 και 6 του άρθρου 6 του ν.δ. 356/1974 «περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων» αντικαθίστανται ως εξής:

«1.Από την πρώτη εργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα του μήνα, ο οποίος ακολουθεί την προθεσμία κατά την οποία σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο, γίνονται ληξιπρόθεσμα τα χρέη προς το Δημόσιο, επιβάλλονται, σε βάρος των υπόχρεων, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής.

Το ποσοστό της προσαύξησης εκπρόθεσμης καταβολής ορίζεται σε 2% για κάθε μήνα καθυστέρησης και δεν μπορεί να είναι ανώτερο του 75% του χρέους που καταβάλλεται κάθε φορά.

Εξαιρετικά, προκειμένου για χρέη από φόρο κληρονομιών, δωρεών, προικών και γονικών παροχών, το ποσοστό της προσαύξησης εκπρόθεσμης καταβολής ορίζεται σε 1,5% το μήνα και δεν μπορεί να υπερβεί το 50% του καταβαλλόμενου κάθε φορά χρέους.

Για καθυστέρηση καταβολής για χρονικό διάστημα μικρότερο του μήνα, υπολογίζεται προσαύξηση εκπρόθεσμης καταβολής για ολόκληρο το μήνα.

Για χρέη από συμβάσεις, το ποσοστό της προσαύξησης εκπρόθεσμης καταβολής ρυθμίζεται από τις διατάξεις του παρόντος, εκτός αν προβλέπεται άλλη ρύθμιση με ρητό όρο της σύμβασης και υπολογίζεται από την επόμενη ημέρα της προθεσμίας που πρέπει, σύμφωνα με τη σύμβαση, να καταβληθεί η οφειλή μερικά ή ολικά».

«6. Επιτρέπεται στο αρμόδιο, κατά τις κείμενες διατάξεις, όργανο να απαλλάσσει μερικά ή ολικά, ύστερα από αιτιολογημένη γνώμη της επιτροπής του άρθρου 15 του ν. 3200/1955, οφειλές προς το Δημόσιο από τις προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, εφόσον η εκπρόθεσμη καταβολή οφείλεται σε υπαιτιότητα των αρμόδιων δημόσιων οργάνων, που αποδεικνύεται από επίσημα έγγραφα ή στοιχεία.

Στις ίδιες περιπτώσεις και εφόσον η οφειλή δεν εισπράττεται με μηχανογραφικά τριπλότυπα η απόφαση για την απαλλαγή προσαύξησης μπορεί να αναφέρεται και στη χορήγηση της σχετικής έκπτωσης, όταν αυτή προβλέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις. Προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ή ποσά έκπτωσης που τυχόν έχουν καταβληθεί επιστρέφονται, με βάση την παραπάνω απόφαση».

3. Για την καταβολή των βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο δεν ισχύει η παράταση των δέκα ημερών που καθορίζεται με τη διάταξη της παραγράφου 7 του άρθρου 5 του ν. 2252/1952 (ΦΕΚ Α' 284) και ισχύει μόνο για τις προθεσμίες υποβολής και πληρωμής των δηλώσεων.

4. Για τον υπολογισμό των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής και το χρόνο καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο, που ήδη έχουν βεβαιωθεί στα δημόσια ταμεία, εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου αυτού.

5.Η ισχύς των διατάξεων του άρθρου αυτού αρχίζει μετά τη λήξη του τρίτου μήνα από το μήνα δημοσίευσης του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Ειδικώς όσο αφορά τη φορολογία εισοδήματος φυσικών προσώπων οι διατάξεις του πρώτου και του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του ν.δ. 356/1974, όπως αυτή ισχύει μετά την αντικατάσταση της με την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού, ισχύουν από 1 Ιουνίου 1986.

Άρθρο 51.

Συμψηφισμός χρεωστικών και πιστωτικών υπολοίπων φόρου

1.Τα χρεωστικά και πιστωτικά ποσά που προκύπτουν από την εκκαθάριση αρχικής ή συμπληρωματικής δήλωσης φόρου εισοδήματος φυσικών ή νομικών προσώπων συμψηφίζονται οίκοθεν, μέχρι το ποσό των 100.000 δρχ. ως εξής:

α. Πιστωτικά υπόλοιπα μέχρι το ποσό των 100.000 δρχ. που προέρχονται από παρακράτηση ή από προκαταβολή, η οποία όπως προκύπτει από τα στοιχεία του μηχανογραφικού αρχείου είσπραξης, έχει καταβληθεί, συμψηφίζονται με τυχόν χρεωστικά υπόλοιπα.

β. Χρεωστικά υπόλοιπα μέχρι το ποσό των 100.000 δρχ. συμψηφίζονται με τα πιστωτικά υπόλοιπα.

2.Η ισχύς των διατάξεων του άρθ. αυτού αρχίζει από το οικονομικό έτος 1986 και εφαρμόζεται κατά την εκκαθάριση των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος αυτού του οικονομικού έτους και στο εξής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ

ΚΥΡΩΣΗ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ

Άρθρο 52.

1.Κυρώνονται και έχουν ισχύ από τότε που εκδόθηκαν οι αποφάσεις Ε.3412/4-3-85, Ε.7298/28.3.85, Ε.7304/28.3.85, Ε.7692/9.4.85, Μ.1202/17.4.85, 41250/1259/25.4.85, Ε.9854/.26.5.85, Ε.10708/28.6.85, Ε.13177/18.9.85, Ε.13178/18.9.85, Ε.16075/1708/18.11.85 και Ε.15934/20.11.85, οι οποίες έχουν ως εξής :

α) <Αριθ. 3412 Αθήνα, 4 Μαρτ. 1985 :

Παράταση της προθεσμίας υποβολής των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος καθώς και των δηλώσεων ακίνητης περιουσίας οικον. έτους 1985.

(Παρατάθηκε μέχρι 15 Μαρτ. 1985).

β) Αριθ. Ε.7298 Αθήνα, 28 Μαρτ. 1985 :

Παρακράτηση φόρου εισοδήματος επί των θετικών διαφορών που προκύπτουν από την εφαρμογή των διατάξεων του ν. 1505/84 και χρόνος φορολογίας αυτών.

γ) Αριθ. Ε.7304 Αθήνα, 28 Μαρτ. 1985 :

Επέκταση εφαρμογής και παράταση ισχύος της ε.11350/31.8.83 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, (εδ. ιγ παρ. 1 άρθ. 46 ν. 1473/84 ΦΕΚ Α 127.

(Αναφέρεται στην παροχή διευκολύνσεων για τη περαίωση ορισμένων εκκρεμών φορολ. υποθέσεων).

δ) Αριθ. Ε.7692 Αθήνα, 9 Απριλ. 1985 : Παράταση της προθεσμίας καταβολής της πρώτης δόσης των τελών κυκλοφορίας των αυτοκινήτων και μοτοσυκλετών, καθώς και της προθεσμίας υποβολής των προσωρινών δηλώσεων των παρ. 1 άρθ. 44 και 4 άρθ. 48 ν.δ. 3323/55 και της παρ.1 άρθ. 5 του αν. 843/48.

ε) Αιθ.Μ1202 Αθήνα, 17 Απριλ. 1985 :

Απαλλαγή από το φόρο ποσοστού του 20% επί των θετικών διαφορών που προκύπτουν από την εφαρμογή των διατάξεων του ν. 1505/84.

στ) Αριθ. 41240/1259 Αθήνα, 25 Απριλ. 1985 :

Τροποποίηση αποφάσεων για επιστροφή φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων με επιταγές.

Έχοντας υπόψη :

1. Την Υ79/84 απόφαση του Πρωθυπουργού

2. Τις διατάξεις του ν. 277/76 <περί εκδόσεως υπό του Ελληνικού Δημοσίου επιταγών προς επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντων φόρων>.

3. Την απόφαση αριθ. 35430/2862/19-3-82 (ΦΕΚ 144/82 τ. Β) <έκδοση επιταγών ν. 277/76 για την επιστροφή φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων και ρύθμιση σχετικών θεμάτων>.

4. Την απόφαση αριθ. Ε.2380/28.279 που κυρώθηκε με το ν. 979/79, με την οποία καθιερώθηκε ο συμψηφισμός από την μηχανογραφική υπηρεσία των πιστωτικών υπολοίπων με τα χρεωστικά υπόλοιπα που προκύπτουν από την εκκαθάριση της δήλωσης φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων.

5. Τις αποφάσεις αριθ. 25009/Δ-Ε/3.3.80, Ε.7362/11.6.81 και 30408/Δ- Ε/4.3.82 που κυρώθηκαν με τους ν. 1041/80/1249/82 και 1473/84, με τις οποίες τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε η απόφαση αριθ. 2380/28.2.79.

6.Την ανάγκη απλούστευσης των διαδικασιών για την επιστροφή του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων ώστε να ικανοποιούνται ταχύτατα οι δικαιούχοι φορολογούμενοι.

Αποφασίζουμε

Ι. Τροποποιούμε την απόφασή μας αριθ. Ε.2380/28- 2-79 σε θέματα επιστροφής πιστωτικού υπολοίπου με επιταγές απευθείας από το ΜΗ.Κ.Υ.Ο. ως εξής :

Τα τελικά πιστωτικά ποσά, που προκύπτουν από την εκκαθάριση των αρχικών δηλώσεων του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων και μετά το συμψηφισμό των χρεωστικών και πιστωτικών υπολοίπων, σύμφωνα με την απόφαση αριθ. 30408/4-3-82, μέχρι του ποσού των 100.000 δρχ., και προέρχονται είτε από παρακρατήσεις είτε από προκαταβολή προηγούμενου οικονομικού έτους, για την οποία θα προκύπτει από τα στοιχεία του ΜΥΚΥΟ ότι έχει εξοφληθεί, επιστρέφονται απευθείας στους δικαιούχους με επιταγές που εκδίδει το ΜΗΚΥΟ και ενσωματώνει στο εκκαθαριστικό σημείωμα του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων.

ΙΙ. Τροποποιούμε την παρ. 1 του άρθ. 4 της απόφασής μας αριθ. 35430/2864/19-3-82 (ΦΕΚ 144/82 τ. Β) ως εξής : <Ι. Το ΜΗΚΥΟ στις περιπτώσεις που θα προκύψει από την εκκαθάριση των αρχικών δηλώσεων του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων ποσό για επιστροφή θα εκδίδει :

α. Για τους φορολογούμενους που το επιστρεφόμενο ποσό είναι πιστωτικό και μέχρι 100.000 δρχ. και προέρχεται από παρακράτηση ή και προκαταβολή προηγούμενου οικονομικού έτους που έχει εξοφληθεί, ένα πιστωτικό σημείωμα κατά πιστωτική κατάσταση, το οποίο θα συνοδεύεται με ονομαστική κατάσταση των δικαιούχων των επιταγών.

β. Για τους φορολογούμενους που το επιστρεφόμενο ποσό προέρχεται από προκαταβολή προηγούμενου οικον. έτους που δεν έχει εξοφληθεί ανεξαρτήτως ποσού ή από παρακράτηση που υπερβαίνει τις 100.000 δρχ. ή έχουν χρεωστικό και πιστωτικό υπόλοιπο ,μια κατάσταση επεξεργασίας επιστροφών, με βάση την οποία θα εκδίδει για κάθε περίπτωση (διαγραφές, συμψηφισμοί, απευθείας επιταγές) ένα πιστωτικό σημείωμα που θα συνοδεύεται με την αντίστοιχη ονομαστική κατάσταση.

ΙΙΙ. Κάθε προηγούμενη απόφασή μας που ρυθμίζει θέματα σχετικά με τα παραπάνω παύει να ισχύει στο εξής.

Η παρούσα να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και να κυρωθεί με νόμο.

ζ) Αριθ. Ε.9854 Αθήνα, 26 Μαίου 1985 :

Έχοντας υπόψη :

1.Τις διατάξεις της παρ.2 του άρθ. 36.α του ν.δ. 3323/55

2.Την Ε.823 από 24 Ιαν. 1983 τηλεγραφική διαταγή με την οποία αναστάλθηκε ο έλεγχος προσδιορισμού καθαρών κερδών των εργοληπτικών επιχειρήσεων που αναλαμβάνουν δημόσια έργα.

3.Την ανάγκη άρσης των ερμηνευτικών αμφισβητήσεων που έχουν γεννηθεί σχετικά με τον προσδιορισμό των καθαρών κερδών των εργοληπτικών επιχειρήσεων που αναλαμβάνουν δημόσια έργα.

Αποφασίζουμε

1. Ορίζουμε σε 10% το συντελεστή καθαρού κέρδους των επιχειρήσεων που ασχολούνται στην εργοληπτική κατασκευή τεχνικών έργων του δημοσίου, δήμων και κοινοτήτων, δημόσιων επιχειρήσεων ή εκμεταλλεύσεων, οργανισμών ή επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου γενικά ανεξάρτητα από το αν για την κατασκευή αυτών των έργων χρησιμοποιούνται υλικά του εργολάβου ή όχι.

2.Ο πιο πάνω συντελεστής εφαρμόζεται για τα ακαθάριστα έσοδα των πιο πάνω επιχειρήσεων που προέκυψαν από 1 Ιαν. 1981 και μέχρι 31.12.83 και καταλαμβάνει τις υποθέσεις που εκκρεμούν στις φορολογικές αρχές, στα Διοικητικά Δικαστήρια και στο Συμβούλιο της Επικρατείας.

3. Η απόφαση αυτή να ακυρωθεί με νόμο.

Σύμφωνα με την κατωτέρω παρ. 13 αυτού του άρθ. οι διατάξεις της άνω αποφάσεως εφαρμόζονται και στα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων που αναφέρονται σε αυτή, τα οποία, προέκυψαν από 1 Ιαν. 1984 μέχρι και τις 17 Σεπτ.1985, ημερομηνία έναρξης εφαρμογής των διατάξεων του άρθ. 10 ν. 1563/85 (ΦΕΚ Α 151).

η) Αριθ. Ε.10708 Αθήνα, 28 Ιουν. 1985 :

Παράταση ισχύος της Ε.11350/31-8-83 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών. (Παρατείνεται μέχρι 31 Δεκ. 1985 βλ. ανωτ. εδ. γ της ίδιας παρ. και άρθ. ).

θ) Αριθ. Ε.13177 Αθήνα, 18 Σεπτ. 1985 (Ρυθμίζονται οι ανέλεγκτες υποθέσεις φορολογίας εισοδήματος που αφορούν σε διαχειρίσεις που έκλεισαν μέχρι 31.12.84 των επιτηδευματιών που τήρησαν βιβλία Γ ή Δ κατηγορίας του ΚΦΣ).

ι) Αριθ. Ε.13178 Αθήνα, 18 Σεπτ. 1985 Παροχή διευκολύνσεων στους φορολογούμενους, για την εκπλήρωση των φορολογικών τους υποχρεώσεων. (Παρέχεται προθεσμία μέχρι 31 Οκτ. 1985 για φορολογικές υποχρεώσεις που γεννήθηκαν μέχρι 31 Δεκ. 1984). ια) Αριθ. Ε.16705 /1708 Αθήνα, 18 Νοεμ. 1985:

Προσαύξηση ποσών φόρου και εισφοράς πλοίων ιβ) Αριθ. Ε15934 Αθήνα, 20 Νοεμ. 1985 : (Ρυθμίζονται οι υποθέσεις φορολογίας εισοδήματος και λοιπών φορολογικών αντικειμένων, οι οποίες αφορούν στις ανέλεγκτες χρήσεις μέχρι και αυτή του ημερολογιακού έτους 1984, των ελεύθερων επαγγελματιών (αρθ.45 παρ. 1 ν.δ.3323/55), οι οποίοι τήρησαν βιβλία Β κατηγορίας ΚΦΣ).

2. Κυρώνονται και έχουν ισχύ ν. από τότε που εκδόθηκαν οι αποφάσεις Κ.1418/18/28.2.85, Κ4157/74/27-6-85 και Κ4993/86/31-7-85, οι οποίες έχουν ως εξής :

α) Αριθ. Κ1418 (ΦΕΚ Β 106/85) :

Παροχή διευκολύνσεων για την περαίωση εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων μεταβίβασης ακινήτων με αντάλλαγμα ή αιτία θανάτου, δωρεάς - γονικής παροχής ή προίκας.

β) Κ 4157/74 27.6.85 :

Παράταση προθεσμίας για την περαίωση εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων μεταβίβασης ακινήτων με αντάλλαγμα ή αιτία θανάτου δωρεάς -γονικής παροχής ή προίκας. (Παρατείνεται η προθεσμία της Απ.Κ1418/85 ΦΕΚ Β 106) μέχρι 30 Ιουν. 1985).

γ) Κ4993/86 31.7.85 :

Παράταση προθεσμίας για την περαίωση εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων μεταβίβασης ακινήτων με αντάλλαγμα ή αιτία θανάτου δωρεάς-γονικής παροχής ή προίκας. (Παρατάθηκε μέχρι 31 Ιουλ. 1985 η προθεσμία της άνω Κ1418/28-2-85 Απ.ΦΕΚ Β 106).

3.Κυρώνεται και έχει ισχύ νόμου από 1ης Ιαν. 1985 η Κ3786/10-6-85 απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών, η οποία έχει ως εξής:

<Κ.3786/65 10.6.85 :

Φορολογητέα αξία πλασματικής μεταβίβασης ακινήτων

Έχοντας υπόψη :

1.Τις διατάξεις της περιπτ. (α) της παρ. 2 του άρθ. 5 του ν. 1587/50 <Περί κυρώσεως και συμπληρώσεως του υπαριθμ. 1521/50 αν. <Περί φόρου μεταβίβασης ακινήτων>.

2.Τις διατάξεις του άρθ. 41 του ν. 1249/82 <Διαρρυθμίσεις στην άμεση και έμμεση φορολογία, μισθολογικά θέματα και άλλες διατάξεις, <όπως τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις του άρθ. 14 του ν. 1473/84 <Μεταρρυθμίσεις στην άμεση και έμμεση φορολογία και άλλες διατάξεις> και ισχύουν.

3.Την ανάγκη προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας της πλασματικής μεταβίβασης ακινήτων στον εκ προσυμφώνου αγοραστή, κατά το πρώτο εδ. της παρ. 2 του άρθ. 2 του ν. 1587/50, μετά την ισχύ του αντικειμενικού προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας των μεταβιβαζόμενων ακινήτων.

Αποφασίζουμε

1. Η διάταξη της περιπτ. (α) της παρ.2 του άρθ. 5 του ν. 1587/50 εφαρμόζεται και στις φορολογικές υποθέσεις που υπάγονται στις διατάξεις των άρθ. 41 ν. 1249/82 και 14 Ν. 1473/84 .

2. Η απόφαση αυτή που ισχύει από 1ης Ιαν. 1985 θα κυρωθεί με νόμο>.

4. Κυρώνεται και έχει ισχύ νόμου από τότε που εκδόθηκε η απόφαση Τ 2204/589/30-9-85 και η οποία έχει ως εξής :

Αριθ. Τ.2204 30.9.85 Απαλλαγή των μουσικών και θεατρικών εκδηλώσεων που πραγματοποιούν οι τυφλοί από τέλη και εισφορές υπέρ τρίτων.

5. Κυρώνεται και έχει ισχύ ν. από τότε που εκδόθηκε η απόφαση Σ.3335/533/22.10.84 του Υπουργού Οικονομικών η οποία έχει ως εξής : <Αριθ. Πρωτ. Σ.3335/533 Αθήνα 22 Οκτ. 1984:

Απαλλαγή από τα τέλη χαρτοσήμου εργολαβικών εργασιών (ηλεκτρολογικών, υδραυλικών, ξυλουργικών κτλ.).

6. Κυρώνεται και έχει ισχύ ν. από 1.1.85 η αριθ.143029/1242/18-12-84 απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης και Οικονομικών (ΦΕΚ 907/31.12.84 τεύχος Β) η οποία έχει ως εξής :

Διαδικασία εφαρμογής διατάξεων άρθ. 34 και 35 του ν. 1489/84 .

Έχοντας υπόψη :

1. Τις διατάξεις του ν.400/76 <Περί Υπουργικού Συμβουλίου και Υπουργείων>.

2. Τις διατάξεις του άρθ.34 του ν. 1489/84 <τροποποίηση και συμπλήρωση της κείμενης συνταξιοδοτικής νομοθεσίας>.

3. Την αριθ. Υ79/21.6.84 απόφαση του Πρωθυπουργού <Ανάθεση αρμοδιοτήτων στον Υπουργό Αναπληρωτή Οικονομικών δημ. Τσοβόλα (ΦΕΚ 413/84 τ.Β).

4.Την ανάγκη ρύθμισης ορισμένων θεμάτων που προκύπτουν από την εφαρμογή των διατάξεων του άρθ. 34 του ν. 1489/84, αποφασίζουμε :

1.Ορίζουμε όπως οι προβλεπόμενες από το άρθ. 34 του ν. 1489/84 <τροποποίηση και συμπλήρωση της κείμενης συνταξιοδοτικής νομοθεσίας <αρμοδιότητες των υπηρεσιών εντελομένων εξόδων για άσκηση προληπτικού ελέγχου στις δαπάνες του Δημοσίου και τα επιτροπικά εντάλματα ασκούνται, προκειμένου για το Υπουργείο Εθνικής Αμυνας, από τα ειδικά λογιστήρια που λειτουργούν στα Αρχηγεία Στρατού, Ναυτικού και Αεροπορίας.

2.Με τις αποφάσεις της παρ. 6 του ανωτέρω άρθ. και νόμου καθορίζεται το αρμόδιο κατά περίπτωση όργανο στο οποίο απευθύνεται ο προϊστάμενος της υπηρεσίας εντελλομένων εξόδων ή του ειδικού λογιστηρίου ή προσφεύγει εκείνος που έχει έννομο συμφέρον κατά των πράξεων των παραπάνω υπηρεσιών, σύμφωνα με τις παρ.1 και 3 του ίδιου άρθ.

3.Τα χρηματικά εντάλματα πληρωμής μισθοδοσίας του προσωπικού του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης εξαιρούνται του προληπτικού ελέγχου .

Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και να κυρωθεί με νόμο.

7. Κυρώνονται και έχουν ισχύ νόμου από τότε που εκδόθηκαν οι κατωτέρω κοινές αποφάσεις Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας, που έχουν ως εξής :

α) Αριθ. Πρωτ. Κ 7472/964/28-9-84 :

Υποβολή στο Εθνικό Οργανισμό Καπνού των δηλώσεων παραγωγής καπνού σε φύλλα, εσοδείας 1984.

β) Αριθ. Πρωτ. Κ 9476/1153/7-12-84 .

Διενέργεια ελέγχου αποθηκών καπνού παραγωγών έτους 1984 από τον Εθνικό Οργανισμό Καπνού.

γ) Αριθ. Πρωτ. Κ 1711/277/11 Μαρτ. 1985 :

Υποβολή στον Εθνικό Οργανισμό Καπνού των δηλώσεων καλλιέργειας καπνού έτους 1985.

δ) Αριθ. Πρωτ. Κ 5351/920/26 Αυγ.1985 Διενέργεια ελέγχου αποθηκών καπνού παραγωγών έτους 1985 από τον Εθνικό Οργανισμό Καπνού.

ε) Αριθ. Πρωτ. Κ 5911/1001/18 Σεπτ. 1985 Υποβολή στον Εθνικό Οργανισμό Καπνού των δηλώσεων παραγωγής καπνού σε φύλλα, εσοδείας 1985.

8. Κυρώνονται και έχουν ισχύ ν. από τότε που εκδόθηκαν οι αποφάσεις 26605/38349/12-3-85 και 56228/111-176/7-6-85 οι οποίες έχουν ως εξής :

α) Αριθ. Πρωτ. 26605 Αθήνα, 12 Μαρτ. 1985 :

Ρύθμιση χρεών που οφείλονται στο Δημόσιο.

Εχοντας υπόψη :

α) Τις διατάξεις του ν.δ. 356/74 <Περί κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων>.

β) Τις διατάξεις του ν.δ. 321/69 <Περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού> γ) Την ανάγκη αντιμετώπισης των φορολογουμένων με ενιαίο τρόπο και με αντικειμενικά κριτήρια στα πλαίσια της παροχής διευκολύνσεων κατά την εκπλήρωση των οφειλών τους προς το Δημόσιο.

Αποφασίζουμε :

1. Χρέη προς το Δημόσιο από κάθε αιτία, καθώς και χρέη υπέρ τρίτων που βεβαιώνονται και εισπράττονται μαζί με αυτά, εφόσον έχουν γίνει ληξιπρόθεσμα μέχρι τις 31.12.84 ,καταβάλλονται σε δόσεις κατά τις ακόλουθες διακρίσεις :

α) Χρέη για τα οποία η βασική οφειλή ανέρχεται μέχρι δρχ. 100.000 εξοφλούνται σε 10 μηνιαίες ισόποσες διαδοχικές δόσεις.

β) Χρέη για τα οποία η βασική οφειλή ανέρχεται από δρχ. 100.001 μέχρι δρχ. 500.000 εξοφλούνται σε 12 μηνιαίες ισόποσες διαδοχικές δόσεις.

γ) Χρέη για τα οποία η βασική οφειλή ανέρχεται από δρχ. 500.001 μέχρι δρχ. 1.000.000 εξοφλούνται σε 14 μηνιαίες ισόποσες διαδοχικές δόσεις.

δ) Χρέη για τα οποία η βασική οφειλή ανέρχεται από δρχ. 1.000.001 μέχρι δρχ. 5.000.000 εξοφλούνται σε 16 μηνιαίες ισόποσες διαδοχικές δόσεις ε) Χρέη για τα οποία η βασική οφειλή ανέρχεται από δρχ. 5.000.001 μέχρι δρχ. 30.000.000 εξοφλούνται σε 18 μηνιαίες ισόποσες διαδοχικές δόσεις.

2. Ληξιπρόθεσμα χρέη για τα οποία η βασική οφειλή υπερβαίνει το ποσό των δρχ. 30.000.000 δεν υπάγονται στις ρυθμίσεις της παρούσας.

3. Προϋπόθεση για την υπαγωγή των οφειλετών στην παραπάνω ρύθμιση είναι η υποβολή σχετικής αίτησης στο αρμόδιο δημόσιο ταμείο μέχρι τις 29.3.85 και η εξόφληση μέχρι την ίδια ημερομηνία των ληξιπρόθεσμων οφειλών του τρέχοντος οικονομικού έτους.

4. Ως βασική οφειλή, για την υπαγωγή των οφειλετών στην παραπάνω ρύθμιση, νοείται το σύνολο των βασικών χρεών που ήταν ληξιπρόθεσμα κατά την 31.12.84.

5. Η καταβολή της πρώτης δόσης των κατά τις προηγούμενες παρ. ρυθμιζόμενων χρεών πρέπει να γίνει μέχρι τις 10.4.85, καθεμιάς δε από τις υπόλοιπες μέχρι τη δέκατη ημέρα των επόμενων μηνών.

Η παρούσα ρύθμιση για την οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ.3 του άρθ. 3 του ν.δ. 356/74 (ΚΕΔΕ) δεν απαλλάσσει το χρέος από τις προσαυξήσεις.

6.Η παράλειψη καταβολής μιας δόσης των ρυθμιζόμενων χρεών έχει σαν συνέπεια την απώλεια του δικαιώματος που παρέχεται με την απόφαση αυτή.

7.Εάν ο οφειλέτης καταβάλει το σύνολο των χρεών που θα ρυθμισθούν μέσα στην προθεσμία καταβολής της πρώτης δόσης (μέχρι 10.4.85) απαλλάσσεται από τις οφειλόμενες προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής κατά τις παρακάτω διακρίσεις και ποσοστά :

α) Για χρέη που η βασική οφειλή ανέρχεται μέχρι. 100.001 δρχ. ποσοστό 40%.

β) Για χρέη που η βασική οφειλή ανέρχεται από δρχ. 100.001 μέχρι δρχ.500.000 ποσοστό 35%.

γ) Για χρέη που η βασική οφειλή ανέρχεται από δρχ. 500.001 μέχρι δρχ. 1.000.000 ποσοστό 30%.

δ) Για χρέη που η βασική οφειλή ανέρχεται από 1.000.001 μέχρι δρχ. 5.000.000 ποσοστό 25%.

ε)Για χρέη που η βασική οφειλή ανέρχεται από δρχ.5.000.001 μέχρι δρχ. 30.000.000 ποσοστό 20%.

8.Εξαιρούνται από την πιο πάνω ρύθμιση χρέη προερχόμενα από πρόστιμα αυθαίρετων κατασκευών, από τελωνειακά έσοδα, από συμβάσεις, εκτός των οφειλών από δάνεια που χορηγήθηκαν με την εγγύηση του Δημοσίου και έχουν βεβαιωθεί στα δημόσια ταμεία, από έλλειμμα δημόσιας διαχείρισης και από παραβάσεις της νομοθεσίας περί προστασίας του εθνικού νομίσματος.

Επίσης εξαιρούνται χρέη για τα οποία έχει γίνει πτωχευτικός συμβιβασμός ή εκούσιος (εξωπτωχευτικός) συμβιβασμός με το Δημόσιο.

9.Η παραγραφή των χρεών, που σύμφωνα με τις προηγούμενες παρ. θα υπαχθούν σε τμηματική καταβολή, αναστέλλεται για ολόκληρο το χρονικό διάστημα, το οποίο αφορά η ρύθμιση αυτή. Μετά την παύση της αναστολής συνεχίζεται η παραγραφή και σε καμιά περίπτωση δεν συμπληρώνεται πριν περάσει ένα εξάμηνο.

10. Οποιαδήποτε μέτρα που έχουν ληφθεί ή θα ληφθούν για την είσπραξη των χρεών που θα υπαχθούν στην παρούσα ρύθμιση εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι να εξοφληθούν τα χρέη.

Κατ’ εξαίρεση αναστέλλεται η εκτέλεση των ενταλμάτων προσωπικής κράτησης καθώς και η συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης κινητών ή ακινήτων, εφόσον ο οφειλέτης θα είναι συνεπής προς τη ρύθμιση.

Η αναστολή αυτή δεν ισχύει προκειμένου για κατασχέσεις που έχουν επιβληθεί στα χέρια τρίτων.

Όσοι έχουν προσωποκρατηθεί για τα παραπάνω χρέη απολύονται, εφόσον υπαχθούν στη ρύθμιση, σύμφωνα με την παρ. 3 της παρούσας και καταβάλλουν την πρώτη δόση των ρυθμιζόμενων χρεών.

ΙΙ. Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως που θα κυρωθεί με νόμο.

β) Αριθ. Πρωτ. 56228 Αθήνα, 7 Ιουν. 1985 Παράταση της προθεσμίας καταβολής του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων οικον. έτους 1985.

9.Κυρώνεται και έχει ισχύ νόμου από τότε που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως η Θ.722/674/25-7-85 απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών «περί απαλλαγής της Δ.Ε.Θ. ΑΕ από το φόρο δημόσιων θεαμάτων» που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 504/23-8-85 τεύχος Β).

10.Κυρώνεται και έχει ισχύ νόμου από τότε που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως η Μ.4314/293/6-12-85 απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών <περί διαθέσεως αλατιού απευθείας από τις αλυκές του Κράτους> που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 736/6-12-85 τεύχος Β και έχει ως εξής:

Εχοντας υπόψη :

Α. Την ανάγκη άμεσου εφοδιασμού του καταναλωτικού κοινού με αλάτι.

Β. Το γεγονός ότι :

1) Ο Σύλλογος Προσωπικού των υπαλλήλων της ΑΕ «ΕΔΕΜΕΔ» έχει κατέβει σε απεργία διαρκείας.

2) Η ΑΕ «ΕΔΕΜΕΔ» εταιρία που έχει αναλάβει με σύμβαση τη διάθεση και διαχείριση των μονοπωλιακών ειδών, δεν εφοδιάζει τις αποθήκες Μονοπωλίων με τα είδη αυτά λόγω λήξεως της σύμβασης στις 31.12.85.

3) Το αλάτι αποτελεί είδος πρώτης ανάγκης χρησιμοποιούμενο ως πρώτη ύλη, τόσο στη βιομηχανία, όσο και στην επεξεργασία προϊόντων (διατήρηση τροφών - ελιών, τουρσιών κλπ.) και 4) η ανάγκη εφοδιασμού του κοινού με αλάτι είναι επιτακτικότερη λόγω εποχής συγκομιδής των ελιών.

Αποφασίζουμε :

1.Η πώληση του αλατιού θα γίνεται απευθείας από τις αλυκές του Κράτους σε όλες τις επιχειρήσεις, συνεταιρισμούς και ιδιώτες.

2.Η τιμή πώλησης του αλατιού καθορίζεται σε δρχ. 5 το κιλό. Η τιμή αυτή επιβαρύνεται ακόμα με δρχ. 0,27 το κιλό υπέρ του ΙΚΑ, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 13/73 και με χαρτόσημο τιμολογίου 3,6%.

3.Αναθέτουμε στον Οικονομικό Έφορο Μεσολογγίου τη διαχείριση και διάθεση του αλατιού που έχει προμηθευτεί το Ελληνικό Μονοπώλιο από την αΕ «ΑΛΥΚΑΙ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ» με τη Σύμβαση Προμήθειας 65865/84.

4.Ορίζουμε αρμόδιους για τη διάθεση του αλατιού των κρατικών αλυκών τους επιτηρητές των αλυκών αυτών.

5.Η παράδοση του αλατιού θα γίνεται με την προσκόμιση του διπλοτύπου είσπραξης του Δημοσίου Ταμείου από τον ενδιαφερόμενο ,για το αντίτιμο της χορηγούμενης ποσότητας πλέον των λοιπών επιβαρύνσεων.

6. Το Δημόσιο Ταμείο θα φέρει το έσοδο από την πώληση του αλατιού στον ΚΑ 2426 .

Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως να κυρωθεί με νόμο και θα ισχύει μέχρι 31.12.85.

11.Κυρώνονται και έχει ισχύ ν. από τότε που εκδόθηκαν οι 46814/1857/9- 5-85, 46829/1886/9-5-85 και 80013/8592/8-8-85 αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, οι οποίες έχουν ως εξής :

α) Αριθ. 46814/1857 Αντικατάσταση των εδ. ια και ιδ της παρ. 1 του άρθ. 19 του ν. 1505/84 .

β) Αριθ. 46829/1886 Υπολογισμός ποσοστού 6,6% της ΑΤΑ πρώτου τετραμήνου 1985.

γ) Αριθ. 80013/8592 Αντικατάσταση του δεύτερου εδ. της παρ.6 του άρθ.1 του ν. 1505/84 .

12. Κυρώνεται και έχει ισχύ ν. από τότε που εκδόθηκε η 51780/2101/27-5- 85 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Δημόσιας Τάξης και Εμπορικής Ναυτιλίας, η οποία έχει ως εξής: <Αριθ. 51780/2101 Χορήγηση ειδικής αποζημίωσης στα όργανα της Ελληνικής Αστυνομίας του Πυροσβεστικού Σώματος και του Λιμενικού Σώματος, κατά την περίοδο των βουλευτικών εκλογών της 2.6.85.

13.Οι διατάξεις της περίπτ. ζ της παρ. 1 αυτού του άρθ. εφαρμόζονται και στα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων που αναφέρονται σ’ αυτή, τα οποία προέκυψαν από 1 Ιαν. 1984 μέχρι και τις 17 Σεπτ. 1985, ημερομηνία έναρξης εφαρμογής των διατάξεων του άρθ. 10 του ν. 1563/85 (ΦΕΚ Α 151).

14. Κυρώνονται και έχουν ισχύ ν. από τότε που εκδόθηκαν οι αποφάσεις του Υπουργού των Οικονομικών Σ.283/12/14-3-84 Ε.7128/119/1.7.85 και Γ. 1070/66/10-9-85, οι οποίες έχουν ως εξής :

α) Αριθ. Σ.283/12 Αθήνα, 14 Μαρτ. 1984 :

Για την παράταση της ισχύος των διατάξεων των παρ. 2 και 3 του άρθ. 9 και του άρθ. 28 του ν. 588/77.

β) Αριθ. Ε.728/119 Αθήνα, 1 Ιουλ. 1985 :

Για την παράταση της ισχύος των διατάξεων των παρ.2 και 3 του άρθ. 9 και του άρθ. 28 του ν. 588/77.

Έχοντας υπόψη :

α) Τις διατάξεις του ν. 588/77 <περί οργανώσεως των Αστικών Συγκοινωνιών πρωτευούσης και άλλων τινών διατάξεων> β) Το έγγραφο αριθ.32180/1423/20-2-85 του Υπουργείου των Συγκοινωνιών για την ανάγκη παράτασης της ισχύος των διατάξεων των άρθ. 9 και 28 του ν. 588/77, η ισχύς των οποίων έληξε στις 31.12.84.

Αποφασίζουμε :

Άρθρο 1.

1. Η ισχύς των διατάξεων των παρ. 2 και 3 του άρθ. 9 και του άρθ. 28 του ν. 588/77 παρατείνεται από τότε που έληξε μέχρι 31.12.85.

2. Η κατά την προηγούμενη παρ. παράταση της ισχύος των διατάξεων αυτών δεν αφορά τα εισαγόμενα από το εξωτερικό έτοιμα λεωφορεία.

Άρθρο 2.

Στα πρόσωπα που δικαιούνται ατελείας, βάσει των διατάξεων των άρθ.9 και 28 του ν. 588/77, όπως οι διατάξεις αυτές παρατείνονται με την παρούσα απόφαση, επιστρέφονται (με εξαίρεση τον εισαγωγικό δασμό) τα ποσά που από τη λήξη της ισχύος των παραπάνω διατάξεων και μέχρι την κοινοποίηση της απόφασής μας αυτής έχουν καταβάλει στα τελωνεία, για την εισαγωγή των αναγραφόμενων στις διατάξεις αυτές ειδών, εφόσον προσκομίσουν μέχρι 31.12.85 στα τελωνεία εισαγωγής τα προβλεπόμενα δικαιολογητικά ατελείας.

Αρθρο 3.

Η απόφασή μας αυτή να κυρωθεί νομοθετικά.

γ) Αριθ. Γ.1070/66 Αθήνα, 10 Σεπτ.1985.

Ατελής παράδοση 51 επιβατικών αυτοκινήτων (τζιπ) στο Υπουργείο Γεωργίας.

15. Κυρώνονται και έχουν ισχύ νόμου από της δημοσιεύσεως τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως οι αποφάσεις του Υπουργού των Οικονομικών.

Δ.1254/141/1-11-84 Δ.264/23/8-3-85, Δ.482/47/30-4-85 Δ.904/115/5-9-85,

Δ.905/116/5-9-85 και Δ. 1272/169/30-11-85 οι οποίες έχουν ως εξής :

α) Αριθ. Δ.1254/141 (ΦΕΚ Β 886) Αθήνα 1.11.84 :

Προσωρινή εισαγωγή ορισμένων μεταφορικών μέσων ιδιωτικής χρήσης και προσωπικών ειδών .

β) Αριθ. Δ.264/23 (ΦΕΚ Β 139) Αθήνα, 8 Μαρτ. 1985 :

Δασμολογικές και φορολογικές απαλλαγές που εφαρμόζονται σε οριστικές εισαγωγές προσωπικών ειδών, που ανήκουν σε ιδιώτες.

γ) Αριθ. Δ. 482/47 (ΦΕΚ Β 242) Αθήνα,30 Απριλ. 1985 :

Τροποποίηση της αριθ. Δ.264/23/8-3-85 ΑΥΟ.

δ) Αριθ. Δ.904/115 (ΦΕΚ Β 519) Αθήνα, 5 Σεπτ.1985 :

Τροποποίηση και συμπλήρωση της με αριθ.

δ.1254/141/1-11.84 ΑΥΟ <Προσωρινή εισαγωγή ορισμένων μεταφορικών μέσων ιδιωτικής χρήσης και προσωπικών ειδών> ε) Αριθ. Δ.905/116 (ΦΕΚ Β 519) Αθήνα 5.9.85 :

Τροποποίηση της με αριθ. δ.264/23/8.3.85 ΑΥΟ. στ) αριθ. Δ. 1272/169 (ΦΕΚ Β 731) Αθήνα 30 Νομ. 1985 Τροποποίηση και συμπλήρωση της Δ.1254/141/1- 11-84 ΑΥΟ για προσωρινή εισαγωγή ορισμένων μεταφορικών μέσων ιδιωτικής χρήσης και προσωπικών ειδών.

16. Κυρώνεται και έχει ισχύ νόμου από 18.3.84 η αριθ. Δ.726/84/4-7-85 απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών για την <τροποποίηση της περιπτ. δ της παρ. 1 του άρθ. 2 της αριθ. Δ.264/23/8-3-84 απόφασης Υπουργού Οικονομικών> η οποία έχει ως εξής :

α) Αριθ. Δ.726/84 (ΦΕΚ Β 440) Αθήνα 4 Ιουλ. 1985 :

Τροποποίηση της περιπτ. δ της παρ. 1 του άρθ. 2 της αριθ.Δ.264/23/8-3-85 απόφασης Υπουργού Οικονομικών.

17. Κυρώνεται και έχει ισχύ ν. από 18.3.85 η αριθ. Δ.1291/170/5.12.85 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών για την <τροποποίηση της περιπτ. α της παρ. 1 του άρθ. 5 της Δ.264/23/8-3-85 απόφασης Υπουργού Οικονομικών> η οποία έχει ως εξής : <Αριθ. Δ 1291/170 (ΦΕΚ Β 731) Αθήνα 5 Δεκ.1985 Τροποποίηση της περιπτ. α της παρ.1 του άρθ. 5 της Δ.264/23/8-3-85 απόφασης Υπουργού Οικονομικών .

18. Κυρώνεται και έχει ισχύ ν. από 12.12.85 η αριθ. Δ.1321/139/13.12.85 απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών η οποία έχει ως εξής : <αριθ. δ. 1321/179 Αθήνα 13.12.85 :

Καταργήθηκε από το εδ. α της παρ.2 άρθ. 20 της δ. 247/13/88 (ΦΕΚ Β 195) αποφ. Υπ. Οικονομικών, Διορθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Β 307/23 Μαίου 1988. 53 Ν. 1591/1986 -ΦΕΚ Α 50/24.4.1986

Άρθρο 53.

Συνυπευθυνότητα φορτωτή

1. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που χρησιμοποιεί φορτηγό αυτοκίνητο ιδιωτικής χρήσης για εκτέλεση δημόσιας μεταφοράς ή εκδίδει φορτωτικές για τέτοια μεταφορά ή αποδέχεται τέτοιες φορτωτικής ή συνεργεί στην υπερφόρτωση φορτηγών οχημάτων δημόσιας ή ιδιωτικής χρήσης κατά ποσοστό που υπερβαίνει το 10% του μικτού βάρους του αυτοκινήτου, τιμωρείται με πρόστιμο τουλάχιστον 50.000 δρχ.,. που επιβάλλει το όργανο που διαπιστώνει την παράβαση.

Σε περίπτωση που η υπερφόρτωση υπερβαίνει το 20% του μικτού βάρους του οχήματος επιβάλλεται πρόστιμο τουλάχιστον 100.000 δρχ. και αφαιρούνται αμέσως και επί τόπου από τα αρμόδια όργανα που βεβαιώνουν την παράβαση η άδεια και οι πινακίδες κυκλοφορίας του οχήματος για χρονικό διάστημα μέχρι 30 ημέρες, υπό τους όρους και προϋποθέσεις που ορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δημόσιας Τάξης και Μεταφορών και Επικοινωνιών.

Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις του δεύτερου και των επόμενων εδ. της παρ. 5 του άρθ. 103 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, που κυρώθηκε με το ν. 614/77 (ΦΕΚ 167 Α), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει.

Οι παραπάνω χρηματικές ποινές δύναται να αναπροσαρμόζονται με απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών>.

2. Σαν φυσικά πρόσωπα, για την εφαρμογή των διατάξεων της προηγούμενης παρ. θεωρούνται υπεύθυνοι των γραφείων ή πρακτορείων μεταφορών, βιομηχανιών, βιοτεχνιών, εκδοτηρίων φορτωτικών, νομικών προσώπων δημοσίου ενδιαφέροντος, καθώς και κάθε άλλου φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο χρησιμοποιεί συστηματικά ή σε τακτά χρονικά διαστήματα φορτηγά αυτοκίνητα για τη διακίνηση των παραγόμενων ή εμπορευόμενων προϊόντων του.

Αρθρο 54.

Εκδοτήρια φορτωτικών

1. Οι διατάξεις του άρθ. 27 του π.δ. 99/77 (ΦΕΚ 34/77 τ. Α) καταργούνται.

2. Οι άδειες λειτουργίας των επιχειρήσεων εκδοτηρίων φορτωτικών, που έχουν εκδοθεί από οικονομικούς εφόρους με βάση τις καταργούμενες διατάξεις παύουν να ισχύουν 3 μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.

Αρθρο 55.

1. Οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθ. 32 του ν.δ. 3323/55 και της παρ.2 του άρθ. 5 του ν.δ. 1146/72 δεν εφαρμόζονται για τη φορολόγηση της ωφέλειας που προκύπτει από την πώληση φορτηγών αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης, εφόσον αυτά μέσα σε ένα έτος από την ημερομηνία πώλησής τους αντικατασταθούν με νέα.

2. Η ισχύς της προηγούμενης παρ., αρχίζει από 1 Ιαν.1987, για τις μεταβιβάσεις φορτηγών αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης που γίνονται από την ημερομηνία αυτή και μετά.

Άρθρο 56.

Τα ελληνικά πολιτικά κόμματα δύνανται, δύο μήνες πριν από την ημερομηνία διενέργειας εκλογών για την ανάδειξη βουλευτών του Εθνικού ή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, να εισάγουν προσωρινά, χωρίς την καταβολή των αναλογούντων κατά την εισαγωγή δασμών, λοιπών φόρων και τελών χαρτοσήμου μηχανολογικό εξοπλισμό και μέσα μεταφοράς, με αποκλειστικό σκοπό τη χρησιμοποίησή τους για τη διεξαγωγή του εκλογικού αγώνα και με την υποχρέωση εξαγωγής αυτών μέσα σε ένα μήνα από την ημερομηνία διενέργειας των εκλογών.

Η ισχύς της παρούσας διάταξης αρχίζει από 1ης Απριλ. 1985.

Άρθρο 57.

Νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου θρησκευτικού και μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, τα οποία εκπληρούν κοινωφελείς, φιλανθρωπικούς και πολιτιστικούς σκοπούς, αυτοχρηματοδοτούμενα, εξαιρούνται της εφαρμογής των διατάξεων του ν.δ. 496/74 <περί λογιστικού των ΝΠΔΔ>. <Τα ως άνω νομικά πρόσωπα υπόκεινται στον κατασταλτικό έλεγχο του Ελεγκτικού συνεδρίου, ο οποίος διενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθ. 85 του ν. 1892/90 και του άρθ. 77 του ην. 1943/91>.

Κατάργηση λογαριασμών εκτός προϋπολογισμού

Αρθρο 58.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού δύνανται να καταργούνται οι εκτός προϋπολογισμού λογαριασμοί που τηρούνται σε τραπεζικά ιδρύματα.

Το χρηματικό υπόλοιπο των λογαριασμών αυτών κατατίθεται στο δημόσιο ταμείο και εμφανίζεται στα έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού.

Άρθρο 59

Στο τέλος της παρ. 4 του άρθρου 1 του. ν. 490/1976, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 86 παρ. 2 του ν. 1041/80, προστίθεται το εξής εδάφιο:

«Στους αναπήρους των ανωτέρω κατηγοριών ηλικίας κάτω των 18 ετών το δικαίωμα τούτο παραχωρείται σ' εκείνον που ασκεί τη γονική μέριμνα ή για οποιοδήποτε λόγο έχει την επιτροπεία, με την προϋπόθεση ότι το παραλαμβανόμενο αυτοκίνητο θα έχει κυλινδρισμό κινητήρα μέχρι 1600 CC».

Άρθρο 60.

Οι διατάξεις της παρ. 4 του άρθ. 25 του ν. 820/78 <Περί λήψεως μέτρων δια την περιστολήν της φοροδιαφυγής και άλλων συναφών διατάξεων> καταργούνται από της ισχύος των διατάξεων του άρθ. 14 του ν. 1563/85 <Διαρρυθμίσεις στην άμεση και έμμεση φορολογία και άλλες διατάξεις>.

Άρθρο 61.

Διατάξεις που καταργούνται

Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων αυτού του ν. καταργούνται :

α) Οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθ. 4 του ν. 820/78.

β) Κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη που αντίκειται στις διατάξεις αυτού του ν. ή ρυθμίζει διαφορετικά τα θέματα που ρυθμίζονται από αυτές.

Άρθρο 62.

Έναρξη ισχύος

Η ισχύς αυτού του ν. αρχίζει :

α) Των διατάξεων των άρθ. 1, 2, 4 παρ. 2, 7 από 1 Ιαν.1986, για τα εισοδήματα που απόκτησαν οι δικαιούχοι από την ημερομηνία αυτή και μετά.

β) των διατάξεων των άρθ. 3, 4 παρ. 1, 8, 9 από το οικονομικό έτος 1986, για τα εισοδήματα που απέκτησαν οι δικαιούχοι από 1 Ιαν.1985 και μετά,

γ) των διατάξεων των άρθ. 26, 27, 28, 29, 30, 37,. 38, 39, 40, 41, 42 και 43 από την ημερομηνία κατάθεσης του παρόντος στη Βουλή.

δ) των λοιπών διατάξεων του από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από αυτές .

Αθήνα, 21 Απριλίου 1986