Διαφήμιση

ΕΝΟΤΗΤΕΣ

Σύνδεση Χρήστη



FreeCurrencyRates.com

Πρωτοσέλιδα

PDF Εκτύπωση E-mail
3190 – Περί Εταιρειών Περιωρισμένης Ευθύνης
Πέμπτη, 14 Απριλίου 1955 01:00

3190 – Περί Εταιρειών Περιωρισμένης Ευθύνης

Ψηφισάμενοι ομοφώνως μετά της Βουλής, αποφασίζομεν και διατάσσομεν:

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'

Γενικαί Διατάξεις

Αρθρο 1. Έννοια

1. Επί της εταιρείας περιωρισμένης ευθύνης, δια τας εταιρικάς υποχρεώσεις ευθύνεται μόνον η εταιρεία δια της περιουσίας αυτής.

2. Τα εταιρικά μερίδια δεν δύνανται να παρασταθώσι δια μετοχών.

Αρθρο 2. Επωνυμία

1. Η επωνυμία της εταιρείας περιωρισμένης ευθύνης σχηματίζεται είτε εκ του ονόματος ενός ή περισσοτέρων εταίρων, είτε προσδιορίζεται εκ του αντικειμένου της ασκούμενης υπ' αυτής επιχειρήσεως.

2. Εν τη επωνυμία της εταιρείας δέον να περιέχωνται κατά πάσαν περίπτωσιν ολογράφως αι λέξεις «Εταιρεία Περιωρισμένης Ευθύνης».

Αρθρο 3. Αντικείμενον

1. Η εταιρεία περιωρισμένης ευθύνης είναι εμπορική και αν ο σκοπός αυτής δεν είναι εμπορική επιχείρησις.

2. Απαγορεύεται εις τα εταιρείας περιωρισμένης ευθύνης η άσκησις επιχειρήσεων, δι' ας έχει ορισθή υπό του νόμου έτερος αποκλειστικώς εταιρικός τύπος.

Αρθρο 4. Εταιρικόν κεφάλαιον

1. Το κεφάλαιο της εταιρείας δεν δύναται να είναι κατώτερο των δύο χιλιάδων και τετρακοσίων (2.400,00) ευρώ, ολοσχερώς καταβεβλημένο κατά την κατάρτιση της εταιρικής σύμβασης. Το ήμισυ τουλάχιστον του ποσού αυτού πρέπει να είναι καταβεβλημένο σε μετρητά.

2. Η μερίς συμμετοχής του εταίρου δεν δύναται να ορισθή κατωτέρα των τριάντα (30) ευρώ ή πολλαπλασίου του ποσού τούτου. Έκαστος εταίρος μετέχει της εταιρείας μόνον δια μιας μερίδας συμμετοχής και δια πλειόνων δε εταιρικών μεριδίων αποτελούντων την μερίδα συμμετοχής του, αν η εισφορά αυτού είναι πολλαπλάσια του κατά το καταστατικόν ελαχίστου ποσού μερίδος συμμετοχής.

3. Επί εισφορών εις είδος, εάν η αποτίμησις της εισφοράς είναι κατώτερα των 10.000 δραχμών ή πολλαπλασίου αυτών συμπληρούται δια δραχμών μέχρι των ποσών τούτων.

4. Το εν παρ. 1 του παρόντος άρθρου ποσόν δύναται να αυξάνηται και να μειούται δια Διατάγματος, μετά γνώμην της Επιτροπής του άρθρου 4 του Νόμου 2190, ως ούτος συνεπληρώθη και ετροποποιήθη μεταγενεστέρως. Εν περιπτώσει αυξήσεως ή μειώσεως του ποσού τούτου αυξάνονται ή μειούνται αναλόγως και τα εν παρ. 2 και 3 του παρόντος άρθρου ποσά.

5. ‘Επί παντός έντύπου, διαφημίσεως, δημοσιεύματος ή άλλου εγγράφου της εταιρείας, δέον απαραιτήτως μνημονεύωνται, εκτός της κατά το άρθρον 2 του παρόντος επωνυμίας της εταιρείας, και το εταιρικόν κεφάλαιον.

Αρθρο 5. Εισφοραί εις είδος

1. Υπό την επιφύλαξιν της παρ. 1 του άρθρου 4, αντικείμενον της εταιρικής εισφοράς δύναται να είναι και είδος, εφόσον όμως το εισφερόμενον αποτελεί περιουσιακόν αγαθόν δεκτικόν εμφανίσεως εν τω ισολογισμώ.

2. Η αποτίμησις της αξίας των εις είδος εισφορών κατά την σύστασιν της εταιρείας, ως και κατά πάσαν αύξησιν του κεφαλαίου αυτής γίνεται κατά τας διατάξεις του νόμου 2190 «περί Ανωνύμων Εταιρειών», ως ούτος ετροποποιήθη μεταγενεστέρως, αναλόγως εφαρμοζομένας.

3. Η διάταξις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζεται και προκειμένου περί κτήσεως υπό της εταιρείας, επί σκοπώ παγίας εκμεταλλεύσεως, ακινήτων ή άλλων αντικειμένων, εφόσον οι μεταβιβάζοντες είναι εταίροι ή διαχειρισταί ή συγγενείς αυτών μέχρι και του δευτέρου βαθμού. Εν περιπτώσει μη τηρήσεως της διατάξεων ταύτης η σύμβασις είναι ως προς την εταιρείαν άκυρος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'

Σύστασις της εταιρείας

Αρθρο 6. Περιεχόμενον εταιρικής συμβάσεως

1. Η εταιρική σύμβασις καταρτίζεται μόνον δια συμβολαιογραφικού εγγράφου.

2. Το εταιρικόν έγγραφον δέον να περιέχει:

α) το όνομα, το επώνυμον και το επάγγελμα των εταίρων, την κατοικίαν και την ιθαγένειαν αυτών,

β) την εταιρικήν επωνυμίαν,

γ) την έδραν της εταιρείας και το σκοπό αυτής. Ως αυτής δέον να ορίζηται εις Δήμος ή μία Κοινό της τής Ελληνικής επικρατείας,

δ) την ιδιότητα της εταιρείας ως περιωρισμένης ευθύνης,

ε) το κεφάλαιον της εταιρείας, την μερίδα συμμετοχής και τα τυχόν πλείονα εταιρικά μερίδια συμμετοχής και τα τυχόν πλείονα εταιρικά μερίδια εκάστου εταίρου, ως και βεβαίωσιν των ιδρυτών περί καταβολής του κεφαλαίου,

στ) το αντικείμενον των εις είδος εισφορών, την αποτίμησιν αυτών και το όνομα του εισφέροντος εταίρου, ως και το σύνολον της αξίας των εις είδος εισφορών

ζ) την διάρκειαν της εταιρείας.

3. Συμφωνίαι μεταξύ των εταίρων περί συμπληρωματικών εισφορών, περί άλλων παρεπομένων παροχών αυτών μη αποτελουσών εισφοράς εις χρήμα ή εις είδος κατά το άρθρον 5 παρ. 1 του παρόντος νόμου, περί απαγορεύσεως εις τους εταίρους του ανταγωνισμού, περί απαγορεύσεως της μεταβιβάσεως ή της μεταβιβάσεως υπό ωρισμένας προϋποθέσεις του εταιρικού μεριδίου, περί εξόδου των εταίρων, περί λύσεως της εταιρείας δια λόγον μη προβλεπόμενον υπό του νόμου, είναι ισχυραί εφόσον περιελήφθησαν εις το συστατικόν της εταιρείας έγγραφον. Δύναται επίσης να περιληφθώσιν εις το καταστατικόν διατάξεις περί ελέγχου της διαχειρίσεως.

Αρθρο 7. Ακυρότητα

1. Εταιρεία καταρτισθείσα διά συμβολαιογραφικού εγγράφου αλλά κατά παράβασιν των άρθρων 4, 5, και 6 παρ. 2 του παρόντος νόμου κηρύσσεται άκυρος διά δικαστικής αποφάσεως. Η αγωγή δύναται να ασκηθή υπό παντός ενδιαφερομένου, απευθύνεται δε κατά της εταιρείας. Το δικαστήριον άπαγγέλλον την ακυρότητα διορίζει διά της αυτής αποφάσεως ένα η πλείονας εκκαθαριστάς.

2. Λόγοι ακυρότητος αναφερόμενοι είς παράβασιν των διατάξεων περί της «επωνυμίας της Εταιρίας» περί της έδρας αυτής, περί του σκοπού της εταιρικής επιχειρήσεως και περί του χρόνου διαρκείας της εταιρείας θεραπεύονται εάν, συμφωνούντων πάντων των εταίρων, συμπληρωθή η εταιρική σύμβασις διά συμβολαιοραφικής πράξεως, δημοσιευομένης κατά την διάταξιν του άρθρου 8

3. Αί εν ονόματι της ακύρου εταιρείας ενεργηθείσαιπράξεις παραμένουσιν ισχυραί. Οί εκ των εταίρων υπαίτιοι της ακυρότητος ευθύνονται απεριορίστως και είς ολόκληρον έναντι των ανυπαιτίων εταίρων και των τρίτων διάπασαν εκ της ακυρότητος ζημίαν.

Αρθρο 8. Δημοσιότητα

1. Αντίγραφον της εταιρικής σύμβασεως κατατίθεται επιμέλεια παντός εταίρου ή διαχειριστού υποχρεωτικώς δε υπό του Συμβολαιογράφου, είς τον Γραμματέα του Πρωτοδικείου της έδρας της Εταιρείας εντός μηνός από της καταρτίσεώς του. Περί της καταθέσεως συντάσσεται έκθεσις, ήτις καταχωρίζεται είς το έν παρ. 4 του παρόντος άρθρου οριζόμενον βιβλίον Εταιρειών Περιωρισμένης Ευθύνης.

2. Περίληψις του εταιρικού εγγράφου, περιέχουσα τα ονόματα των εταίρων, την εταιρικήν επωνυμίαν, την έδραν της εταιρείας, το κεφάλαιον αυτής, τα ονόματα των διαχειριστών, εάν διωρίσθησαν διαχειρισταί διά του καταστατικού και την διάρκειαν της εταιρείας, τον αριθμόν του συμβολαίου και το όνομα του συντάξαντος τούτο συμβολαιογράφου, ως και τον αριθμόν της κατά την προηγουμένην παράγραφον πράξεως καταχωρίσεως, δημοσιεύεται επιμελεία παντός εταίρου η διαχειριστού είς το εν τη επομένη παραγράφω 3 του παρόντος άρθρου Δελτίον.

3. Από της ισχύος του παρόντος νόμου, το κατά το Β.Δ. Της 16/22 Ιανουαρίου 1930 Δελτίον Ανωνύμων Εταιρειών, θα φέρη τον τίτλον «Εφημερίς της Κυβερνήσεως - Δελτίον Ανωνύμων Εταιρειών και Εταιρειών Περιωρισμένης Ευθύνης».

4. Ο Γραμματεύς εκάστου Πρωτοδικείου τηρεί ειδικόν βιβλίον εν τω οποίω καταχωρίζεται η κατά την παράγρ. 1 του παρόντος άρθρου έκθεσις περί καταθέσεως του αντιγράφου της εταιρικής συμβάσεως.

5. Προ της συντελέσεως των ως άνω διατυπώσεων ουδείς των εταίρων δύναται να υπαναχωρήση της εταιρείας. Ο θάνατος ή πτώχευσις ή η απαγόρευσις τινός των εταίρων δεν αποτελεί κώλημα δια την ενέργεια των διατυπώσεων τούτων.

6. Εν περίπτωση ιδρύσεως υπό της εταιρείας υποκαταστήματος εν τη περιφερεία ετέρου, εκτός της έδρας αυτής Πρωτοδικείου, αντίγραφον της εταιρικής συμβάσεως κατατίθεται επιμελεία παντός διαχειριστού η εταίρου και είς τον Γραμματέα του Πρωτοδικείου τούτου, εντός μηνός από της ιδρύσεως του υποκαταστήματος, συντασσομένης περί της καταθέσεως ‘Εκθέσεως ήτις καταχωρίζεται είς το εν παραγράφω 4 του παρόντος άρθρου οριζόμενον βιβλίον εταιρειών περιωρισμένης ευθύνης. Διά τας προ της συντελέσεως της διατυπώσεως ταύτης αναληφθείσας υποχρεώσεις ευθύνονται μετά της εταιρείας, είς ολόκληρον και οι διαχειρισταί.

Αρθρο 9. Προσωπικότης της εταιρείας

1. Μόνον από της συντελέσεως των εν τω προηγουμένω άρθρω 8 διατυπώσεων η εταιρεία κτάται νομικήν προσωπικότητα.

2. Οι επ' ονόματι της εταιρείας, προ της κατά το άρθρον 8 παρ. 2 δημοσιεύσεως συμβληθέντες ευθύνονται απεριορίστως και εις ολόκληρον. Ευθύνεται όμως μόνη η εταιρεία, δια τα ρητώς επ' ονόματι αυτής προ του χρόνου τούτου γενομένας πράξεις, εάν, εντός τριών μηνών από της δημοσιεύσεως ταύτης, ανελήφθησαν υπ' αυτής αι εντεύθεν υποχρεώσεις.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'

Οργάνωσις και Διοίκησις της εταιρείας

Αρθρο 10. Σύγκλησις της συνελεύσεως

1. Αι αποφάσεις των εταίρων λαμβάνονται εν συνελεύσει.

2. Η συνέλευσις συγκαλείται υπό των διαχειριστών. Οι εταίροι καλούνται εγγράφως, της προσκλήσεως επιδιδομένης αποδεδειγμένως εις την σημειουμένην εν τω εν άρθρω 25 βιβλίω διεύθυνσιν αυτών, οκτώ τουλάχιστον ημέρας προ της συνελεύσεως. Εν τη προσκλήσει δέον να αναγράφηται η ημέρα, η ώρα και ο τόπος της συνελεύσεως, ως και τα προς συζήτησιν θέματα.

3. Η συνέλευσις συγκαλείται υποχρεωτικώς τουλάχιστον άπαξ κατ' έτος και εντός τριών μηνών από της λήξεως της εταιρικής χρήσεως. Μη συγκληθείσης της συνελεύσεως κατά τον χρόνον τούτον υπό των διαχειριστών, η σύγκλησις ενεργείται υπό παντός εταίρου κατ' ανάλογον εφαρμογή του άρθρου 11 παρ. 2 του παρόντος.

4. Εφ' όσον είναι σύμφωνοι άπαντες οι εταίροι, δύνανται να συνέλθωσιν εις συνέλευσιν και αν δεν ετηρήθησαν αι εν παρ. 2 του παρόντος άρθρου διατυπώσεις. Επίσης εάν άπαντες οι εταίροι είναι παρόντες εγκύρως, αποφασίζουσι, μη υπαρχούσης αντιρρήσεως τινός εξ αυτών, επί παντός θέματος της αρμοδιότητας της συνελεύσεως.

Αρθρο 11. Σύγκλησις συνελεύσεως υπό της μειονοψηφίας

1. Εις ή πλείονες εταίροι, εκπροσωπούντες το εν εικοστόν τουλάχιστον του εταιρικού κεφαλαίου, δύνανται να ζητήσωσι την σύγκλησιν εκτάκτου συνελεύσεως, προσδιορίζοντες το αντικείμενον των συζητητέων θεμάτων.

2. Μη συγκληθείσης της συνελεύσεως υπό των διαχειριστών, εντός είκοσιν ημερών από της επιδόσεως της σχετικής αιτήσεως, η σύγκλησις ενεργείται υπό των εν τη προηγουμένη παραγράφω εταίρων, κατόπιν αποφάσεως του Προέδρου των Πρωτοδικών της έδρας της εταιρείας, εκδιδομένης κατά την διαδικασίαν του άρθρου 634 της Πολιτικής Δικονομίας.

Αρθρο 12. Δικαίωμα ψήφου

1. Έκαστος εταίρος έχει δικαίωμα μιας τουλάχιστον ψήφου εν τη συνελεύσει. Εάν έχη πλείονα εταιρικά μερίδια, ο αριθμός των ψηφών είναι ανάλογος του αριθμού αυτών.

2. Το δικαίωμα ψήφου δεν δύναται να ασκηθή υπό του εταίρου, προκειμένου περί λήψεως αποφάσεων αναφερομένων εις την απαλλαγήν αυτού από της ευθύνης, ή εις την έγερσιν αγωγής κατ' αυτού κατά την διάταξιν του άρθρου 14 παρ. 2 του παρόντος νόμου.

Αρθρο 13. Λήψις αποφάσεων

Μη ορίζοντος άλλως του παρόντος νόμου, αι αποφάσει της συνελεύσεως λαμβάνονται δια πλειονοψηφίας πλέον του ημίσεος του όλου αριθμού των εταίρων, εκπροσωπούντων πλέον του ημίσεος του όλου εταιρικού κεφαλαίου.

Αρθρο 14. Αρμοδιότης της συνελεύσεως

1. Η συνέλευσις των εταίρων είναι το ανώτατον όργανον της εταιρίας και δικαιούται να αποφασίζη επί πάσης εταιρικής υποθέσεως, των αποφάσεων αυτής υποχρεουσών και απόντας ή διαφωνούντας εταίρους.

2. Η συνέλευσις των εταίρων είναι μόνη, αρμοδία να αποφασίζη:

α) Περί των τροποποιήσεων του καταστατικού.

β) Περί του διορισμού και της ανακλήσεως των διαχειριστών, ως και περί απαλλαγής αυτών από της ευθύνης.

γ) Περί εγκρίσεως του ισολογισμού και διαθέσεως των κερδών.

δ) Περί εγέρσεως αγωγής κατά των οργάνων της εταιρείας ή των κατ' ιδίαν εταίρων, δι' αξιώσεις της εταιρείας κατ' αυτών επί αποζημιώσει, απορρεούσας εκ πράξεων ή παραλείψεων κατά την σύστασιν ή κατά την λειτουργίαν της εταιρείας.

ε) Περί παρατάσεως της διαρκείας της εταιρείας, περί συγχωνεύσεως αυτής, περί διαλύσεως και διορισμού ή ανακλήσεως των εκκαθαριστών.

στ) Περί πάσης άλλης περιπτώσεως οριζόμενης εν τω παρόντι νόμω.

Αρθρο 15. Προσβολή των αποφάσεων της συνελεύσεως

1. Οι διαχειρισταί και πας εταίρος έχουσι το δικαίωμα να προσβάλωσι τας αποφάσεις της συνελεύσεως ενώπιον του Πρωτοδικείου της έδρας της εταιρείας, εάν αι αποφάσεις αύται ελήφθησαν κατά παράβασιν του νόμου ή του καταστατικού.

2. Η κατά την προηγουμένην παράγραφον αγωγή απευθύνεται κατά της εταιρείας, ασκείται δε εντός προθεσμίας τριών μηνών από της αποφάσεως.

3. Εάν η απόφασις προσβάλλεται υπό των διαχειριστών, ο Πρόεδρος των Πρωτοδικών της έδρας της εταιρείας διορίζει προσωρινόν εκπρόσωπον της εταιρείας δια την διεξαγωγήν της δίκης.

4. Η απαγγέλλουσα την ακυρότητα δικαστική απόφασις ισχύει έναντι παντός εταίρου και των διαχειριστών.

Αρθρο 16. Διαχείρισις και εκπροσώπησις

Η διαχείρισις των εταιρικών υποθέσεων και η εκπροσώπησις της εταιρίας ανήκει, εάν δεν συνεφωνήθη άλλως, εις όλους του εταίρους δρώντας συλλογικώς.

Αρθρο 17. Διορισμός διαχειριστών

1. Δια του καταστατικού ή δι' αποφάσεως της συνελεύσεως των εταίρων, η διαχείρισις των εταιρικών υποθέσεων και η εκπροσώπησις της εταιρίας, δύναται να ανατεθή εις ένα ή πλείονας εταίρους ή μη εταίρους, επί ωρισμένον χρόνον ή μη.

2. Εάν η κατά την προηγουμένην παράγραφον διαχείρισις ανετέθη εις πλείονας και δεν ωρίσθη άλλως οι διαχειρισταί δρώσι συλλογικώς.

3. Η απόφαση της συνελεύσεως περί διορισμού  διαχειριστών καταχωρίζεται και δημοσιεύεται κατά το άρθρον 8 του παρόντος νόμου. Η λήξις της κατά το άρθρον 16 διαχειρίσεως δεν δύναται να αντιταχθή κατά των τρίτων προ της συντελέσεως των διατυπώσεων τούτων.

4. Δημόσιοι υπάλληλοι υπαγόμενοι εις τας διατάξεις του Κώδικος περί καταστάσεως των Δημοσ. Διοιητικών υπαλλήλων δεν δύνανται να είναι διαχειρισταί ουδέ εταίροι εταιρίας περιωρισμένης ευθύνης. Η απαγόρευσις αύτη ισχύει και δια του τακτικούς ή εκτάκτους Καθηγητάς των Πανεπηστημίων Αθηνών και Θεσσαλονίκης ως και των λοιπών ανωτάτων ισοτίμων αυτοίς Σχολών, οίτινες μόνος εις την διοίκησιν ανωνύμου εταιρίας δύνανται να μετέχωσι.

Αρθρο 18. Εξουσία των διαχειριστών

1. Οι διαχειριστές εκπροσωπούν την Εταιρίαν και ένεργουσιν επ’ ονόματι αυτής πάσαν πράξιν διαχειρίσεως και διαθέσεως κατά πάσαν περίπτωσιν, αναγομένην είς τόνσκοπόν της εταιρικής επιχειρήσεως.

2. Αι προς την εταιρίαν επιδόσεις εγγράφων γίνονται νομίμως, εάν δεν ευρεθή εις το εταιρικόν κατάστημα πρόσωπον εκ των υπό του άρθρου 145 της Πολιτικής Δικονομίας, εφαρμοζομένου αναλόγως του άρθρου 143 της Πολιτικής Δικονομίας.

Αρθρο 19. Ανάκλησις των διαχειριστών

1. Η διά του καταστατικού είς ένα η πλείονας των εταίρων δι’ ωρισμένον χρόνον ανατεθείσα διαχείρισις δύναται να ανακληθή του Δικαστηρίου μόνον ένεκα σπουδαίου λόγου, εγ’ όσον ελήφθη περί τούτου απόφασις της συνελεύσεως των εταίρων. Εν περιπτώσει επείγοντος αποφασίζει προσωρινώς ο Πρόεδρος των πρωτοδικών, κατά την διαδικασίαν του άρθρου 634 της Πολιτικής Δικονομίας.

2. Ληφθείσας αποφάσεως της συνελεύσεως περί ανακλήσεως ή κατά την προηγουμένην παράγραφον αίτησις ανακλήσεως, ενώπιον του Δικαστηρίου ή του Προέδρου των Πρωτοδικών, δύναται να ασκηθή υπό παντός εταίρου.

3. Σπουδαίος λόγος θεωρείται ιδία η βαρεία παράβασις καθηκόντων ή η ανικανότης προς τακτικής διαχείρισιν. Συμφωνία περί μη ανακλήσεως ένεκα σπουδαίου λόγου είναι άκυρος.

4. Η είς τρίτους μη εταίρους, ή η είς εταίρους, αλλά δι’ αποφάσεως της συνελεύσεως ανατεθείσα διαχείρισις, ανακαλείται, δι’ αποφάσεως της συνελεύσεως, κατά πάντα χρόνον, επιφυλασσομένης της τυχόν αξιώσεως επί αποζημιώσει.

Κατά τον αυτόν τρόπο ανακαλείται και η διά του καταστατικού είς εταίρους αλλά διά χρόνον μη ωρισμένον ανατεθείσα διαχείρισις.

5. Ένεκα σπουδαίου λόγου δύναται να αποκλεισθή της κατά το άρθρον 16 διαχειρίσεως εταίρος, εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου.

6. Η καθ’ οιονδήποτε τρόπου ανάκλησις τινός η τινών των διαχειριστών η ο κατά την προηγουμένην παράγραφον 5 περιορισμός της διαχειρίσεως ως προς τινά εταίρον, κατά χωρίζονται και δημοσιεύεται κατά τας διατάξεις του άρθρου 8 του παρόντος νόμου.

Αρθρο 20. Απαγόρευσις ανταγωνισμού

1. Ο διαχειριστής δεν δικαιούταιι να ενεργή δι' ίδιον ή δια λογαριασμόν άλλου πράξεις αναγομένας εις τον σκοπόν της εταρίας ουδέ να είναι εταίρος ομορρύθμου ή ετερορρύθμου εταιρείας ή εταίρος εταιρίας περιωρισμένης ευθύνης διωκούσης τον αυτόν σκοπόν, άνευ αποφάσεως όλων των εταίρων, λαμβανομένης εν συνελέυσει.

2. Το καταστατικόν δύναται να περιλαμβάνη διάταξιν επεκτείνουσαν την εν τη προηγουμένη παραγράφω απαγόρευσιν, και επί των εταίρων.

3. Εν παραβάσει των ανωτέρω διατάξεων η εταιρία δύναται να ζητήση αποζημίωσιν ή αντ' αυτής να απαιτήση, προκειμένου μεν περί πράξεων γενομένων δι' ιδίον του διαχειριστού ή του εταίρου λογαριασμόν όπως θεωρηθώσιν αι πράξεις ως ενεργηθείσαι δια λογαριασμόν της εταιρίας, προκειμένου δε περί πράξων γενομένων δια λογαριασμόν άλλου όπως δοθή εις την εταιρίαν ή εκ της μεσολαβήσεως αμοιβή ή εκχωρηθή προς αυτήν η επί της αμοιβής απαίτησις.

4. Αι κατά την προηγούμενην παράγραφον απαιτήσεις της εταιρίας παραγράφονται μετά έξ μήνας αφ' ης ανεκοινώθησαν εις την συνέλευσιν των εταίρων αι ως άνω πράξεις, εν πάση δε περιπτώσει μετά πέντε έτη αφ' ης ετελέσθησαν.

Αρθρο 21. Υπογραφή διαχειριστών

Οι διαχειρισταί υπογράφουσι δια την εταιρίαν, θέτοντες την ιδίαν αυτών υπογραφήν, κάτωθι της επωνυμίας της εταρίας.

Αρθρο 22. Απογραφή

1. Άπαξ του έτους, είς το τέλος της εταιρικής χρήσεως, οι διαχειρισταί της εταιρίας υποχρεούνται να συντάσσωσι απογραφήν όλων των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού αυτής, μετά λεπτομερούς περιγραφής εκάστου τούτων.

2. Διά την αποτίμησιν, των περιουσιακών στοιχείων των υφισταμένων κατά την ημέραν της απογραφής, τας αποσβέσεις αυτών και την κατάρτισιν εν γένει του ισολογισμού εφαρμόζονται αναλόγως αι διατάξεις των παραγράφων 1,2,3,4,5,6 και 7 του άρθρου 43 του Νόμου 2190/1920 «περί Ανωνύμων ‘Εταιριών»

Αρθρο 23. Έλεγχος ετήσιων λογαριασμών (ετήσιων οικονομικών καταστάσεων)

1. Επί τη βάσει της απογραφής κατά το προηγούμενου άρθρον, καταρτίζεται υπό των διαχειριστών ο ισολογισμός, είς τον οποίον δέον να απεικονίζεται σαφώς η αληθής οικονομική κατάστασις της εταιρείας.

2. Τον ισολογισμόν συνοδεύει λεπτομερής ανάλυσις του λογαριασμού «κερδών και ζημιών»

3. Οι διαχειρισταί υποχρεούνται όπως δημοσιεύωσι τον ισολλογισμόν είς το εν άρθρω 8 παρ. 3 δελτίον, εφαρμοζομένων των περί δημοσιεύσεως του ισολογισμού των ανωνύμων εταιριών διατάξεων, του νόμου 2190/1920 ως συνεπληρώθη και ετροποιήθη και του υπ’ αρις. 896/1946 αναγκ. Νόμου.

Αρθρο 24. Αποθεματικόν κεφάλαιον

Ετησίως αφαιρείται το εικοστόν τουλάχιστον των καθαρών κερδών προς σχηματισμόν αποθεματικού. Η αφαίρεσις αύτη παύει ούσα υποχρεωτική όταν το αποθεματικόν φθάση το εν τρίτον του κεφαλαίου.

Αρθρο 25. Τήρησις υποχρεωτικών βιβλίων υπό διαχειριστών

Οι διαχειρισταί υποχρεούνται όπως τηρώσιν εις την ελληνικήν και τα εξής βιβλία, εκτός των υπό άλλων νόμων επιβαλλομένων, δεόντως θεωρούμενα υπό του Οικονομικού Εφόρου.

1. Το βιβλίον εταίρων, εν τω οποίω καταχωρίζονται το όνομα του εταίρου, η ιθαγένεια και η διεύθυνσις της κατοικίας αυτού, αι εισφοραί εκάστου ως και αι τυχόν μεταβολαί των προσώπων των εταίρων.

2. Το βιβλίον πρακτικών συνελεύσεων, εν τω οποίω καταχωρίζονται αι υπό των εταίρων λαμβανόμεναι αποφάσεις.

3. Το βιβλίον πρακτικών διαχειρίσεως, εν τω οποίω καταχωρίζονται αι αποφάσεις των διαχειριστών.

Αρθρο 26. Ευθύνη διαχειριστών

1. Οι διαχειρισταί ευθύνονται εις αποζημίωσιν, εφ' όσον δε ενήργησαν από κοινού εις ολόκληρον, έναντι της εταιρείας, εκάστου των εταίρων και των τρίτων δια παραβάσεις του παρόντος νόμου και του καταστατικού ή δια πταίσματα περί την διαχείρισιν αυτών.

2. Η κατά την προηγουμένην παράγραφον αξίωσις των κατ' ιδίαν εταίρων και των τρίτων δύναται ν' ασκηθή εφ' όσον η συνέλευσις των εταίρων απέρριψε πρότασιν περί εγέρσεως αγωγής εκ μέρους της εταιρίας, ή εφόσον δεν ελήφθη απόφασις της συνελεύσεως εντός ευλόγου χρόνου.

Η αξίωσις παραγράφεται μετά πενταετίαν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'

Δικαίωμα και υποχρεώσεις των εταίρων

Αρθρο 27. Εταιρικόν μερίδιον

1.Το εταιρικόν μερίδιον ή τα τυχόν πλείονα εταιρικά μερίδια εκάστου εταίρου αποτελούσι την μερίδα συμμετοχής αυτού.

2. Μόνον δι' ολόκληρον την μερίδα συμμετοχής δύναται να εκδοθή έγγραφον υπό της εταιρείας όπερ αποτελεί απλώς απόδειξιν περί της εταιρικής ιδιότητος. Εν τη αποδείξει δέον να αναγράφονται διά κεφαλαίων στοιχείων αι λέξεις «Απόδειξις μη φέρουσα χαρακτήρα αξιογράφου».

3. Εάν το εταιρικόν μερίδιον περιέλθη εις πλείονας δέον ούτοι να υποδείξωσιν εγγράφως προς την εταιρείαν κοινόν εκπρόσωπον. Μη  υποδειχθέντος τοιούτου εκπροσώπου αι προς ένα εξ αυτών ανακοινώσεις της εταιρείας επάγονται αποτελέσματα έναντι πάντων.

4. Κατά την περίπτωσιν της προηγουμένης παραγράφου έκαστος των πλειόνων ευθύνεται εις ολόκληρον δια τας έναντι της εταιρείας υποχρεώσεις.

Αρθρο 28. Μεταβίβασις του εταιρικού μεριδίου

1. Εκτός αντιθέτου διατάξεως του καταστατικού και υπό την επιφύλαξιν του άρθρου 29 παρ. 1, το εταιρικόν μερίδιον είναι μεταβιβαστόν δια πράξεως εν ζωή.

2. Εις το καταστατικόν δύναται να ορισθή, ότι η μεταβίβασις του εταιρικού μεριδίου επιτρέπεται μόνον υπό ωρισμένας προϋποθέσεις, ιδία δε, ότι επί ίσοις όροις προτιμώνται οι εταίροι. Εν τη τελευταία περίπτωσει, ασκουμένου του δικαιώματος προτιμήσεως υπό πλειόνων εταίρων, συντρέχουσιν άπαντες κατά λόγον της συμμετοχής αυτών.

3. Η μεταβίβασις του εταιρικού μεριδίου γίνεται μόνον δια συμβολαιογραφικού εγγράφου, περιλαμβάνοντος και το όνομα, το επάγγελμα, την κατοικίαν και την ιθαγένειαν του προς ον η μεταβίβασις, επάγεται δε αποτελέσματα ως προς την εταιρείαν από της εγγραφής εις το κατά το άρθρον 25 βιβλίον των εταίρων. Η εγγραφή, εφόσον ετηρήθησαν αι κατά το καταστατικόν και τον νόμον προϋποθέσεις της μεταβιβάσεως, γίνεται αιτήσει του μεταβιβάζοντος ή του προς ον η μεταβίβασης, επί τη προσκομίσει αντιγράφου της γενομένης πράξεως.

4. Η εταιρεία δεν δύναται κατ' ουδεμίαν περίπτωσιν να αποκτήση τα ίδια αυτής εταιρικά μερίδια.

Αρθρο 29. Μεταβίβασις του εταιρικού μεριδίου αιτία θανάτου ή λόγω προικός

1. Εν τω καταστατικώ δεν δύναται να ορίζηται, ότι απαγορεύεται η μεταβίβασις του εταιρικού μεριδίου αιτία θανάτου ή λόγω προικός. Δύναται όμως να ορίζηται, ότι το εταιρικόν μερίδιον θα εξαγοράζηται, κατά τας περιπτώσεις ταύτας, υπό προσώπου υποδεικνυομένου παρά της εταιρείας κατά την πραγματικήν αυτού αξίαν, προσδιοριζομένην υπό του Προέδρου των Πρωτοδικών κατά την διαδικασίαν του άρθρου 634 της Πολιτικής Δικονομίας.

2. Η κατά την προηγουμένην παράγραφον υπόδειξις υπό της εταιρείας, δύναται να γίνη εντός μηνός από της εγγραφής της αιτίας θανάτου ή λόγω προικός μεταβιβάσεως, εις το κατά το άρθρον 25 βιβλίον των εταίρων, δια δηλώσεως αυτής προς τον κληρονόμον, τον κληροδόχον ή τον προικολήπτην.

Η δήλωσις κοινοποιείται και προς του εταίρους, οίτινες έχουσι δικαίωμα προτιμήσεως εν τη εξαγορά εάν δηλώσωσι τούτο εγγράφως προς την εταιρείαν, εντός μηνός. Ασκουμένου του δικαιώματος προτιμήσεως υπό πλειόνων εταίρων συντρέχουσιν άπαντες κατά λόγον της συμμετοχής αυτών.

3. Εν περιπτώσει μεταβιβάσεως του εταιρικού μεριδίου αιτία θανάτου, η εις το κατά το άρθρον 25 βιβλίον των εταίρων εγγραφή γίνεται μετά την υπό του κληρονόμου ή του κληροδόχου προσαγωγήν προς την εταιρείαν των εγγράφων νομιμοποιήσεως αυτού.

4. Κατά της εν παρ. 1 αποφάσεως του Προέδρου των Πρωτοδικών επιτρέπεται έφεσις, ενώπιον του Προέδρου των Εφετών, εντός μηνός από της κοινοποιήσεως.

Αρθρο 30. Κατάσχεσις εταιρικού μεριδίου

1. Το εταιρικόν μερίδιον είναι δεκτικόν κατασχέσεως μόνον αδεία του Προέδρου των Πρωτοδικών.

2. Η διάταξις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζεται και αν εν τω καταστατικώ ορίζηται ότι απαγορεύεται η μεταβίβασις του εταιρικού μεριδίου.

3. Οι εταίροι δύνανται να υπερθεματίμωσι, προτιμώντας δε έναντι τρίτου προσφέροντας ίσον τίμημα. Εάν πλείονες εταίροι προσφέρωσι το αυτό τίμημα, συντρέχουσιν άπαντες κατά λόγον της συμμετοχής αυτών.

4. Αι διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζονται αναλόγως και επί πτωχεύσεως τινός ή τινών των εταίρων.

Αρθρο 31.

1. Περιελθόντος εταιρικού μεριδίου εις εταίρον αυξάνει αναλόγως ο αριθμός των εταιρικών αυτού μεριδίων.

2. Η λόγω μεταβιβάσεως του εταιρικού μεριδίου μεταβολή εν τω προσώπω των εταίρων ως και η κατά την προηγουμένην παράγραφον αύξησις ή μείωσις του αριθμού των εταιρικών μεριδίων υπόκειται και εις τας κατά το άρθρον 8 οριζομένας διατυπώσεις δημοσιότητος.

Αρθρο 32. Δάνεια εταίρων προς την εταιρίαν

1. Απαγορεύεται δάνεια υπό των εταίρων προς την εταιρείαν επί εμπραγμάτω ασφαλεία αγαθών της εταιρικής περιουσίας. Η παρά την απαγόρευσιν ταύτη σύστασις εμπραγμάτου ασφαλείας είναι άκυρος.

2. Η υπό της εταιρείας εξόφλησις των προς αυτή δανείων των εταίρων λογίζεται ως μη γενομένη, εφόσον δια της εξοφλήσεως ταύτης ματαιούνται, εν όλω ή εν μέρει, η ικανοποίησις των κατά τον χρόνον τούτον απαιτήσεων τρίτων.

3. Εν περιπτώσει λύσεως της εταιρείας εξ οιουδήποτε λόγου, πλην της κηρύξεως αυτής εις κατάστασιν πτωχεύσεως, αι εκ δανείων απαιτήσεις των εταίρων ικανοποιούνται μετά την εξόφλησιν των λοιπών χρεών της εταρείας.

Αρθρο 33. Έξοδος εταίρου και αποκλεισμός εταίρου

1. Το καταστατικόν δύναται να περιλαμβάνη διατάξεις περί δικαιώματος των εταίρων όπως εξέλθωσι της εταιρείας. υπό ωρισμένας προϋποθέσεις.

2. Πας εταίρος δύναται να εξέλθη της εταιρείας ένεκα σπουδαίου λόγου, κατόπιν αποφάσεως του Προέδρου των Πρωτοδικών. Δια της αυτής αποφάσεως προσδιορίζεται και η αξία της μερίδος συμμετοχής του εξερχομένου εταίρου, κατ' ανάλογον εφαρμογήν του άρθρου 29 παρ. 1 και παρ. 4.

3. Υφισταμένου σπουδαίου λόγου το Δικαστήριον, αιτήσει παντός διαχειριστού ή εταίρου, δύναται να αποκλείση της εταιρείας τινά ή τινάς των εταίρων, εφ' όσον ελήφθη περί τούτου απόφασις της συνελεύσεως. Από της καταβολής εις τον αποκλειόμενον εταίρον της αξίας της μερίδος συμμετοχής αυτού, προσδιοριζομένης κατά τα εν άρθρω 29, παρ. 1 και παρ. 4 οριζόμενα η εταιρεία συνεχίζεται μεταξύ των λοιπών.

Αρθρο 34. Γνώσις πορείας των εταιρικών υποθέσεων

Πας εταίρος δικαιούται, κατά το πρώτον δεκαήμερον, από της λήξεως εκάστου ημερολογιακού τριμήνου, να λαμβάνη γνώσιν αυτοπροσώπως ή δια αντιπροσώπου της πορείας των εταιρικών υποθέσεων και να εξετάζη τα βιβίας και τα έγγραφα της εταιρείας. Δικαιούται επίσης, δαπάναις αυτού, να λαμβάνη αποσπάσματα του βιβλίου των εταίρων και του βιβλίου πρακτικών συνελεύσεων, περί ων το άρθρον 25.

Αντίθετος διάταξις του καταστατικού είναι άκυρος.

Αρθρο 35. Κερδών διανομή

1. Εκτός διαφόρου ρυθμίσεως υπό του καταστατικού, οι εταίροι έχουσι δικαίωμα επί των εκ του ετησίου ισολογισμού προκυπτόντων καθαρών κερδών, κατά λόγον των εισφορών αυτών.

2. Εάν εγένετο διανομή κερδών μη πραγματικών οι, λαβόντες τοιαύτα εταίροι υποχρεωούνται εις απόδοσιν. Η επί αναζητήσει αγωγή παραγράφεται μετά πέντε έτη από της καταβολής.

Αρθρο 36. Συμπληρωματικαί εισφοραί

1. Εν τω καταστατικώ δύνανται να περιλαμβάνωνται διατάξεις περί συμπληρωματικών εισφορών των εταίρων, πέραν των μεριδίων αυτών, αλλά μόνον προς κάλυψιν ζημιών, βεβαιωθεισών εν τω ισολογισμώ.

2. Αι περί συμπληρωματικών εισφορών διατάξεις του καταστατικού είναι ισχυραί, μόνον εάν προσδιορίζηται και το μέγεθος αυτών εν τω καταστατικώ, όπερ, εν πάση περιπτώσει, δεν δύναται να είναι μείζον του αρχικού κεφαλαίου.

3. Η απόφασις των εταίρων περί καταβολής συμπληρωματικών εισφορών λαμβάνεται δια της εν άρθρω 38 παρ. 1 πλειονοψηφίας.

4. Αι συμπληρωματικαί εισφοραί καταβάλλονται παρ' όλων των εταίρων κατά λόγον της συμμετοχής εκάστου, εντός μηνός από της εγγράφου προς έκαστον εξ αυτών προσκλήσεως. Η εκπλήρωσις της υποχρεώσεως ταύτης των εταίρων δεν δύναται να γίνη δια συμψηφισμού.

Αρθρο 37. Μη καταβολή συμπληρωματικών εισφορών

1. Μη καταβαλόντος εταίρου τινός την συμπληρωματικής αυτού εισφοράν, εντός της προθεσμίας της παραγράφου 4 του προηγούμενου άρθρου, ο Πρόεδρος των Πρωτοδικών, δικάζων κατά την διαδικασίαν του άρθρου 634 της Πολιτικής Δικονομίας, αιτήσει της εταιρείας, παντός διαχειριστού ή παντός ετέρου, αποκλείει της εταιρείας τον μη καταβαλόντα και διατάσσει την εκποίησιν του εταιρικού μεριδίου. Η αίτησις, εφόσον ασκείται υπό διαχειριστικού ή εταίρου, κοινοποιείται και προς την εταιρείαν.

2. Η εκποίησις ενεργείται υπό της εταιρείας, δια λογαριασμόν του αποκλεισθέντος εταίρου, μετά πάροδον δέκα ημερών, από της προς αυτόν κοινοποιήσεως της ως άνω αποφάσεως, κατά τας διατάξεις, περί εκποιήσεως τραπεζιτικού ενεχύρου, αναλόγως εφαρμοζομένας.

Η διάταξις του άρθρου 30 παρ. 3 εφαρμόζεται και εν προκειμένω. Έτερος τρόπος εκποιήσεως επιτρέπεται μόνον συναινέσει πάντων των εταίρων, ως και του μη καταβαλόντος.

3. Ο αποκλεισθείς εταίρος ευθύνεται έναντι της εταιρείας δια την τυχόν διαφοράν μεταξύ του επιτευχθέντος εκ της εκποιήσεως τιμήματος και της εισφοράς μετά των δαπανών εκποιήσεως.

4. Ο συνεπεία της ανωτέρω εκποιήσεως αποκτήσας το εταιρικόν μερίδιον του αποκλεισθέντος εταίρου, δεν υποχρεούται εις καταβολήν της οφειλομένης συμπληρωματικής εισφοράς.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'

Τροποποίησις της εταιρικής συμβάσεως

Αρθρο 38. Γενικαί διατάξεις

1. Τροποποίησις της εταιρικής συμβάσεως δύναται να γίνη μόνον δι' αποφάσεως της συνελεύσεως, λαμβανομένης δια πλειοψηφίας τουλάχιστον των τριών τετάρτων του όλου αριθμού των εταίρων, εκπροσωπούντων τα τρία τέταρτα του όλου εταιρικού κεφαλαίου.

2. Επιφυλασσομένων των διατάξεων του άρθρου 40 παρ. 4, η κατά την παράγραφον 1 του παρόντος άρθρου απόφασις δέον να περιβληθή τον τύπον του συμβολαιογραφικού εγγράφου.

3. Απόφασις λαμβανομένη συναινέσει πάντων των εταίρων απαιτείται προκειμένου:

α) περί μεταβολής της εθνικότητος της εταιρείας και

β) περί επαυξήσεως των υποχρεώσεων των εταίρων ή της ευθύνης αυτών ως και περί μειώσεως των εκ του καταστατικού δικαιωμάτων αυτών, εκτός αν άλλως ορίζηται εν τω παρόντι νόμω.

4. Πάσα τροποποίηση της εταιρικής σύμβασης υπόκειται είς τας υπό του άρθρου 8 οριζομένας διατυπώσεις δημοσιότητος. Προ της τηρήσεως των διατυπώσεων τούτων, η τροποποίησις ουδέν επάγεται αποτέλεσμα.

Αρθρο 39. Μεταβολή του αντικειμένου της επιχειρήσεως

1. Εάν ελήφθη απόφασις περί μεταβολής του αντικειμένου της εταιρικής επιχειρήσεως, οι διαφωνήσαντες εταίροι δικαιούνται να εξέλθωσι της εταιρίας, εάν δηλώσωσι τούτο εγγράφως εντός τριών μηνών από της δημοσιεύσεως της ληφθείσης αποφάσεως. Οι ούτως εξερχόμενοι εταίροι λαμβάνουσι την αξίαν της μερίδος συμμετοχής αυτών, προσδιοριζομένην υπό του Προέδρου των Πρωτοδικών, κατ' ανάλογον εφαρμογήν του άρθρου 29 παρ. 1 και παρ. 4.

2. Ρήτρα του καταστατικού αποκλείουσα το δικαίωμα εξόδου ή άλλως ρυθμίζουσα την καταβολήν της αξίας του εταιρικού μεριδίου των εξερχομένων εταίρων είναι άκυρος.

Αρθρο 40. Αύξησις του κεφαλαίου

1. Η αύξησις του εταιρικού κεφαλαίου δύναται να γίνη μόνον δια τροποποιήσεως της εταιρικής συμβάσεως, κατόπιν αποφάσεως της συνελεύσεως των εταίρων, λαμβανομένης τουλάχιστον δια της εν άρθρω 38 παρ. 1 πλειονοψηφίας.

2. Η ανάληψις του νέου κεφαλαίου γίνεται είτε υπό των εταίρων είτε υπό τρίτων, δι' εγγράφου αυτών δηλώσεως προς την εταιρίαν, εντός είκοσιν ημερών από της περί αυξήσεως του κεφαλαίου αποφάσεως της συνελεύσεως.

3. Εκτός αντιθέτου διατάξεως του καταστατικού πας έταιρος έχει δικαίωμα προτιμήσεως εν τη αναλήψει των εταιρικών μεριδίων, κατά λόγον της συμμετοχής αυτού.

4. Εντός δέκα ημερών από της λήξεως της εν παρ. 2 του παρόντος άρθρου προθεσμίας, δέον να καταρτισθή συμβολαιογραφικόν έγγραφον μεταξύ των διαχειριστών της εταιρίας και των αναλαβόντων τα εταιρικά μερίδια, εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων των άρθρων 4 και 5. Η εξόφλησις των αναληφθέντων εταιρικών μεριδίων δεν δύναται να γίνη δια συμψηφισμού.

Αρθρο 41. Μείωσις του εταιρικού κεφαλαίου

1. Η μείωσις του εταιρικού κεφαλαίου δύναται να γίνη μόνον δια τροποποιήσεως της εταιρικής συμβάσεως, κατόπιν αποφάσεως της συνελεύσεως των εταίρων, λαμβανομένης τουλάχιστον δια της εν άρθρω 38 παρ. 1 πλειοψηφίας. Εν τη αποφάσει αναγράφεται ο σκοπός της μειώσεως, το ποσόν αυτής ως και ο τρόπος καθ' ον η μείωσις θα πραγματοποιηθή.

2. Ως μείωσις του εταιρικού κεφαλαίου λογίζεται η κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου καταβολή εις εξερχόμενον ή αποκλειόμενον εταίρον της αξίας της μερίδος συμμετοχής αυτού.

3. Κατ’ ουδεμίαν περίπτωσιν δύναται το εταιρικόν κεφάλαιον να μειωθή κάτω των 200.000 δραχμών, ουδέ τα εταιρικά μερίδια κάτω των 10000 δραχμών.

Αρθρο 42. Διατυπώσεις μειώσεως

1. Η λόγω μειώσεως του εταιρικού κεφαλαίου τροποποίησις της εταιρικής συμβάσεως δύναται να γίνη μόνον μετά πάροδον δύο μηνών από της επιμελεία των διαχειριστών δημοσιεύσεως άπαξ εις το κατά το άρθρον 8 παρ. 3 Δελτίον και δις εις μίαν τουλάχιστον ημερησίαν εφημερίδα, εκδιδομένην εν τη έδρα της εταιρίας, περιλήψεως της περί μειώσεως του κεφαλαίου αποφάσεως της συνελεύσεως, εφ' όσον εντός της προθεσμίας ταύτης, ουδείς των προ της τελευταίας δημοσιεύσεως δανειστών της εταιρίας, διατυπώση, εγγράφως προς την εταιρίαν τας αντιρρήσεις του.

2. Αιτήσει της εταιρίας, δύναται ο Πρόεδρος των Πρωτοδικών, κατά την διαδικασίαν του άρθρου 634 της Πολιτικής Δικονομίας δικάζων, να επιτρέψη την μείωσιν του εταιρικού κεφαλαίου παρά τας αντιρρήσεις των εν τη προηγουμένη παραγράφω δανειστών, εάν κρίνη ότι το κεφάλαιον της εταιρίας είναι επαρκές δια την ικανοποίησιν των αντιλεγόντων δανειστών, ή εάν η εταιρία παρέχη επαρκή ασφάλειαν.

Αρθρο 43. Μείωσις του εταιρικού κεφαλαίου λόγω εξόδου εταίρου

1. Κατά πάσαν περίπτωσιν, καθ' ην κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου, εις ή τινές των εταίρων εξέρχονται της εταιρίας, ή προς αυτούς καταβολή της αξίας της μερίδος συμμετοχής των δεν δύναται να γίνη προ της λόγω μειώσεως του εταιρικού κεφαλαίου τροποποιήσεως της εταιρικής συμβάσεως, κατά τας διατάξεις των άρθρων 41 και 42.

2. Εαν δεν ληφθή απόφασις υπό της συνελεύσεως περί μειώσεως του εταιρικού κεφαλαίου, εντός δέκα πέντε ημερών από της κοινοποιήσεως προς την εταιρίαν της προσδιοριζούσης την αξίαν της μερίδος συμμετοχής του εξερχομένου εταίρου αποφάσεως του Προέδρου των Πρωτοδικών, ή εάν δεν ακολουθήση εντός ευλόγου χρόνου, ή εν άρθρω 42 αναγραφομένη διαδικασία, ο εξερχόμενος εταίρος δύναται να ζητήση παρά του Δικαστηρίου την λύσιν της εταιρίας.

3. Αι διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων δεν εφαρμόζονται, εν περιπτώσει συγχρόνου αυξήσεως του εταιρικού κεφαλαίου, κατά ίσον τουλάχιστον ποσόν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ'

Διάλυσις και εκκαθάρισις

Αρθρο 44. Λόγοι λύσεως

1. Η εταιρία λύεται:

α) Κατά πάσαν υπό του νόμου ή υπό του καταστατικού προβλεπομένην περίπτωσιν.

β) Δι' αποφάσεως της συνελεύσεως των εταίρων, λαμβανομένης, εφ' όσον εν τω καταστατικώ δεν ορίζεται άλλως, υπό των τρίτων τετάρτων του όλου αριθμού των εταίρων, εκπροσωπούντων τα τρία τέταρτα του όλου εταιρικού κεφαλαίου.

γ) Δια δικαστικής αποφάσεως ένεκα σπουδαίου λόγου, αιτήσει τινός, ή τινών των εταίρων εκπροσωπούντων τουλάχιστον το εν δέκατον του εταιρικού κεφαλαίου.

δ) Δια της κηρύξεως της εταιρίας εις κατάστασιν πτωχεύσεως.

ε) Διά δικαστικής αποφάσεως αιτήσει παντός έχοντος έννομου συμφέρον, εν περιπτώσει συγκεντρώσεως όλων των εταιρικών μεριδίων είς χείρας ενός προσώπου.

2. Διά τας υπό της εταιρίας αναληφθείσας υποχρεώσεις, κατά την διάρκειαν της συγκεντρώσεως των εταιρικών μεριδίων είς χείρας ενός προσώπου, τούτο ευθύνεται απεριορίστως, εν περιπτώσει αφερεγγυότητος της εταιρίας.

3. Η εταιρία δεν λύεται δια της απαγορεύσεως, της πτωχεύσεως ή του θανάτου τινός ή τινών των εταίρων, εκτός αν άλλως ορίζεται εν τω καταστατικώ.

4. Η λύσις της εταιρίας υπόκειται είς τας κατά το άρθρον 8 δημοσιεύσεις.

Αρθρο 45. Απώλεια κεφαλαίου

1. Εν περιπτώσει απωλείας του 1/2 του εταιρικού κεφαλαίου, οι διαχειρισταί υποχρεούνται να συγκαλέσωσι την συνέλευσιν των εταίρων, ίνα αποφασίση περί της διαλύσεως της εταιρίας ή περί της μειώσεως του εταιρικού κεφαλαίου, πάντως κατά ποσοστόν ουχί μικρότερον του εν άρθρω 4 παρ. 1 οριζομένου ελαχίστου κεφαλαίου.

2. Μη συγκληθείσης της συνελεύσεως εντός ευλόγου χρόνου ή μη ληφθείσης αποφάσεως, πας ενδιαφερόμενος δύναται να ζητήση παρά του δικαστηρίου την διάλυσιν της εταιρίας.

Αρθρο 46. Εκκαθάρισις

1. Λυθείσης της εταιρίας εξ οιουδήποτε λόγου, πλην της κηρύξεως αυτής εις κατάστασιν πτωχεύσεως, ακολουθεί το στάδιον της εκκαθαρίσεως. Μέχρι πέρατος της εκκαθαρίσεως και της διανομής, η εταιρεία λογίζεται εξακολουθούσα, διατηρεί δε και την επωνυμίαν αυτής, εις ην προστίθενται αι λέξεις « υπό εκκαθαρίσιν».

2. Η κατά το στάδιον της εκκαθαρίσεως εξουσία των οργάνων της εταιρίας περιορίζεται εις τας αναγκαίας δια την εκκαθάρισιν της εταιρικής περιουσίας πράξεις.

3. Αι περί διαχειρίσεως διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται αναλόγως και επί εκκαθαρίσεως, εφ' όσον δεν τροποποιούνται υπό των επομένων άρθρων.

Αρθρο 47. Εκκαθαρισταί και ανάκλησις αυτών

1. Η εκκαθάρισης ενεργείται υπό των διαχειριστών, εκτός αν άλλως ορίζεται εν τω καταστατικώ ή αν άλλως απεφάσισεν η συνέλευσις των εταίρων.

2. Οι δια του καταστατικού διορισθέντες εκκαθαρισταί ανακαλούνται ένεκα σπουδαίου λόγου κατ' ανάλογον εφαρμογήν του άρθρου 19 παρ. 1.

3. Η συνέλευσις των εταίρων, δύναται ν' ανακαλέση κατά πάντα χρόνον τους υπ' αυτής ορισθέντας εκκαθαριστάς, ως και τους ενεργούντας την εκκαθάρισιν διαχειριστάς κατά την παρ. 1 του παρόντος άρθρου.

4. Υφισταμένου σπουδαίου λόγου, το δικαστήριο δύναται, αιτήσει εταίρων εκπροσωπούντων το 1/10 τουλάχιστον του εταιρικού κεφαλαίου, ν' ανακαλέση τους υπό της συνελεύσεως ορισθέντας εκκαθαριστάς.

Εν περιπτώσει επείγοντος αποφασίζει προσωρινώς ο Πρόεδρος των Πρωτοδικών, κατά την διαδικασίαν του άρθρου 634 της Πολιτικής Δικονομίας.

Αρθρο 48. Απογραφή και ισολογισμός

Άμα τη ενάρξει της εκκαθαρίσεως, οι εκκαθαρισταί υποχρεούνται να ενεργήσωσιν απογραφήν της εταιρικής περιουσίας και καταρτίσωσιν ισολογισμόν, ον δημοσιεύουσιν εις το εν άρθρω 8 παρ. 3 Δελτίον. Εφ' όσον η εκκαθάρισις εξακολουθεί οι εκκαθαρισταί υποχρεούνται να καταρτίζωσι καθ' έκαστον έτος ισολογισμόν.

Αρθρο 49. Εξουσία εκκαθαριστών

1. Οι εκκαθαρισταί εκπροσωπούσι την εταιρίαν και υπογραφούσι δι' αυτήν, θέτοντες την ιδίαν αυτών υπογραφήν κάτωθι της εταιρικής επωνυμίας. Εάν εν τω καταστατικώ δεν ορίζεται άλλως, η εκκαθάρισις ενεργείται υπό όλων ομού των εκκαθαριστών.

2. Οι εκκαθαρισταί δέον να περατώσωσιν αμελλητί τας εκκρεμείς υποθέσεις της εταιρίας, να εξοφλήσωσι τα χρέη της εταιρίας, να εισπράξωσι τας απαιτήσεις αυτής και να μετατρέψωσιν εις χρήμα την εταιρικήν περιουσίαν. Επί τω σκοπώ περατώσεων των εκκρεμών υποθέσεως, δύνανται οι εκκαθαρισταί να ενεργήσωσι και νέας πράξεις.

Αρθρο 50. Πέρας  εκκαθαρίσεως

Περατωθείσης της εκκαθαρίσεως οι εκκαθαρισταί καταρτίζουσι τον τελικόν ισολογισμόν, ον δημοσιεύουσιν είς το εν άρθρω 8 παρ. 3 Δελτίον και διανέμουσι το προϊόν της εκκαθαρίσεως της εταιρικής περιουσίας είς τους εταίρους κατά λόγον της μερίδος της συμμετοχής εκάστου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'

Μετατροπή εταιριών εις εταιρίας περιωρισμένης ευθύνης

Αρθρο 51. Μετατροπή της ανωνύμου εταιρείας εις εταιρείαν περιωρισμένης ευθύνης

1. Η μετατροπή ανωνύμου εταιρείας είς εταιρίαν περιωρισμένης ευθύνης γίνεται δι’ αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως λαμβανομένης διά της εν άρθροις 29 παρ. 3 και 31 παρ. 2 του νόμου 2190/1920 «περί Αντωνύμων Εταιριών» απαρτίας και πλειονοψηφίας. Η απόφασις της γενικής συνελεύσεως δέον να περιβληθή τον τύπον του συμβολαιογραφικού εγγράφου εν τω οποίω να περιλαμβάνωνται αι ουσιώδεις κατά τον παρόντα νόμου διατάξεις.

2. Αι διά την μετατροπήν αναγκαίαι πράξεις δεν υπόκεινται είς την καταβολήν φόρου, τέλους η δικαιώματος υπέρ του Δημοσίου η υπέρ τρίτων, εφ’ όσον: α) Το ενεργητικόν και το παθητικόν της μετατρεπομένης εταιρίας της μετατρεπομένης εταιρίας δεν υφίσταται μεταβολήν και β) οι εν τη μετατρεπομένη εταιρία μέτοχοι μετέχουσιν είς την εταιρίαν περιωρισμένης ευθύνης δι’ ίστης η αναλόγου, ως είς εκείνην, μερίδος συμμετοχής.

3. Τα διά την μετατροπήν συμβολαιογραφικά δικαιώματα ορίζονται ως και επί συστάσεως ανωνύμου εταιρίας.

4. Των ως άνω και εν παραγράφοις 2 και 3 προβλεπομένων ευεργετημάτων και απαλλαγών απολαμβάνουσι και αι εντός τριετίας από της ισχύος του παρόντος συνιστώμεναι βιομηχανικαί Εταιρείαι Περιωρισμένης Ευθύνης, εκτός της περιφερείας της τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης, ως καθορίζονται αύται υπό του Ν.Δ 2176 του 1952 «περί μέτρων προστασίας της επαρχιακής βιομηχανίας». Τα ανωτέρω ισχύουτι και προκειμένου περί εντός της αυτής ως άνω προθεσμίας συστάσεως τοιαύτης Εταιρείας Περιωρισμένης Ευθύνης βιά συγχωνεύσεως υφισταμένων ήδη ομορρύθμων η ετερορρύθμων Εταιρειών.

5. Από τη συντελέσεως των κατά το άρθρο 8 του παρόντος δημοσιεύσεων η μετατρεπομένη εταιρία συνεχίζεται υπό τον τύπον της εταιρίας περιωρισμένης ευθύνης.

Αι εκκρεμείς δίκαι συνεχίζονται, μη επερχομένης βιαίας διακοπής της δίκης ως εκ της μετατροπής και μη απαιτουμένης ουδεμιάς ειδικωτέρας διά την συνέχισιν διατυπώσεως.

6. Επίσης γίνεται κατά την αυτήν διαδικασίαν, και εντός 6 μηνών από της ισχύος του παρόντος, μετατροπή είς Εταιρείας περιωρισμένης ευθύνης Ανωνύμων Εταιρειών, αίτινες τελούν υπό εκκαθάρισιν μέχρι της ισχύος του παρόντος

Και επί της μετατροπής τούτων εφαρμόζονται άπασαι αι διατάξεις του παρόντος άρθρου και νόμου.

7. Αι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν και προκειμένου περί μετατροπής Άνων. Εταιρείας εχούσης κεφάλαιον κάτω του ενός εκατομμυρίου δραχμών είς ομόρρυθμον η ετερόρρυθμον Εταιρείαν.

Αρθρο 52. Ελάχιστον όριον κεφαλαίου Ανωνύμων Εταιρειών

1. Από της ισχύος του παρόντος το κατώτατον όριον του μετοχικού κεφαλαίου της ανωνύμου εταιρίας ορίζεται εις το ποσόν των δραχμών 1.000.000 ολοσχερώς καταβεβλημένων κατά την σύστασιν της εταιρίας. Το ποσόν τούτο δύναται ν' αυξάνηται ή να μειούται δια Διατάγματος, μετά γνώμην της Επιτροπής του άρθρου 4 του νόμου 2190 ως ούτος συνεπληρώθη και ετροποποιήθη μεταγενεστέρως.

2. Ανώνυμοι εταιρείαι, ων το κεφάλαιον κατά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος είναι κατώτερον του εν τη προηγούμενη παραγράφω ποσού ή ανώνυμοι εταιρίαι ων το κεφάλαιον, ως προσηρμόσθη δυνάμει του Νομοθετικού Διατάγματος της 10-11 Μαΐου 1946 «περί καταρτίσεως των ισολογισμών των ανωνύμων εταιρειών» και των εις εκτέλεσιν τούτου εκδοθέντων Βασ. Διαταγμάτων, αφαιρουμένου του τυχόν υφισταμένου χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού «Διαφορά Προσαρμογής» είναι κατώτερον του εν τη προηγουμένη παραγράφω ποσού, υποχρεούνται εντός ενός έτους από της ισχύος του παρόντος είτε α) ν' αυξήσωσι το κεφάλαιον αυτών μέχρι του ποσού τούτου, ολοσχερώς καταβεβλημένου, είτε

β) να μετατραπώσιν εις εταιρίας περιωρισμένης ευθύνης τηρουμένης της διατάξεως της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του παρόντος. Κατά τας περιπτώσεις ταύτας αι δια την μετατροπήν αναγκαίαι πράξεις δεν υπόκεινται εις την καταβολήν φόρου, τέλους ή δικαιώματος υπέρ του Δημοσίου ή τρίτων. Δια τας ιδρυθείσας μέχρι της 30 Ιουνίου 1931 ανωνύμους εταιρίας η προθεσμία της αυξήσεως του εταιρικού των κεφαλαίου ή της μετατροπής αυτών εις εταιρίας περιωρισμένης ευθύνης ορίζεται πενταετής, της σχετικής αποφάσεως περί αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου των εταιριών τούτων μέχρι του ποσού του ενός εκατομμυρίου δραχμών δυναμένης να ληφθή υπό της γενικής συνελεύσεως κατά τας διατάξεις των άρθρων 29 παρ. 1 του 31 παρ. 1 του νόμου 2190 «περί Ανωνύμων Εταιρειών». Εξαιρετικώς δια τας κατά την δημοσίευσιν του παρόντος λειτουργούσας Ελληνικάς ανωνύμους ασφαλιστικάς εταιρείας το μετοχικόν κεφάλαιον ορίζεται εις δραχμάς 1.000.000 εξ ων αι 250.000 δέον να καταβληθώσιν εντός του πρώτου έτους από της δημοσιεύσεως του παρόντος νόμου, αι δε λοιπαί 750.000 δρχ., ανά 250.000 δρχ. κατ' έτος. Εις το αυτό ποσόν ορίζεται και η κατά το άρθρον 22 παρ. 1 του Νόμου 1023 του 1917 «περί Ιδιωτικής Επιχειρήσεως Ασφαλίσεως» εγγύησις. Κατά το αυτό δε ποσόν και εντός των αυτών προθεσμιών αυξάνεται και η ανωτέρω εγγύησις των εν Ελλάδι λειτουργουσών αλλοδαπών ανωνύμων ασφαλιστικών εταιρειών.

3. Παρερχομένης απράκτου της εν τη προηγουμένη παραγράφω οριζομένης προθεσμίας, η συστήσασα την ανώνυμον εταιρίαν Υπουργική απόφασις ανακαλείται υποχρεωτικώς.

Αρθρο 53. Μετατροπή ομορρύθμου ή ετερορρύθμου εταιρίας εις εταιρίαν περιωρισμέης ευθύνης

1. Η συμφωνία των εταίρων περί μετατροπής ομορρύθμου ή ετερορρύθμου εταιρίας, συσταθείσης κατά τας διατάξεις του νόμου εις εταιρείαν περιωρισμένης ευθύνης, δέον να περιβληθή τον τύπον του συμβολαιογραφικού εγγράφου εν τω οποίω να περιλαμβάνωνται αι κατά τον παρόντα νόμον ουσιώδεις διατάξεις, τηρουμένης πάντως της διατάξεως του άρθρου 5.

2. Αι διατάξεις των παραγράφων 2, 3 και 4 του άρθρου 51 εφαρμόζονται και επί μετατροπής ομορρύθμου ή ετερορρύθμου εταιρίας εις εταιρίαν περιωρισμένης ευθύνης.

3. Η επωνυμία της μετατραπείσης εταιρίας δύναται να διατηρηθή, εφαρμοζομένης και της διατάξεως της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του παρόντος.

4. Οι ομόρρυθμοι εταίροι της μετατραπείσης ομορρύθμου ή ετερορρύθμου εταρίας εξακολουθούν να ευθύνωνται και μετά την μετατροπήν απεριορίστως και εις ολόκληρον έναντι των τρίτων δια τας εταιρικάς υποχρεώσεις τας αναληφθείσας μέχρι της συντελέσεως των κατά το άρθρον 8 του παρόντος διατυπώσεων δημοσιότητος, εκτός αν οι δανεισταί συγκατετέθησαν εγγράφως εις την μετατροπήν της εταιρίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'

Συγχώνευσις εταιριών περιωρισμένης ευθύνης

Αρθρο 54.

1. Δια την συγχώνευσιν εταιριών περιωρισμένης ευθύνης, είτε δια συστάσεως νεάς εταιρίας περιωρισμένης ευθύνης είτε δια της απορροφήσεως υπό μιας εταιρίας περιωρισμένης ευθύνης άλλης ή άλλων εταιριών περιωρισμένης ευθύνης απαιτείται απόφασις των συνελεύσεων, λαμβανομένη κατά την εν άρθρω 38 πλειονοψηφίαν.

2. Η συγχώνευσις δύναται να γίνη μόνον μετά πάροδον δύο μηνών από της επιμελεία των διαχειριστών δημοσιεύσεως άπαξ εις το κατά το άρθρον 8 παρ. 3 Δελτίον και δες εις μίαν τουλάχιστον ημερησίαν εφημερίδα εκδιδομένην εν τη έδρα των ενδιαφερομένων εταιριών, περιλήψεως των περί συγχωνεύσεως αποφάσεων των συνελεύσεων, εφόσον εντός της προθεσμίας ταύτης ουδείς των προ της τελευταίας δημοσιεύσεως δανειστών των ενδιαφερομένων εταιριών διατυπώση εγγράφως τας αντιρρήσεις του.

3. Αιτήσει της ενδιαφερομένης εταιρίας δύναται ο Πρόεδρος των Πρωτοδικών, κατά την διαδικασίαν του άρθρου 634 της Πολιτικής Δικονομίας δικάζων, να επιτρέψη την συγχώνευσιν παρά τας αντιρρήσεις των εν τη προηγ. παραγρ. δανειστών, εάν παρασχεθή εις αυτούς επαρκής ασφάλεια.

Αρθρο 55. Σύμβασις περί συγχωνεύσεως

1. Η περί συγχωνεύσεως σύμβασις καταρτίζεται δια συμβολαιογραφικού εγγράφου εις το οποίον περιλαμβάνονται αι ουσιώδεις κατά τον παρόντα νόμον διατάξεις.

2. Από της δημοσιεύσεως κατά το άρθρον 8 του παρόντος της περί συγχωνεύσεως συμβάσεως, η νέα εταιρία υποκαθίσταται αυτοδικαίως εις άπαντα εν γένει τα δικαιώματα και τας υποχρεώσεις της συγχωνευθείσης εταιρίας, της τοιαύτης μεταβιβάσεως εξομοιουμένης προς καθολική διαδοχή.

3. Εις περίπτωσιν συγχωνεύσεως Ανωνύμων Εταιρειών ως και Ασφαλιστικών τοιούτων εχουσών κεφάλαιον κάτω του ενός εκατομμυρίου δραχμών εφαρμόζονται αναλόγως αι διατάξεις των άρθρων 5, 6 και 7 του Νόμου 2292/1953 «περί συγχωνεύσεως Ανωνύμων Τραπεζιτικών Εταιρειών».

4. Αι εκκρεμείς δίκαι συνεχίζονται υπό της νέας εταιρίας ή υπό της εις ην υπήχθη η άλλη εταιρία, εφαρμοζομένης και εν προκειμένω της παραγράφου 4 του άρθρου 51 του παρόντος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'

Φορολογικαί διατάξεις

Αρθρο 56.

1. Ο εταίρος δια το μερίδιον των κερδών του εκ του συνόλου των προκυψάντων κερδών της εταιρίας περιωρισμένης ευθύνης και δια τον τυχόν εξ αυτής κτώμενον μισθόν του ή άλλης οιασδήποτε φύσεως απολαυήν του, υπόκειται εις φόρον Δ' Κατηγορίας των καθαρών προσόδων, εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων των σχετικών με την φορολογίαν των κερδών των ομορρύθμων εταίρων.

2. Αι διατάξεις του Κώδικος περί τελών χαρτοσήμου αι προβλέπουσι μειωμένον φορολογικόν συντελεστήν δια τας ανωνύμους εταιρίας εφαρμόζονται αναλόγως και επί των εταιριών περιωρισμένης ευθύνης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι'

Αλλοδαπαί εταιρίαι

Αρθρο 57. Εγκατάστασις εν Ελλάδι

Αλλοδαπαί εταιρίαι περιωρισμένης ευθύνης δύνανται να εγκαταστήσωσιν εν Ελλάδι υποκατάστημα ή πρακτορείον κατόπιν αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου.

Αρθρο 58. Άδεια εγκαταστάσεως

1. Η κατά το προηγούμενον άρθρον απόφασις εκδίδεται εφόσον:

α) Η εταιρεία έχει συσταθή συμφώνως προς τους νόμους της Πολιτείας, εις ην ευρίσκεται η έδρα αυτής και είναι εν λειτουργία.

β) Προσκόμιση κεκυρωμένον, υπό της αρμοδίας Προξενικής Αρχής, αντίγραφον του εγγράφου πληρεξουσιότητος του αντιπροσώπου ή πράκτορας αυτής περιλαμβάνοντος απαραιτήτως και τον διορισμόν αντικλήτου και αναφέροντος το ονοματεπώνυμον των εκπροσωπούντων την εταιρίαν εν τη έδρα αυτής, ως και την επωνυμία της εταιρίας.

γ) Αι ημεδαπαί εταιρίαι δύνανται να εγκαταστήσωσιν υποκατάστημα ή πρακτορείον εις την Πολιτείαν ένθα ή έδρα της αλλοδαπής Εταιρίας.

2. Η κατά το άρθρον 57 απόφασις καταχωρίζεται και δημοσιεύεται συμφώνως προς την διάταξιν του άρθρου 8 του παρόντος.

Αρθρο 59. Ευθύνη συμβληθέντων

Μέχρι της τηρήσεως των εν τω προηγουμένω άρθρω διατυπώσεων, οι επ' ονόματι της εταιρίας συμβληθέντες ευθύνονται απεριορίστως και εις ολόκληρον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'

Ποινικαί Διατάξεις

Αρθρο 60.

Τιμωρείται δια των ποινών του άρθρου 458 του Ποινικού Κώδικος:

1. Όστις συναλλάσεται ως εκπροσωπών εταιρίαν περιωρισμένης ευθύνης κατά παράβασιν των διατάξεων των άρθρων 16 έως 19 και 47 του παρόντος.

2. Όστις συναλλάσεται ως εκπροσωπών αλλοδαπήν εταιρίαν περιωρισμένης ευθύνης μη κεκτημένην άδειαν εγκαταστάσεως.

3. Πας εταίρος ή διαχειριστής εταιρίας περιωρισμένης ευθύνης, όστις εν γνώσει ποιείται ψευδείς δηλώσεις αφορώσας την καταβολήν του εταιρικού κεφαλαίου και τον ισολογισμόν.

4. Όστις εκ προθέσεως παρέλειψε την σύνταξιν του ετησίου ισολογισμού πέραν της υπό του καταστατικού οριζομένης προθεσμίας.

5. Όστις εν γνώσει συνέταξεν ή ενέκρινεν ισολογισμόν κατά παράβασιν των διατάξεων του παρόντος νόμου ή του καταστατικού.

6. Όστις άνευ ισολογισμού ή κατά παράβασιν αυτού ή δυνάμει ψευδούς ή παρανόμου ισολογισμού επεχείρησε την διανομήν κερδών προς τους εταίρους.

7. Όστις εκ προθέσεως παρέλειψε να συγκαλέση γενικής συνέλευσιν κατά παράβασιν του παρόντος ή του καταστατικού.

8. Όστις παραβαίνει τας διατάξεις του άρθρου 25 του παρόντος.

9. Όστις λαμβάνει ειδικάς ωφελείας ή υποσχέσεις τοιούτων επί τω σκοπώ όπως εν συνελεύσει των εταίρων ψηφίση καθ' ωρισμένην κατεύθυνσιν ή μη παρευρεθή εν συνελεύσει.

10. Όστις παρέχει ειδικάς ωφελείας ή υποσχέσεις τοιούτων χάριν των εν τη προηγουμένη περιπτώσει σκοπών.

11. Ο διαχειριστής εταιρίας περιωρισμένης ευθύνης ασκούσις επιχείρησιν κατά παράβασιν του άρθρου 3 παρ. 2 του παρόντος.

12. Ο διαχειριστής ή εταίρος εταιρίας περιωρισμένης ευθύνης ενεργών πράξεις κατά παράβασιν του άρθρου 20 του παρόντος.

13. Όστις παραβαίνει την διάταξιν του άρθρου 4 παράγραφος 5 του παρόντος.

14. Πας διαχειριστής παραβαίνων τις διατάξεις του παρόντος νόμου περί καταχωρίσεων και δημοσιεύσεων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ

Μεταβατικαί Διατάξεις

Αρθρο 61.

1. Ανώνυμοι Εταιρείαι των οποίων η διάρκεια έληξε κατά το χρονικόν διάστημα από 28 Οκτωβρίου 1940 μέχρι της ισχύος του παρόντος, δύνανται να παρατείνωσι την διάρκειάν των δι' αποφάσεως της Γενικής Συνελεύσεως λαμβανομένης εντός έτους από της ισχύος του παρόντος. Η σύγκλησις της Γενικής Συνελεύσεως και η λήψις της σχετικής αποφάσεως θα γίνωσι κατά τας διατάξεις του Ν. 2190 «περί Ανωνύμων Εταιρειών» και τους όρους του Καταστατικού, η δε απόφασισθησομένη παρατάσεις, λογίζεται ως συνέχεια του λήξαντος χρόνου διαρκείας της Εταιρείας.

2. Κατ’ απόφασιν του Υπουργού Εμπορίου και μετά γνώμην της Επιτροπής Ανωνύμων Εταιρειών δύναται να επιτραπή η παράτασις της διαρκείας των Ανωνύμων Εταιρειών, αι οποίαι ηναγκάσθησαν να τεθώσιν υπό εκκαθάρισιν λόγω λήξεως της διαρκείας αυτών καιεφ’ όσον δεν έληξεν η εκκαθάρισίς των.

Ο παρών Νόμος ψηφισθείς υπό της Βουλής και παρ. Ημών σήμερον κυρωθείς, δημοσιευθήτω διά της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως και εκτελεσθήτω ως νόμος του Κράτους.

Εθεωρήθη και ετέθη η μεγάλη του Κράτους σφραγίς.

Εν Αθήναις τη 14 Απριλίου 1955