Διαφήμιση

ΕΝΟΤΗΤΕΣ

Σύνδεση Χρήστη



FreeCurrencyRates.com

Πρωτοσέλιδα

PDF Εκτύπωση E-mail
0013 - Αναδρομική ισχύς νόμου. Ανατοκισμός τόκων.
Σάββατο, 07 Ιανουαρίου 2006 03:00

ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΙ ΘΕΣΜΟΙ

ΑΠ Ολ 13/2006

Διατάξεις: άρθρα 2 ΑΚ, 8 (παρ. 6) Ν. 1083/1980, 110-112 ΕισΝΑΚ, 12, 20 ν. 2601/1998

ΤΡΑΠΕΖΕΣ.

Αναδρομική ισχύς νόμου. Ανατοκισμός τόκων. Επί προϋφισταμένων του Ν. 2601/1998 συμβάσεων δανείου, που έχουν καταγγελθεί μέχρι τη δημοσίευσή του, εάν δεν υπάρχει συμφωνία περί ανατοκισμού, γίνεται αυτοδικαίως ανατοκισμός των καθυστερούμενων τόκων ανά εξάμηνο. Αναδρομική ισχύς του Ν. 2601/1998 έως την έναρξη ισχύος του Ν. 1083/1980, που εφαρμόζεται και επί εκκρεμών δικών.

[...] Κατά άρθρο 2 του ΑΚ, ο νόμος ορίζει για το μέλλον και δεν έχει αναδρομική δύναμη, δηλαδή δεν εφαρμόζεται σε σχέσεις που είχαν δημιουργηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του. Παρά ταύτα δεν υπάρχει στο Σύνταγμα γενική απαγόρευση αναδρομικότητας του νόμου (ΑΠ Ολ 1067/1979), αρκεί να μη παραβιάζονται το άρθρο 4 παρ. 1 «περί ισότητας» και το άρθρο 17 του Συντάγματος «περί προστασίας της ιδιοκτησίας» (ΑΠ Ολ 4 και 7/1990). Έτσι, δεν αποκλείεται, παρά την κατευθυντήρια διάταξη του άρθρου 2 ΑΚ, ένας νόμος να έχει αναδρομική ισχύ, αν αυτό ορίζεται ρητώς με διάταξή του ή αν η αναδρομικότητα προκύπτει σαφώς από το όλο περιεχόμενο του νόμου. Εξάλλου, από το άρθρο 8 παρ. 6 του Ν. 1083/1980, τη 289/1980 απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ως άνω νόμου, το άρθρο 296 ΑΚ και τα άρθρα 110, 111 και 112 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι ο ανατοκισμός των οφειλόμενων σε τραπεζικούς ή άλλους πιστωτικούς οργανισμούς ληξιπρόθεσμων τόκων, δικαιοπρακτικών ή νομίμων, δεδουλευμένων ή μη, ακόμη δε και τέτοιων επί οριστικού καταλοίπου αλληλοχρέου λογαριασμού, μπορεί να γίνει από την πρώτη ημέρα της καθυστερήσεως χωρίς οποιοδήποτε χρονικό ή άλλον περιορισμό, όχι όμως αυτοδικαίως ή με σχετική μονομερή δήλωση του δανειστή, αλλά με σχετική συμφωνία μεταξύ δανειστή και οφειλέτη (ΑΠ Ολ 8 και 9/1998).

Ωστόσο αλλαγές στην ως άνω ρύθμιση επέφερε ο Ν. 2601/1998 που, σύμφωνα με το άρθρο 20 αυτού, άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από 15.4.1998 και στο άρθρο 12 του οποίου ορίζονται τα ακόλουθα:

Παρ. 1. Από την ισχύ του παρόντος νόμου, οι οφειλόμενοι στα πιστωτικά ιδρύματα σε καθυστέρηση τόκοι ανατοκίζονται εφόσον τούτο συμφωνηθεί, από την πρώτη ημέρα καθυστέρησης. Οι τόκοι που προκύπτουν προστίθενται στο ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο ανά εξάμηνο κατ' ελάχιστο όριο είτε πρόκειται για συμβάσεις δανείων είτε για συμβάσεις αλληλοχρέου λογαριασμού και το προσωρινό ή οριστικό κατάλοιπο αυτού. Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 112 του Εισαγωγικού Νόμου ΑΚ. Εάν δεν υπάρχει συμφωνία ανατοκισμού, ισχύουν οι σχετικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα και του Εισαγωγικού Νόμου.

Παρ. 2. Υφιστάμενες συμφωνίες περί ανατοκισμού για συμβάσεις που έχουν καταρτισθεί πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού εξακολουθούν να ισχύουν. Εάν δεν υπάρχει τέτοια συμφωνία, γίνεται αυτοδίκαια ανατοκισμός ανά εξάμηνο κατ' ελάχιστο όριο...

Παρ. 3. Οι διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζονται και στις οφειλές για καθυστερούμενους τόκους από συμβάσεις δανείων και πιστώσεων που έχουν καταγγελθεί ή οι εξ αυτών λογαριασμοί έχουν κλείσει από την έναρξη ισχύος του Ν. 1038/1980 μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.

Παρ. 4. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν επηρεάζουν όσα κρίθηκαν τελεσιδίκως ή ρυθμίστηκαν με συμβιβασμό ή αναγνώριση χρέους ή άλλη συμφωνία μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και οφειλετών, αναφορικά με συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.

Από τις διατάξεις αυτές και ιδίως της παρ. 3 σε συνδυασμό με την παρ. 2 προκύπτει, ότι επί προϋφισταμένων του Ν. 2601/1998 συμβάσεων δανείου, που έχουν καταγγελθεί μέχρι τη δημοσίευσή του, εάν δεν υπάρχει συμφωνία περί ανατοκισμού, γίνεται αυτοδικαίως ανατοκισμός των καθυστερούμενων τόκων ανά εξάμηνο κατ' ελάχιστο όριο.

Δηλαδή, ο εν λόγω νόμος έχει αναδρομική ισχύ - η οποία δεν είναι αντίθετη σε καμία συνταγματική ή άλλη, υπερκείμενη των νόμων διάταξη - έως την έναρξη ισχύος του Ν. 1083/1980, εφαρμοζόμενος μάλιστα και σε σχετικές εκκρεμείς δίκες, όχι μόνον ενώπιον πρωτοβάθμιων, αλλά και ενώπιον δευτεροβαθμίων δικαστηρίων, παραμερίζονται βέβαια, ως τέτοιος, ειδικού χαρακτήρα, την γενικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 533 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε όταν δημοσιεύθηκε η εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση. [...]

Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε, ότι ελλείψει σχετικής συμφωνίας στις 4320/1979 και 97/1982 δανειακές συμβάσεις δεν οφείλονται τόκοι επί των καθυστερούμενων τόκων και ότι ενόψει τούτου, μετά τις παρατιθέμενες στην αναιρεσιβαλλομένη καταβολές κατά τις 21 και 22.9.982 προς την αναιρεσείουσα δεν απέμεινε καμία οφειλή των αναιρεσιβλήτων προς αυτή και για τρεις δανειακές συμβάσεις (ανωτέρω δύο και την 98/1982). Κατόπιν αυτών, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά την, κατ' αποδοχή λόγου εφέσεως, εξαφάνισή της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και την εκδίκαση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε την προσβαλλόμενη από 30.6.1994 επιταγή της ΕΤΒΑ, με την οποία αυτή υπολόγισε και τόκους επί των καθυστερούμενων τόκων των επίδικων δανειακών συμβάσεων.

Σύμφωνα όμως, με τις ως άνω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης το Εφετείο όφειλε να εφαρμόσει τον ισχύοντα κατά το χρόνο δημοσιεύσεως αυτής Ν. 2601/1998, οι επίμαχες διατάξεις του οποίου (άρθρο 12 παρ. 2 και 3 αυτού), έχουν κατά τα εκτεθέντα αναδρομική εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση και να δεχθεί μετά ταύτα, ως έγκυρο, το διενεργηθέντα από την αναιρεσείουσα ανά εξάμηνο ανατοκισμό των καθυστερούμενων τόκων για τις επίδικες δανειακές συμβάσεις. Επομένως, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια των άρθρων 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ και γι' αυτό ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, ο οποίος παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια, ως αναγόμενος σε ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος και για την ενότητα της νομολογίας, κατά το άρθρο 563 παρ. 2 περ. β΄ εδαφ. 2 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά ταύτα πρέπει αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας. Δικαστική δαπάνη, όμως δεν επιβάλλεται εις βάρος του παρεμβαίνοντος σωματείου, διότι δεν υπάρχει σχετικό αίτημα.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Αναιρεί την απόφαση 859/2004 Εφετείο Αθηνών.