Διαφήμιση

ΕΝΟΤΗΤΕΣ

Σύνδεση Χρήστη



FreeCurrencyRates.com

Πρωτοσέλιδα

PDF Εκτύπωση E-mail
0077 – Μονομερής μεταβολή σύμβασης εργασίας. Μονομερής μεταβολή θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη, που γίνεται κατ αθέτηση της εργασιακής σύμβασης, ανεξαρτήτως αν αυτή είναι επωφελής ή βλαπτική για τον εργαζόμενο
Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2013 00:00

Άρειος Πάγος 77 – Μονομερής μεταβολή σύμβασης εργασίας. Μονομερής μεταβολή θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη, που γίνεται κατ αθέτηση της εργασιακής σύμβασης, ανεξαρτήτως αν αυτή είναι επωφελής ή βλαπτική για τον εργαζόμενο.

Κατά το άρθρο 7 εδαφ. Α' του Ν. 2112/1920 "πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον υπάλληλο, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ην ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου".

Κατά τον όρο της διάταξης αυτής "μονομερής μεταβολή" θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη, που γίνεται κατ' αθέτηση της εργασιακής σύμβασης, ανεξαρτήτως αν αυτή είναι επωφελής ή βλαπτική για τον εργαζόμενο.

Για την εφαρμογή όμως της εν λόγω διάταξης απαιτείται η μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ' αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία.

Σε περίπτωση που η ανωτέρω μονομερής μεταβολή δεν είναι αντίθετη προς το νόμο και τους όρους της συμβάσεως και γίνεται κατ' ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, ο εργαζόμενος δεν προστατεύεται μόνο από τη διάταξη αυτή, αλλά και εκείνη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία απαγορεύει την κατάχρηση δικαιώματος.

Ειδικότερα, ο μονομερής προσδιορισμός των όρων εργασίας που επιχειρεί ο εργοδότης βάσει του διευθυντικού του δικαιώματος, πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχείρησης.

Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (Τμήμα Β1,)

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: (…)

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2012, (…)

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 7 εδαφ. Α' του Ν. 2112/20 "πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον υπάλληλο, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ην ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά τον όρο της διάταξης αυτής "μονομερής μεταβολή" θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη, που γίνεται κατ' αθέτηση της εργασιακής σύμβασης, ανεξαρτήτως αν αυτή είναι επωφελής ή βλαπτική για τον εργαζόμενο. Για την εφαρμογή όμως της εν λόγω διάταξης απαιτείται η μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ' αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία. Σε περίπτωση που η ανωτέρω μονομερής μεταβολή δεν είναι αντίθετη προς το νόμο και τους όρους της συμβάσεως και γίνεται κατ' ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, ο εργαζόμενος δεν προστατεύεται μόνο από τη διάταξη αυτή, αλλά και εκείνη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία απαγορεύει την κατάχρηση δικαιώματος. Ειδικότερα, ο μονομερής προσδιορισμός των όρων εργασίας που επιχειρεί ο εργοδότης βάσει του διευθυντικού του δικαιώματος, πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχείρησης. Εξάλλου, από τις προαναφερθείσες διατάξεις σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 288, 648 και 652 ΑΚ προκύπτει ότι στην περίπτωση συμβάσεως παροχής εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας ή, εν τη ασκήσει του διευθυντικού δικαιώματός του, προβεί κατά κατάχρηση αυτού στον προσδιορισμό της παροχής της εργασίας, ο μισθωτός έχει διαζευτικώς τις εξής δυνατότητες: α) Να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη εφ' όσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη.

β) Να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη καταγγελία, εκ μέρους του, της εργασιακής σύμβασης και να απαιτήσει την καταβολή αποζημίωσης που προβλέπεται από τον Ν. 2112/20.

γ) Να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, οπότε εάν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί αυτήν καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας, ή, εκφράζοντας την αντίδρασή του, να παράσχει τη νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 59, 281, 288, 648, 652, 914, 932 του ΑΚ, προκύπτει ότι αν η ως άνω βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως, υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες επιχειρείται, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και ενέχει καταχρηστική ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, με αποτέλεσμα την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του μισθωτού, μπορεί ο τελευταίος να αξιώσει από τον υπαίτιο εκτός των άλλων και χρηματική ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη που υπέστη από τον υποβιβασμό και την ανεπίτρεπτη επαγγελματική του μείωση. Εξάλλου, παράβαση κανόνα δικαίου, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., υπάρχει εφόσον αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν αυτός εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε ή εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Ενώ έλλειψη νόμιμης βάσης, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του αριθμού 19 του ανωτέρω άρθρου υπάρχει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας, ή την άρνησή της ή αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε τα εξής: Ο αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη Εθνική Τράπεζα το έτος 1973, ύστερα από επιτυχή συμμετοχή σε σχετικό διαγωνισμό, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, ως υπάλληλος του Λογιστικού Κλάδου (ήδη Κλάδου Κυρίου Προσωπικού), με το βαθμό του Δοκίμου, και τοποθετήθηκε αρχικά στο Κατάστημα της Άμφισσας και στη συνέχεια στο Κατάστημα Διστόμου στο οποίο υπηρέτησε μέχρι το Σεπτέμβριο του 1974, οπότε αποχώρησε από την υπηρεσία προκειμένου να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία. Ακολούθως, μετά την ολοκλήρωση των στρατιωτικών του υποχρεώσεων, κατά το έτος 1977, τοποθετήθηκε στο Κατάστημα της αναιρεσείουσας Συντάγματος, στην Αθήνα, στο οποίο του ανατέθηκαν διάφορα καθήκοντα, όπως:

α) του Προϊσταμένου Ταμιολογιστών από 15.11.1985 έως 02.05.1988 (8ο κλιμάκιο ευθύνης),

β) του Προϊσταμένου Υπηρεσίας Εσωτερικής Διαδικασίας του Καταστήματος, δοκιμαστικά, από 03.05.1988 έως 02.11.1988 (8ο κλιμάκιο ευθύνης), και οριστικά από 03.11.1988 έως 10.10.1995,

γ) του Εντεταλμένου Υπηρεσιών Συναλλάγματος (6o κλιμάκιο ευθύνης), από 11.10.1995, και δ) του Υποδιευθυντή του Καταστήματος (4ο κλιμάκιο ευθύνης) από 02.01.2002, με αρμοδιότητα την εποπτεία των Υπηρεσιών Συναλλάγματος, του Ανταλλακτηρίου και των θυρίδων θησαυροφυλακίου. Τέλος, με την Πράξη Διοικήσεως 282/28. 05.2004, ο αναιρεσίβλητος τοποθετήθηκε σε θέση Περιφερειακού Διευθυντή στη Διεύθυνση Δικτύου Β' (3ο κλιμάκιο ευθύνης), που είχε συσταθεί με την ΠΔ 481/8.12.98, με τις αναφερόμενες σ' αυτήν αρμοδιότητες, οι οποίες, μετά την τροποποίησή τους με την ΠΔ 728/17.12.01, είναι οι ακόλουθες:

«1. Η καθοδήγηση των Καταστημάτων δικαιοδοσίας του και ο συντονισμός των δραστηριοτήτων τους για την ανάπτυξη όλων των εργασιών και την προώθηση των ενεργητικών πωλήσεων προϊόντων της Τράπεζας και του Ομίλου της, καθώς και η παρακολούθηση των ενεργειών του προσωπικού, κυρίως των Διευθυντών και Υποδιευθυντών αλλά και των λοιπών Στελεχών για την επίτευξη του σκοπού αυτού.

2. Ο διαρκής έλεγχος της εξέλιξης των μεγεθών των εργασιών των Καταστημάτων δικαιοδοσίας του, η αξιολόγηση της σχετικής πορείας και η λήψη ενδεδειγμένων μέτρων, όταν και όπου απαιτείται.

3. Η συνδρομή των Διευθυντών των Καταστημάτων στην ορθή άσκηση των καθηκόντων τους, στην εφαρμογή σύγχρονων μεθόδων διοίκησης, καθώς και στην υλοποίηση της πολιτικής, των στόχων και των προτεραιοτήτων της Τράπεζας με την παροχή σχετικών οδηγιών.

4. Η επικοινωνία με τις αρμόδιες Κεντρικές Υπηρεσίες για τη διευθέτηση θεμάτων σχετικά με τις ιδιαιτερότητες των πωλουμένων προϊόντων, τις προσφερόμενες υπηρεσίες, τον αναπτυσσόμενο κατά τόπους ανταγωνισμό ή άλλων σοβαρών θεμάτων που αφορούν τα Καταστήματα δικαιοδοσίας του.

5. Η συμμετοχή στη νέα διαδικασία της στοχοθεσίας, σε συνδυασμό με τις προοπτικές της αγοράς στην οποία δραστηριοποιείται η Μονάδα.

6. Η εποπτεία της καλής και σύμφωνα με τα προβλεπόμενα λειτουργίας του Καταστήματος, καθώς και της άσκησης των λειτουργιών εσωτερικού ελέγχου.

7. Η διαπίστωση της άψογης από κάθε πλευρά εξυπηρέτησης της πελατείας.

8. Η εξέταση της εμφάνισης των Μονάδων δικαιοδοσίας του, καθώς και των μέτρων συντήρησης που λαμβάνουν οι Διευθυντές τους, στα πλαίσια των παρεσχημένων σ' αυτούς ευχερειών.

9. Η επίσκεψη σε επιλεγμένους πελάτες των Καταστημάτων με στόχο την προώθηση των πωλήσεων προϊόντων της Τράπεζας και του Ομίλου της.

10. Η συνδρομή των Καταστημάτων στην αντιμετώπιση παραπόνων της πελατείας τους.

11. Η μέριμνα για τακτές συναντήσεις όλων των Διευθυντών των Καταστημάτων δικαιοδοσίας του για ανταλλαγή απόψεων.

12. Η άσκηση εποπτείας για την πραγματοποίηση σε όλα τα Καταστήματα δικαιοδοσίας του εβδομαδιαίων συναντήσεων των Επικεφαλής Πωλήσεων και των μελών των ομάδων και η συμμετοχή του σ' αυτές κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στο Κατάστημα.

13. Η άσκηση εποπτείας για την εναλλαγή του προσωπικού στις προϊοντικές ομάδες.

14. Η προσωπική επικοινωνία με όλους τους υπαλλήλους και τα Στελέχη είτε κατ' ιδίαν είτε σε ομαδικές συναντήσεις.

15. Η μέριμνα για τη διαρκή επιμόρφωση των Στελεχών και του Προσωπικού, καθώς και η ενημέρωσή τους σε θέματα γενικότερου ενδιαφέροντος και στρατηγικής της Τράπεζας.

16. Ο έλεγχος της άσκησης αποτελεσματικής εποπτείας από τα αρμόδια Όργανα των Καταστημάτων και η μέριμνα για την αντιμετώπιση αδυναμιών.

17. Η σύνταξη Δελτίων Αξιολόγησης και Ανάπτυξης Υπαλλήλου για τους Διευθυντές και Υποδιευθυντές.

18. H έγκριση κατανομής αρμοδιοτήτων στα μέλη της Διεύθυνσης των Καταστημάτων δικαιοδοσίας του.

19. Η έγκριση χορήγησης αδειών στους Διευθυντές των Καταστημάτων δικαιοδοσίας του και η μέριμνα για την προσωρινή αναπλήρωσή τους, όπου απαιτείται.

20. Η διατύπωση προτάσεων προς την ΠΕ.ΔΙ για τη δημιουργία ή την κατάργηση θέσεων ευθύνης.

21. Η συνεργασία με την Υποδιεύθυνση Διοικητικού της ΠΕ.ΔΙ για τη μετακίνηση Στελεχών ή Υπαλλήλων των Μονάδων δικαιοδοσίας του.

22. Η εισήγηση, μέσω της Περιφερειακής Διοίκησης, για τη διενέργεια έκτακτων Επιθεωρήσεων στα Καταστήματα δικαιοδοσίας του, εφόσον αυτό θεωρείται επιβεβλημένο.

23. Η συμμετοχή στα Συλλογικά Όργανα της Περιφερειακής Διοίκησης, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τον Κανονισμό Λειτουργίας τους.

24. Η υποβολή στην ΠΕ.ΔΙ , περιοδικής Συνοπτικής Έκθεσης για τη δραστηριότητα των Καταστημάτων που εποπτεύει. Και

25. Η εξέταση και η διεκπεραίωση κάθε άλλου θέματος που του αναθέτει ο Προϊστάμενος της Περιφερειακής Διοίκησης ή η Διοίκηση της Τράπεζας».

Στη θέση αυτή ο αναιρεσίβλητος παρέμεινε μέχρι τις 30.12.2007 οπότε μεταβλήθηκαν μονομερώς από την αναιρεσείουσα οι όροι εργασίας του υπό τις ακόλουθες συνθήκες: Με την Πράξη Διοίκησης 796/31.12.2007 της αναιρεσείουσας καταργήθηκε, για επιχειρηματικούς λόγους, η Διεύθυνση Δικτύου Β', και οι μονάδες δικαιοδοσίας της κατανεμήθηκαν στις Διευθύνσεις Δικτύου Α' και Γ'. Ειδικότερα, από τους τέσσερις Περιφερειακούς Διευθυντές που υπηρετούσαν στη Διεύθυνση Δικτύου Β', τον έναν η αναιρεσείουσα τον τοποθέτησε ως Υποδιευθυντή σε Μονάδα Διοίκησης, το δεύτερο ως διευθυντή στο Κατάστημα Πλ. Συντάγματος και τους άλλους δύο που απέμειναν, μεταξύ των οποίων και τον αναιρεσίβλητο, τους έθεσε στη διάθεση της Διεύθυνσης Δικτύου Α' προς τοποθέτηση (ΠΔ 793/31.12.2007, ως προς τον αναιρεσίβλητο, με την οποία πρέπει να σημειωθεί ότι αναιρεσείουσα ανακάλεσε επίσης και το δικαίωμα Α' υπογραφής που του είχε χορηγηθεί από τη Διοίκηση). Ακολούθως, με Πράξη του Διευθυντή της Διεύθυνσης Δικτύου Α' ανατέθηκαν στον αναιρεσίβλητο τα καθήκοντα του συντονισμού και της παρακολούθησης του έργου των Τραπεζικών Συμβούλων αρμοδιότητας της ανωτέρω Διεύθυνσης, συνιστάμενα:

«α) στην καθημερινή παρακολούθηση του πλάνου δράσης των Τραπεζικών Συμβούλων και τον έλεγχο της ανταπόκρισής τους στο έργο που τους έχει ανατεθεί,

β) στη συνεργασία με τη Διεύθυνση Πωλήσεων Λιανικής Τραπεζικής για την προώθηση και υλοποίηση των οδηγιών και αποφάσεων της τελευταίας,

γ) στη λήψη μέριμνας για τη διασφάλιση της απαραίτητης υλικοτεχνικής υποδομής προς τους Τραπεζικούς Συμβούλους,

δ) στη διανομή πελατολογίων στους Τραπεζικούς Συμβούλους και στην παρακολούθηση της αξιοποίησής τους,

ε) στη σύνταξη και ανάθεση, σε συνεργασία με τους Περιφερειακούς Διευθυντές, στους Τραπεζικούς Συμβούλους ειδικών σχεδίων δράσης για τη συνδρομή των Καταστημάτων,

στ) στην εξασφάλιση της ορθότητας της πιστοποίησης της πελατείας που ανατίθεται στον Τραπεζικό Σύμβουλο,

ζ) στην ενημέρωση της Διεύθυνσης Πωλήσεων Λιανικής Τραπεζικής για τυχόν καθυστέρηση υλοποίησης εγκριθέντων αιτημάτων χρηματοδότησης της πελατείας και

η) στην υποβολή εισηγήσεων προς τη Διεύθυνση Πωλήσεων Λιανικής Τραπεζικής εκτάκτων σχεδίων δράσης με βάση τυχόν ανάγκες ή ιδιαιτερότητες πελατείας με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά». Τα ανωτέρω όμως, καθήκοντα είναι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, σαφώς υποδεέστερα αυτών του Περιφερειακού Διευθυντή, που ο αναιρεσίβλητος ασκούσε μέχρι τις 31.12.2007, καθόσον, αυτός, ως Συντονιστής Τραπεζικών Συμβούλων έχει υπό την ευθύνη του και την εποπτεία του 18 Τραπεζικούς Συμβούλους, με περιορισμένα καθήκοντα, ενώ ως Περιφερειακός Διευθυντής είχε υπό την ευθύνη του και την εποπτεία του ένα μεγάλο αριθμό Καταστημάτων και του προσωπικού τους, με τις προαναφερθείσες αρμοδιότητες, μερικές από τις οποίες, όπως η παρακολούθηση του έργου και της στοχοθεσίας των Καταστημάτων, η προσέλκυση μεγάλων πελατών, η παρακολούθηση και η ευθύνη του προσωπικού των Καταστημάτων, η σύνταξη δελτίων αξιολόγησης για τους Διευθυντές και Υποδιευθυντές κ.λπ. είναι πολύ σημαντικές για την πορεία και την ανάπτυξη των εργασιών της Τράπεζας. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι ο αναιρεσίβλητος ήταν ικανό στέλεχος της αναιρεσείουσας και είχε επιτύχει σημαντικά αποτελέσματα στον τομέα ευθύνης του, από το έτος 2004 έως 31.12.2007. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι το έτος 2004, οι εργασίες στα 21 καταστήματα ευθύνης του ήταν: α) στην επιχειρηματική πίστη 30.000.000 ευρώ και στο τέλος 2007 ανήλθαν στα 117.000.000 ευρώ, β) στεγαστική πίστη 67.000.000 ευρώ και ανήλθαν στα 150.000.000 ευρώ το χρόνο, γ) στην καταναλωτική πίστη 34.000.000 ευρώ και στη διάρκεια της θητείας του σε 56.000.000 ευρώ το χρόνο, δ) στις καταθέσεις 1.165.000.000 ευρώ και στο τέλος του 2007 ανήλθαν σε 1.309.000.000 ευρώ, και στα επενδυτικά 346.000.000 ευρώ και στο τέλος του 2007 ανήλθαν σε 788.000.000 ευρώ. Επίσης, σε παρουσίαση που έγινε το Μάρτιο του 2007 στη Γενεύη της Ελβετίας, για τα αποτελέσματα του 2006, ανακηρύχθηκε ως ένας από τους οκτώ (8) καλύτερους Περιφερειακούς Διευθυντές της Ελλάδος, επί συνόλου 26 Περιφερειακών Διευθυντών, η δε αναιρεσείουσα αναγνωρίζοντας την προσφορά του (για την οποία στις προτάσεις της αναφέρει ότι αν δεν είχε ικανότητες και προσφορά δεν θα καταλάμβανε ανώτερες θέσεις στην ιεραρχία), τον συμπεριέλαβε στο stock options bonus, δίνοντάς του την ευχέρεια να ασκήσει τα δικαιώματα για 5.700 μετοχές, ενώ του κατέβαλε για bonus των ετών 2004, 2005 και 2006 διάφορα ποσά συνολικού ύψους, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από την εναγομένη βεβαίωση, 34.000 ευρώ. Κατόπιν τούτων, η στα πλαίσια της οργανωτικής αναδιάρθρωσης των υπηρεσιών της αναιρεσείουσας τοποθέτηση του αναιρεσιβλήτου στη θέση του Συντονιστή Τραπεζικών Συμβούλων, ήτοι, σε θέση με άλλο αντικείμενο και με καθήκοντα σαφώς υποδεέστερα από αυτά του Περιφερειακού Διευθυντή, τα οποία αυτός ασκούσε με απόλυτη επιτυχία επί 3,5 περίπου χρόνια, και η εντεύθεν εγκατάστασή του στο πατάρι του Καταστήματος Πλ. Συντάγματος, «όπου έψαχνε να βρει γραφείο να κάτσει», όπως αναφέρει ο μάρτυρας απόδειξης ή «στο ψυγείο», όπως αναφέρεται στις ένορκες βεβαιώσεις, αποτελεί υποβιβασμό του και συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας του, η οποία έγινε κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας (άρθρο 281 ΑΚ). Από τη μονομερή και βλαπτική αυτή μεταβολή των όρων της εργασίας ο αναιρεσίβλητος υπέστη ηθική βλάβη, καθόσον, από την ανεπίτρεπτη επαγγελματική μείωσή του προσβλήθηκε η τιμή και η υπόληψή του, τόσο στο κοινωνικό όσο και στο επαγγελματικό του περιβάλλον, μέσα στο οποίο αυτός είχε καταξιωθεί ως ένα ανώτερο και ικανό στέλεχος, με ιδιαίτερα προσόντα και προοπτική περαιτέρω εξέλιξης. Για τη μονομερή και βλαπτική αυτή μεταβολή των όρων της εργασίας του, ο αναιρεσίβλητος διαμαρτυρήθηκε αμέσως προς την αναιρεσείουσα, όμως, λόγω της ηλικίας του (53 ετών) και των οικονομικών και οικογενειακών του αναγκών, αποφάσισε να παραμείνει στην υπηρεσία και να συνεχίσει να προσφέρει τις υπηρεσίες του σ' αυτήν, εργαζόμενος, με τους νέους όρους εργασίας, ακολούθως, δε μέσα σε εύλογο χρόνο (Απρίλιο 2008), άσκησε την ένδικη αγωγή. Με βάση δε τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δικάζοντας την έφεση που άσκησε ο αναιρεσίβλητος κατά της πρωτόδικης απόφασης δέχτηκε κατ' ουσίαν αυτή και αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή, με την οποία είχε κριθεί ότι η μεταβολή των όρων εργασίας του αναιρεσιβλήτου δεν έγινε κατά κατάχρηση του Διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας, δέχτηκε την αγωγή και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να τοποθετήσει τον αναιρεσείοντα στη θέση του περιφερειακού Διευθυντή που κατείχε μέχρι την 31-12-2007 με απειλή εις βάρος της χρηματικής ποινής, αναγνώρισε δε ότι του οφείλει το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που αυτός υπέστη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο περιέλαβε ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 7 του ν. 2112/1920, 59, 648, 652, 281, 914 και 932 του ΑΚ. Ειδικότερα, το Εφετείο αν και δέχθηκε κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα ότι η μετακίνηση του αναιρεσιβλήτου από τη θέση του Περιφερειακού Διευθυντή έγινε λόγω καταργήσεως της διεύθυνσης του Δικτύου Β' για λόγους οργανωτικής φύσεως και όχι για λόγους που αφορούσαν τον ίδιο, υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να τοποθετήσει τον αναιρεσίβλητο στη θέση που κατείχε μέχρι την 31-12-2007, χωρίς να αναφέρει αν υφίσταντο άλλες θέσεις ισάξιες με την καταργηθείσα στην οποία να υφίστατο δυνατότητα τοποθέτησης αυτού, δέχεται δε ότι επήλθε προσβολή της προσωπικότητας λόγω της αναθέσεως των νέων καθηκόντων του χωρίς όμως να προσδιορίζει αν επήλθε μείωση του μισθού του, ενώ δεν προσδιορίζεται ειδικότερα ο νέος χώρος εργασίας του και οι εργασιακές συνθήκες παροχής της εργασίας του στη νέα του θέση, ώστε να προκύπτει αν όντως επήλθε υποβάθμισή του σε τέτοιο βαθμό κατά τρόπο που υπερβαίνει προφανώς τα όρια που θέτουν στο διευθυντικό δικαίωμα αυτής η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, ώστε να προσβάλλεται η προσωπικότητα αυτού και να δικαιούται εκ του λόγου τούτου χρηματική ικανοποίηση. Επομένως, αμφότεροι οι λόγοι αναιρέσεως, αληθώς από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η προσβαλλόμενη απόφαση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που την εξέδωσαν, σύμφωνα με την αληθή έννοια του άρθρου 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 παρ.4 του ν. 4055/2012.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2685/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιανουαρίου 2013.