Διαφήμιση

ΕΝΟΤΗΤΕΣ

Σύνδεση Χρήστη



FreeCurrencyRates.com

Πρωτοσέλιδα

PDF Εκτύπωση E-mail
0210/2006 -ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ.
Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2006 03:00

Χρηματοοικονομικοί Θεσμοί



ΑΠ 210/2006 Α΄ Τμ.


Διατάξεις : άρθρο 27 [ παρ. 1-2 ] Ν. 1826/1988


ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ. Χρηματιστηριακές συναλλαγές. Μέσα απόδειξης του επενδυτή για την κατάρτιση και εκτέλεση ή μη της χρηματιστηριακής παραγγελίας. Οι εγγραφές στα τηρούμενα κατά το άρθρο 27 Ν. 1806/1988 βιβλία από τις ΕΠΕΥ δεν καθιερώνουν δεσμευτικό έγγραφο αποδεικτικό τύπο για τους επενδυτές. Αυτές εξασφαλίζουν τη διαφάνεια των  Χρηματιστηριακών συναλλαγών και τα μέλη του χρηματιστηρίου πρέπει να καταχωρούν σε αυτά για να μπορούν να τις επικαλεστούν έναντι των πελατών τους.


Επειδή με το άρθρο 27 παρ. 1 εδ. α΄ του Ν. 1806/1988, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 59 του Ν. 2533/1997 ορίστηκε ότι οι εντολές προς κάθε επιχείρηση παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών ( ΕΠΕΥ ) που διενεργεί συναλλαγές στο ΧΑΑ καθώς και όλες οι Χρηματιστηριακές συμβάσεις στις οποίες περιλαμβάνονται οι Χρηματιστηριακές συμβάσεις τις οποίες η ΕΠΕΥ που συμμετέχει στο ΧΑΑ συνάπτει για δικό της λογαριασμό καταγράφονται με πλήρη στοιχεία, ώστε τα αρμόδια για την εποπτεία των Χρηματιστηρίων όργανα να ελέγχουν την τήρηση των σχετικών διατάξεων, ενώ στην παρ. 2 του αυτού άρθρου 27, όπως τροποποιήθηκε, ορίστηκε ότι μέλος του ΧΑΑ ή άλλη ΕΠΕΥ που συμμετέχει στο ΧΑΑ δεν δικαιούται να επικαλεστεί Χρηματιστηριακή συναλλαγή, η οποία δεν αποδεικνύεται από τα παραπάνω νομίμως τηρούμενα βιβλία και εκδιδόμενα και νομίμως παραδιδόμενα στοιχεία. Η διάταξη αυτή, θεσπισθείσα για να διασφαλισθεί η διαφάνεια των Χρηματιστηριακών συναλλαγών, επιβάλλει στα μέλη του χρηματιστηρίου την καταχώρηση των σχετικών συναλλαγών τους με τους πελάτες τους στα υπό του άρθρου αυτού οριζόμενα ειδικά βιβλία, προκειμένου να μπορούν να επικαλεστούν αυτές έναντι των τελευταίων.


Συνεπώς στην προκειμένη περίπτωση που το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, απέρριψε την από 20.9.1994 αγωγή του αναιρεσείοντος με την οποία αυτός ζητούσε την καταψήφιση των αναιρεσιβλήτων χρηματιστών στην καταβολή ποσού 71.597.300 δραχμών, το οποίο τους είχε δώσει με τη συμφωνία να αγοράσουν μετοχές για λογαριασμό του και το οποίο αυτοί υπεξαίρεσαν από κοινού, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, γιατί δεν αποδείχθηκε τέτοια καταβολή προς αυτούς, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και τα προσκομισθέντα και επικληθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες ούτε του εδ. 11 α΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αλλ'ούτε και του εδ. 1 της αυτής διατάξεως ( που αφορά παραβίαση ουσιαστικού νόμου ), ο δε πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.


Επειδή ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, που αφορά την παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη δύναμη αποδείξεως από εκείνη που δεσμευτικά καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση που το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ αποδίδει σε ορισμένα μέσα, τα οποία έχουν κατά νόμο την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία αυτά.


Στην προκειμένη περίπτωση, όπως συνάγεται από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο εκτίμησε ελεύθερα τις προσκομισθείσες και επικληθείσες τραπεζικές επιταγές εκδόσεως του αναιρεσείοντος με αριθμούς [ .... ] βεβαίωση της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος, τις καταθέσεις μαρτύρων και τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και απέδωσε μεγαλύτερη βαρύτητα στην αξιοπιστία των μαρτύρων και στο λοιπό αποδεικτικό υλικό, κρίνοντας, ότι οι αναιρεσίβλητοι - εναγόμενοι δεν εισέπραξαν τα ποσά των άνω επιταγών από τον αναιρεσείοντα - ενάγοντα προς εκτέλεση εντολών του αγοράς μετοχών για λογαριασμό του, μη ενεχόμενοι για παράβαση συμβάσεως χρηματιστηριακής παραγγελίας, αλλ΄ούτε και για υπεξαίρεση των ποσών των επιταγών σε βάρος του ενάγοντος. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ούτε παρέλειψε να λάβει προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα ή ισχυρισμούς περιεχομένους στην αγωγή που αποτελούν « πράγματα » και συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, ως προς τις αποδιδόμενες στο Εφετείο πλημμέλειες των αριθμών 12,11 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, ενώ ως προς την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος. [....]


Επειδή κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ( ΑΠ Ολ 24/1992 ).


Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, απέρριψε την από 20.9.1994 αγωγή του αναιρεσείοντος με την οποία ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι χρηματιστές να του πληρώσουν ποσό 71.597.300 δραχμών, το οποίο τους έδωσε με τη συμφωνία να αγοράσουν μετοχές για λογαριασμό του και το οποίο αυτοί υπεξαίρεσαν από κοινού, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, γιατί έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε τέτοια καταβολή προς αυτούς. Ειδικότερα το Εφετείο στο τρίτο φύλλο α΄ σελίδα της αποφάσεως δέχεται ότι ο ενάγων ουδεμία επαφή είχε με την εναγομένη χρηματιστηριακή εταιρία ( και τα μέλη αυτής ) ούτε έδωσε τέτοια εντολή σ΄αυτήν ούτε οποιαδήποτε άλλη ούτε κατέβαλε στην εναγομένη το ως άνω ποσό τοις μετρητοίς ούτε διά μεταβιβάσεως σ' αυτήν τραπεζικών επιταγών. Με την παραδοχή αυτή το Εφετείο απέρριψε, με επαρκή αιτιολογία την αγωγή, με την οποία ζητήθηκε η καταψήφιση των εναγομένων χρηματιστών σε αποζημίωση λόγω υπεξαιρέσεως  του άνω ποσού, που τους είχε δώσει για αγορά μετοχών, αφού η μη καταβολή σ' αυτούς χρημάτων αποκλείει την υπεξαίρεση. Το γεγονός ότι το Εφετείο δέχεται ωσαύτως ότι ο Δ.Ρ., στις αρχές Μαρτίου 1994, έδωσε εντολή στην πρώτη εναγομένη, για λογαριασμό του ενάγοντος, και εκείνη αγόρασε για λογαριασμό αυτού 5.000 μετοχές της ECON ΑΕ και 500 μετοχές της Κ.Ρ. ΑΕ και εκδόθηκαν από την εναγομένη χρηματιστηριακή εταιρία τα με αριθμούς... πινακίδια εντολής αγοράς, είναι άνευ σημασίας, για την προκειμένη υπόθεση, αφού ο ενάγων ζήτησε με την αγωγή του αποζημίωση, όχι για υπεξαίρεση μετοχών, αλλά για υπεξαίρεση του χρηματικού ποσού των 71.597.300 δραχμών, ως προς το οποίο είναι σαφής η παραδοχή του Εφετείου, ότι ο ενάγον δεν το κατέβαλε στην εναγομένη. Συνεπώς ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως με το πρώτο μέρος του οποίου  αποδίδεται στο Εφετείου η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, [...]


(Απορρίπτει την αίτηση για αναίρεση της απόφασης 4473/2003 ΕφΑΘ)


Σημ.: Η χρηματιστηριακή νομοθεσία εισάγει μηχανισμό ελέγχου, ο οποίος κατοχυρώνει τα συμφέροντα των συμβαλλόμενων μερών και συμβάλλει στη διαφάνεια των συναλλαγών καθιερώνοντας την τήρηση βιβλίων και στοιχείων κατά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, Οι διατυπώσεις αυτές δεν καθιερώνουν έγγραφο αποδεικτικό τύπο ως προς τους επενδυτές, οι οποίοι μπορούν να αποδείξουν με κάθε μέσο την κατάρτιση και εκτέλεση της χρηματιστηριακής παραγγελίας, λαμβάνοντας υπόψη και τη δικονομική σύμβαση μεταξύ ΑΧΕ και επενδυτή (βλ. άρθρα 27 Ν 1806/1988, ,6 παρ. 4, 8, 30 Ν 2396/1996, 14, 31 παρ. 2 Ν  2533/1997 , όπως ισχύουν, ΑπΕΚ 3/356/26.10.2005, Δ. Τσιμπανούλη, ΔΕΕ 2006, σελ. 42, Β. Τουντόπουλο, ό.π., Η σύμβαση χρηματιστηριακής παραγγελίας, 2005, σελ. 134, 289, Α. Πέτσα, Το δίκαιο των χρηματιστηριακών συναλλαγών, 2005, σελ. 105. Ως προς το ορισμένο του δικογράφου της αγωγής παραγγελέα κατά μέλους, βλ. Β. Τουντόπουλο, ό.π., σελ. 434, ΑΠ 1778/2005, ΕΕμπΔ 2006, σελ. 404 ). Για την είσπραξη ή καταβολή χρημάτων οι ΕΠΕΥ εκδίδουν αντίστοιχη απόδειξη, ή οποία παραδίδεται ή τίθεται στη διάθεση του πελάτη, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στη σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, (βλ. άρθρο 6 ΑπΕΚ 3/ 356/26.10.2005). Όπως, όμως, επισημαίνει και η ΑΠ 210/2006 το άρθρο 27 παρ. 2 Ν 1806/1988 αφορά στην απόδειξη των συναλλαγών και όχι στην απόδειξη καταβολής χρημάτων, η οποία διέπεται από το κοινό δικονομικό δίκαιο και μπορεί να προσδιορίζεται περεταίρω από τη δικονομική σύμβαση.


Η κατάθεση χρημάτων προς και από την ΕΠΕΥ γίνεται κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην Απ ΕΚ  2/306/22.6.2004, περί διαχωρισμού πελατών - ΕΠΕΥ, όπως τροποποιήθηκε από την ΑπΕΚ 327/14.2.2005, σε συνδυασμό με την ΑπΕΚ 16/262/6.2.2003 (άρθρο 5), περί ρυθμίσεων για την παροχή από τις ΕΠΕΥ της επενδυτικής υπηρεσίας της διαχείρισης επενδυτικών χαρτοφυλακίων πελατών, όπως τροποποιήθηκε από την ΑπΕΚ 4/363/30.11.2005. Ως προς τη χρηματιστηριακή παραγγελία, η κατάθεση χρημάτων γίνεται είτε για την εκπλήρωση υποχρεώσεων του επενδυτή που θα προκύψουν από την εκτέλεση μελλοντικών εντολών αγοράς του, είτε για την εκπλήρωση υποχρεώσεών του που απορρέουν από ήδη δοθείσες εντολές αγοράς. Η ΑΧΕ ανάλογα με τα ειδικότερα οριζόμενα στη σύμβαση, μπορεί, προκειμένου να θωρακίσει τη δική της φερεγγυότητα και να ενισχύσει τη ρευστότητά της, να αρνηθεί την εκτέλεση εντολής αγοράς χωρίς την προκαταβολή του τιμήματος (βλ. Δ. Τσιμπανούλη, ΔΕΕ 1996, σελ. 920, Β. Τουντόπουλο, ό.π., σλ.199, 220, Εγκ. ΕΚ αριθμ. 29). Κατά την ορθότερη άποψη είναι νόμιμη η παρακατάθεση χρημάτων σε τραπεζικό λογαριασμό της ΑΧΕ από τον επενδυτή με την προοπτική διενέργειας χρηματιστηριακών συναλλαγών ή η συμφωνία ότι το προϊόν των πωληθεισών  μετοχών δεν θα καταβάλλεται στον επενδυτή αλλά θα χρησιμοποιείται για μελλοντικές αγορές του (βλ. ΕφΑθ 1283/2005, ΔΕΕ 2005, σελ. 976, ΕΑθ 9704/2005, ΔΕΕ 2006, σελ. 924, ΕφΑθ 4985/2005, ΔΕΕ 2006, σελ. 65, ΕΕμπΔ 2006, σελ. 104, ΕΤρΑξΧρΔ 2005, σελ. 882, κατά την οποία η παρακατάθεση και παρακράτηση χρημάτων νομιμοποιείται εκ των υστέρων ,δηλαδή μετά την εντολή του επενδυτή για αγοραπωλησία μετοχών, βλ. συναφώς και άρθρο 4 παρ. 2 περ β΄ Ν 2076/1992). Η παρακατάθεση χρημάτων αποτελεί προπαρασκευαστική  ενέργεια για την εκτέλεση χρηματιστηριακών εντολών του επενδυτή, η οποία διευκολύνει και τον ίδιο, υπό την έννοια ότι καθιστά δυνατή την άμεση εκτέλεση των εντολών αγοράς του. Η δυνατότητα αυτή δεν είναι αντίθετη με τις ως άνω αναφερθείσες διατάξεις της νομοθεσίας της κεφαλαιαγοράς που καθιερώνουν την αρχή χωρισμού κεφαλαίων επενδυτών - ΕΠΕΥ, διότι αυτές προσδιορίζουν τον τρόπο, όχι ώμος και τον χρόνο ή την αιτία της κατάθεσης/καταβολής χρημάτων (βλ. και άρθρο 6 Ν 2396/1996, ΑΥΕθνΟικ 12263/Β.500/11.4.1997 -Κώδικα Δεοντολογίας ΕΠΕΥ- παρ.4.3.). Με τις άνω διατάξεις, λαμβάνοντας υπόψη και τη νομοθεσία που αφορά στην πρόληψη νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, δεν επιτρέπεται η άτακτη ή η φυσική κατοχή χρημάτων των επενδυτών από τις ΕΠΕΥ και η μεταφορά σημαντικών χρηματικών ποσών υπό τη μορφή μετρητών. Ούτε έρχεται σε αντίθεση η παρακατάθεση χρημάτων με το Ν 2843/2000, ο οποίος ρυθμίζει την εξόφληση του τιμήματος σε περίπτωση χρηματιστηριακής συναλλαγής τοις μετρητοίς και την παροχή πιστώσεων από μάλη του Χρηματιστηρίου. Οι διατάξεις αυτές δεν ρυθμίζουν αφενός το χρόνο εκπλήρωσης των υποχρεώσεων των μελών απέναντι στους επενδυτές τους και αφετέρου τη δυνατότητα του επενδυτή να προβεί σε κατάθεση χρημάτων πριν δώσει εντολές αγοράς. Η χρήση όμως των ποσών αυτών χωρίς προηγούμενη εντολή του επενδυτή επισύρει διοικητικές, αστικές και ποινικές κυρώσεις.