Διαφήμιση

ΕΝΟΤΗΤΕΣ

Σύνδεση Χρήστη



FreeCurrencyRates.com

Πρωτοσέλιδα

PDF Εκτύπωση E-mail
1121/2006 - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ.
Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2006 03:00

ΑΠ 1121/2006 Α΄ Τμ.

Διατάξεις: άρθρα 18, 22, 35α ΚΝ 2190/1920, 281 ΑΚ

ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ. Η απόφαση γενικής συνέλευσης περί εκλογής ή αντικατάστασης του διοικητικού συμβουλίου υπόκειται στον έλεγχο του άρθρου 281 ΑΚ. Καταστατικά όργανα διοίκησης. Πληρεξούσιοι ή εντολοδόχοι που διορίζονται από το Δ.Σ. Ανώνυμη εταιρία με δύο μετόχους. Εξωεταιρική συμφωνία ότι η μειοψηφούσα μέτοχος θα διορίζεται στη θέση της προέδρου του Δ.Σ. και της διευθύνουσας συμβούλου, χωρίς δικαίωμα ανάκλησής της. Απόφαση της γενικής συνέλευσης περί εκλογής νέου Δ.Σ., το οποίο, παραβιάζοντας το καταστατικό και την εξωτερική σύμβαση, διόρισε επί πλέον δύο νέους διευθύνοντες συμβούλους. ’ποψη πλειοψηφίας ότι η απόφαση της Γ.Σ. δεν υπερβαίνει το κατ΄ άρθρο 281 ΑΚ όρια και δεν είναι άκυρη ως καταχρηστική, δεδομένου ότι η απόφαση του Δ.Σ. είναι εκείνη που επέφερε την αποδυνάμωση της μετόχου. Αντίθετη άποψη μειοψηφίας κατά τη οποία ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απόφασης της Γ.Σ. και του αθέμιτου αποτελέσματος δεν διακόπτεται από την παρεμβολή της απόφασης του Δ.Σ. Η πλειψηφούσα μέτοχος, ενεργούσα υπό το μανδύα της Γ.Σ., φαλκίδευσε το δικαίωμα της ελάσσονος μετόχου, το θεμελιωθέν επί της σύμβασής τους. Παραπομπή στην Ολομέλεια.

Από τις διατάξεις των άρθρων 35α παρ. 1 και 2 του ΚΝ 2190/1920 «Περί Ανωνύμων Εταιριών» συνάγεται ότι οι αποφάσεις της γενικής συνελεύσεως ανωνύμου εταιρίας, σχηματιζόμενες από τις ψήφους των μετόχων της εταιρίας, είναι άκυρες, ως αποφάσεις του εταιρικού αυτού οργάνου, και όταν λήφθηκαν κατά παράβαση των περί συγκροτήσεως των γενικών συνελεύσεων ή των περί απαρτίας και πλειοψηφίας διατάξεων ή διά του περιεχομένου τους θίγουν διατάξεις του καταστατικού που έχουν τεθεί αποκλειστικά ή κυρίως προς προστασία των δανειστών της εταιρίας, αλλά και σε κάθε άλλη περίπτωση ακυρότητας απορρέουσας από οποιονδήποτε λόγο και συνεπώς στην περίπτωση ακυρότητας προκύπτουσας τόσο από τις διατάξεις του νόμου περί ανωνύμων εταιριών, όσο και από τις κοινές διατάξεις, ήτοι σε κάθε περίπτωση αντιθέσεως αυτών προς απαγορευτική διάταξη του άνω νόμου ή προς αντίστοιχη απαγορευτική διάταξη του ΑΚ, όπως η τοιαύτη του άρθρου 281 του ΑΚ, που απαγορεύει την άσκηση του δικαιώματος αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η ακυρότητα δε αυτή επέρχεται αυτοδικαίως και καθένας που έχει έννομο συμφέρον δικαιούται να ασκήσει αναγνωριστική αγωγή και να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητας (ΑΠ 155/1985, 832/1976). Κατ΄ ακολουθίαν, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, ως και ο πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων, με τους οποίους προσβάλλεται ότι η απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων ανωνύμου εταιρίας, περί εκλογής ή αντικαταστάσεως του διοικητικού συμβουλίου αυτής, δεν υπόκειται στον έλεγχο του άρθρου 281 ΑΚ και η προσβαλλομένη, που δέχθηκε ότι η άνω απόφαση υπόκειται στον έλεγχο του άρθρου 281ΑΚ και είναι άκυρη ως καταχρηστική αν υπερβαίνει προφανώς τα από τη διάταξη αυτή επιβαλλόμενη όρια, παραβίασε τον ουσιαστικού δικαίου κανόνα του άρθρου αυτού, είναι αβάσιμοι. [...]

Από τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 1, 2 και 22 παρ. 1, 3 του ΚΝ 2190/1920 προκύπτει ότι η ανώνυμη εταιρία εκπροσωπείται δικαστικώς και εξωδίκως από το διοικητικό συμβούλιο, το οποίο ενεργεί συλλογικά, αλλά το καταστατικό μπορεί να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρία γενικά ή σε ορισμένου είδους πράξεις. Τα πρόσωπα αυτά είναι υποκατάστατα του διοικητικού συμβουλίου και ενεργούν, όπως και το διοικητικό συμβούλιο ως όργανα εκπροσώπησης του νομικού προσώπου της εταιρίας, εκφράζοντας πρωτογενώς τη βούλησή της και αντλώντας την εξουσία τους από το νόμο και το καταστατικό. Διαφορετικές εντελώς είναι οι προβλεπόμενες από τα άρθρα 211 επ. και 713 του ΑΚ σχέσεις της πληρεξουσιότητας και της εντολής, διότι ο πληρεξούσιος και εντολοδόχος που διορίζονται από το διοικητικό συμβούλιο της ανωνύμου εταιρίας για την ενέργεια δικαιοπραξιών ή για τη διεξαγωγή υποθέσεων της εταιρίας, δεν αποτελούν καταστατικά όργανα διοίκησης, αλλά ενεργούν ως απλοί αντιπρόσωποι πράξεις που αποφασίσθηκαν από το διοικητικό συμβούλιο ή το υποκατάστατο όργανο, των οποίων η εκτέλεση ανατέθηκε σ΄ αυτούς (ΑΠ 1193/2001, 1685/2000, 1215/2000, 1204/2000, 877/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, που την εξέδωσε, δέχθηκε ότι το διοικητικό συμβούλιο της πρώτης αναιρεσείουσας συνήλθε στις 8.5.2002 και αποφάσισε με πλειοψηφία 4/7 των μελών του τα εξής: 1) χορήγησε πληρεξουσιότητα στους Γ.Κ. και Δ., που δεν αποτελούν μέλη του, ώστε να εκδίδουν επιταγές ανεξαρτήτως ποσού προς καταβολή φόρων - εισφορών σε οργανισμούς κύριας ή επικουρικής ασφαλίσεως, να εξοφλούν λογαριασμούς οργανισμών κοινής ωφέλειας, να καταβάλλουν αποδοχές προσωπικού και να υποβάλλουν δηλώσεις στις αρμόδιες φορολογικές αρχές. Επίσης να οπισθογραφούν επιταγές αποκλειστικά προς κατάθεση στις Τράπεζες, να εκδίδουν επιταγές, υποσχετικές επιστολές και να αποστέλλουν τραπεζικά εμβάσματα προς εκπλήρωση υποχρεώσεων της εταιρίας υφιστάμενες συμβατικές υποχρεώσεις, μέχρι του ποσού των 30.000,00 ευρώ και 2) χορήγησε πληρεξουσιότητα στον Χ.Χ. ώστε να υπογράφει τις καταστάσεις των εργαζομένων που υποβάλλονται στις αρμόδιες υπηρεσίες. Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο, ότι με την εν λόγω απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της πρώτης αναιρεσείουσας  εκχωρήθηκε καταστατική εξουσία στα άνω πρόσωπα, τα οποία μάλιστα δεν είναι μέλη του, ώστε αυτά (ως υποκατάστατα του διοικητικού συμβουλίου) να ενεργούν διαχειριστικές αρμοδιότητες κατά παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 15 παρ. 3, 17 παρ. 4, 18 παρ. 3 και 19 παρ. 1 του καταστατικού, δυνάμει των οποίων το διοικητικό συμβούλιο διορίζει, με απόφαση που λαμβάνει υποχρεωτικά με πλειοψηφία 6/7 των μελών του, ένα διευθύνοντα σύμβουλο από τα μέλη του, στον οποίο αναθέτει την άσκηση όλων των εξουσιών του και ο οποίος αναλαμβάνει εγκύρως υποχρεώσεις που δεσμεύον την εταιρία. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, τους αναφερόμενους στη μείζονα σκέψη της παρούσης κανόνες ουσιαστικού δικαίου και οι αντίθετοι εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ έκτος λόγος αναιρέσεως και τρίτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων, κατά το δεύτερο μέρος του, είναι αβάσιμοι. [...]

Το Εφετείο, όπως από την προσβαλλομένη προκύπτει, δέχθηκε ανελέγκτως ότι η εναγομένη (πρώτη αναιρεσείουσα) ανώνυμη εταιρία έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας την παραγωγή και εμπορία μπισκότων, ειδών αρτοποιίας, ζαχαροπλαστικής και σοκολατοποιίας, αλλά και ειδών διατροφής εν γένει το δε μετοχικό της κεφάλαιο ανέρχεται σε 10.000.000 ευρώ, διαιρούμενο σε 500.000 μετοχές, ονομαστικής αξίας εκάστης 20,00 ευρώ. Ότι η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) είναι κυρία και κάτοχος 200.000 μετοχών που αντιπροσωπεύουν ποσοστό 40% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας αυτής, ενώ η γαλλική εταιρία «G.B. S.A.» είναι κύρια και κάτοχος 300.000 μετοχών, που αντιπροσωπεύουν ποσοστό 60% του μετοχικού κεφαλαίου της ίδιας εταιρίας. Ότι, κατά το καταστατικό της (άρθρο 13 παρ. 1), την εταιρία αυτή διοικεί επταμελές διοικητικό συμβούλιο, εκλεγόμενο από τη γενική συνέλευση με πενταετή θητεία, ενώ, κατ΄ άρθρο 15 παρ. 3 του καταστατικού, έχει ανατεθεί σε ένα μέλος του διοικητικού συμβουλίου, ως διευθύνοντα σύμβουλο, η άσκηση όλων των εξουσιών και αρμοδιοτήτων του, εκτός από εκείνες που απαιτούν συλλογική ενέργεια. Ότι, κατ΄ άρθρο 15 παρ. 4 του καταστατικού, η ήδη αναιρεσίβλητη μπορεί να διορίζει τρία μέλη του διοικητικούς συμβουλίου, ανεξαρτήτως ποσοστού του μετοχικού κεφαλαίου που εκάστοτε κατέχει, η άσκηση δε του δικαιώματος αυτού πρέπει να γίνεται πριν από την εκλογή του διοικητικού συμβουλίου από τη γενική συνέλευση, η οποία έτσι περιορίζεται στην εκλογή των υπολοίπων (τεσσάρων) συμβούλων. Ότι οι αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου για τον διορισμό ή την ανάκληση του διευθύνοντος συμβούλου, καθώς και για την ανάθεση ή την ανάκληση των εξουσιών του, λαμβάνονται με πλειοψηφία 6/7 του συνόλου των μελών του, η δε σχετική ρήτρα του καταστατικού είναι έγκυρη κατ΄ άρθρο 17 παρ. 4 του ΚΝ 2190/1920.

Ότι, ακόμη σύμφωνα με το άρθρο 18 παρ. 3 του καταστατικού, ορίζεται ότι ο διευθύνων σύμβουλος ασκεί όλες τις ανατεθειμένες σ΄ αυτόν από του διοικητικού συμβουλίου εξουσίες, που αφορούν στη διεύθυνση και διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων, εκτελεί τις αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου και εκπροσωπεί την εταιρία ενώπιον τρίτων και κάθε Αρχής. Ότι δύναται ο διευθύνων σύμβουλος, κατόπιν εγκρίσεως του διοικητικού συμβουλίου, να παρέχει σε άλλα μέλη τούτου ή σε υπαλλήλους της εταιρίας ή σε τρίτα πρόσωπα πληρεξουσιότητα για ορισμένες πράξεις ή για κάποια μεμονωμένη ειδική πράξη. Ότι η παραπάνω μέτοχος της πρώτης αναιρεσείουσας γαλλική εταιρία απέκτησε την πλειοψηφία σε ποσοστό 60% του μετοχικού κεφαλαίου αυτής, όταν αγόρασε στις 31.10.1995 ποσοστό 10% των μετοχών της από την αναιρεσίβλητη. Ότι στη σχετική από 31.10.1995 σύμβαση αγοράς εμπεριέχεται και πρόσθετη σύμβαση μεταξύ των συμβαλλομένων, η οποία προβλέπει τη δυνατότητα της αναιρεσίβλητης να διορίζει τρία από τα επτά μέλη του διοικητικού συμβουλίου της πρώτης αναιρεσείουσας, ώστε η πλειοψηφούσα γαλλική εταιρία να εκπροσωπείται σ΄ αυτό με τέσσερα μέλη και η αναιρεσίβλητη με τρία. Ότι στην άνω σύμβαση προβλέπεται επίσης η συμβατική υποχρέωση της γαλλικής εταιρίας ως πλειοψηφούσας μετόχου, να εξασφαλίσει τον διορισμό της αναιρεσίβλητης στη θέση της προέδρου του διοικητικού συμβουλίου και της διευθύνουσας συμβούλου, χωρίς δικαίωμα ανακλήσεώς της, ώστε η τελευταία να παραμένει στη θέση  αυτή για όσο διάστημα επιθυμεί, ενώ δυνατότητα παύσεώς της προβλέφθηκε μόνο στην περίπτωση της ιατρικά βεβαιωμένης νοητικής αδυναμίας της να ασκήσει τα καθήκοντά της και στην περίπτωση της ηθελημένης καταστρατηγήσεως των εγκεκριμένων από το διοικητικό συμβούλιο επιχειρηματικών σχεδίων της εταιρίας. Ότι οι άνω ουσιώδεις όροι απετέλεσαν το δικαιοπρακτικό θεμέλιο για την άνω πώληση μετοχών, που είχε ως συνέπεια την απόκτηση από την γαλλική εταιρία της ιδιότητας της πλειοψηφούσας μετόχου στην πρώτη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία. Ότι υπό το προαναφερθέν καταστατικό πλαίσιο λειτούργησε η τελευταία κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1995 έως 2001 με ιδιαιτέρως κερδοφόρα αποτελέσματα.

Ότι στο ίδιο χρονικό διάστημα υπήρξε μια επιχειρηματικά άστοχη συνεργασία της πρώτης αναιρεσείουσας με την εταιρία «Ε.Β.Η. ΑΕ», η οποία προκάλεσε ζημία στην πρώτη ύψους 850.000.000 δραχμών, η οποία, όμως, δεν επηρέασε τα θετικά οικονομικά της αποτελέσματα και την περαιτέρω βελτίωση της οικονομικής της θέσεως. Ότι από του έτους 2001 η άνω γαλλική εταιρία, ως πλειοψηφούσα μέτοχος της πρώτης αναιρεσείουσας άρχισε να δημιουργεί κλίμα αμφισβητήσεως των διευθυντικών ικανοτήτων της αναιρεσίβλητης. Ότι με πρωτοβουλία της ίδιας πλειοψηφούσας μετόχου και ενώ ήδη είχε εκλεγεί στις 25.7.2001 διοικητικό συμβούλιο της πρώτης αναιρεσείουσας με πενταετή θητεία, συγκλήθηκε στις 15.4.2002 έκτακτη γενική συνέλευση με θέμα την εκλογή νέου διοικητικού συμβουλίου και πράγματι εκλέχθηκε νέο διοικητικό συμβούλιο με επανεκλογή όλων των μελών του προηγούμενου πλην ενός, που αντικαταστάθηκε με την ψήφο της πλειοψηφούσας μετόχου από τον Γ.Λ. Ότι το νέο διοικητικό συμβούλιο συγκροτήθηκε σε σώμα μετά δύο ημέρες (17.4.2002) και έλαβε απόφαση, με πλειοψηφία τεσσάρων ψήφων έναντι τριών, με την οποία η αναιρεσίβλητη παρέμεινε πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου, περαιτέρω, όμως χορήγησε καταστατική εξουσία προς δέσμευση της εταιρίας με την υπογραφή του, εκτός από την αναιρεσίβλητη και στο μέλος του διοικητικού συμβουλίου Γ.Λ., αλλά και στον Σ.Η., που δεν ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου. Ότι με την απόφαση αυτή πρόκειται κατ΄ ουσία περί δημιουργίας περισσοτέρων διευθυνόντων συμβούλων και αυτή (απόφαση) είναι αντίθετη με το καταστατικό, αφού δι΄ αυτής χορηγήθηκε αποφασιστική αρμοδιότητα σε τρία πρόσωπα αντί του προβλεπομένου ενός διευθύνοντος συμβούλου, επί πλέον δε λήφθηκε με πλειοψηφία 4/7 αντί της προβλεπόμενης από το καταστατικό πλειοψηφίας των 6/7, δεδομένου ότι αυτή επέφερε τροποποιήσεις στις αρμοδιότητες του διευθύνοντος συμβούλου.

Ότι όλα αυτά οδηγούν στο ασφαλές συμπέρασμα ότι με την σύγκληση της έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων της πρώτης αναιρεσείουσας στις 15.4.2002 προς εκλογή νέου διοικητικού συμβουλίου, αν και μόλις πριν από επτά μήνες  είχε εκλεγεί διοικητικό συμβούλιο με πενταετή θητεία, που λειτουργούσε κανονικά, η πλειοψηφούσα μέτοχος, που ανέλαβε τη σχετική πρωτοβουλία, είχε ως στόχο να αποδυναμώσει τις εξουσίες της ενάγουσας και να την παύσει από μοναδική διευθύνουσα σύμβουλο. Ότι το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται και από το ότι η πλειοψηφούσα μέτοχος δεν είχε την δυνατότητα να ανακαλέσει την αναιρεσίβλητη από μέλος του Δ.Σ. ή από διευθύνουσα σύμβουλο, αφού αυτή είχε δικαίωμα απ΄ ευθείας διορισμού της στο Δ.Σ., ενώ η ανάκλησή της ούτε με απόφαση του Δ.Σ. μπορούσε να επιτευχθεί, διότι απαιτούταν προς τούτο πλειοψηφία 6/7 των μελών. Ότι, έτσι, μεθοδεύτηκε η εκλογή νέου Δ.Σ. διά της συγκλήσεως έκτακτης γενικής συνελεύσεως, χωρίς να υφίσταται κάποιος αποχρών και σπουδαίος προς τούτο λόγος, ώστε, αμέσως μετά, στα πλαίσια συγκροτήσεώς του σε σώμα, αλλά και διορισμού διευθύνοντος συμβούλου, να επιχειρηθεί η περικοπή των εξουσιών της αναιρεσίβλητης κατά τα εκτεθέντα. Και ότι η απόφαση της γενικής συνέλευσης της 15.4.2002 περί εκλογής νέου Δ.Σ. της πρώτης αναιρεσείουσας συνδυάζεται κατά λογική ακολουθία με την απόφαση του νέου Δ.Σ. και αναδεικνύει τον σκοπό της πλειοψηφούσας μετόχου να επιχειρήσει την    αποδυνάμωση της αναιρεσίβλητης και την παύση της από μοναδική διευθύνουσα συμβούλου, κατά παραβίαση της αναφερθείσας από 31.10.1995 συμφωνίας των μετόχων.

Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά περιστατικά, η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι η από 15.4.2002 απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης της εναγομένης (πρώτης αναιρεσείουσας) περί εκλογής νέου διοικητικού συμβουλίου υπερβαίνει το κατ΄ άρθρο 281 ΑΚ ακραία αξιολογικά όρια που διαγράφονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και από τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος της πλειοψηφούσας μετόχου και είναι καταχρηστική και εντεύθεν άκυρη, επικυρώσασα, με απόρριψη της έφεσης των ήδη αναιρεσειόντων, την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί τα ίδια. Κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο τούτο γνώμη, έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε, με εσφαλμένη εφαρμογή, τα άρθρο 281 του ΑΚ, διότι, υπό τα άνω γενόμενα από την προσβαλλομένη δεκτά περιστατικά , η από 15.4. 2002 απόφαση της έκτακτης γενικής συνελεύσεως της πρώτης αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας, η οποία συνεκλήθη νομίμως κατ΄ άρθρο 39 του ΚΝ 2190/1920, με (μόνο) θέμα την εκλογή νέου διοικητικού συμβουλίου, το οποίο και εξέλεξε, δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια του άρθρου 281 ΑΚ και δεν είναι καταχρηστική, εν όψει του ότι η κατά μεταγενέστερη συνεδρίαση της 17.4.2002 ως άνω απόφαση του εκλεγέντος νέου διοικητικού συμβουλίου της πρώτης αναιρεσείουσας, ληφθείσα, σύμφωνα με τις παραδοχές, κατά  παραβίαση του καταστατικού (προβλέποντος ένα διευθύνοντα σύμβουλο) και της ενοχικής και εξωαιτερικής από 31.10.1995 συμφωνίας των μετόχων, η οποία ισχύει μεταξύ των σ΄ αυτή συμβληθέντων, μη έχουσα συνέπειες εταιρικού δικαίου και μη δεσμεύουσα την μη συμβληθείσα σ΄ αυτή πρώτη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της αποφάσεως αυτής (17.4.2002), ως ληφθείσης κατά παραβίαση του άρθρου 15 παρ. 3 του καταστατικού και, ενδεχομένως, συντρεχουσών των νομίμων προϋποθέσεων, την γέννηση αξιώσεως αποζημιώσεως της αναιρεσίβλητης, λόγω παραβιάσεως της άνω συμφωνίας των μετόχων και εντεύθεν αποδυναμώσεώς της, αφού έπαυσε αυτή να είναι μοναδική διευθύνουσα σύμβουλος, δεν μπορεί, όμως, να στοιχειοθετήσει καταχρηστικότητα της προγενέστερης από 15.4.2002 απόφασης της έκτακτης γενικής συνέλευσης της πρώτης αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας περί εκλογής νέου διοικητικού συμβουλίου αυτής, έστω και αν αυτή, κατά τις παραδοχές, συγκλήθηκε για να εκλέξει νέο Δ.Σ. προς επίτευξη του προαναφερθέντος σκοπού της αποδυναμώσεως της αναιρεσίβλητης, δεδομένου ότι η με την από 17.4.2002 απόφαση του Δ.Σ. επίτευξη του σκοπού αυτού επάγεται τις αναφερθείσες συνέπειες και όχι την καταχρηστικότητα της προγενέστερης απόφασης της έκτακτης γενικής συνέλευσης περί εκλογής νέου διοικητικού συμβουλίου. Κατ΄ ακολουθίαν, οι εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως, δεύτερος του κυρίου δικογράφου, όπως εκτιμάται, και δεύτερος του δικογράφου των προσθέτων, με τους οποίους προβάλλουν οι αναιρεσείοντες ότι το Εφετείο που έκρινε ότι, υπό τα γενόμενα από την προβαλλομένη ως άνω δεκτά περιστατικά, η από 15.4.2002 απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης της πρωτης αναιρεσείουσας περί εκλογής νέου διοικητικού συμβουλίου υπερβαίνει τα όρια του άρθρου 281 του ΑΚ και είναι καταχρηστική και εντεύθεν άκυρη, παραβίασε του άρθρο αυτό, αφού το εφάρμοσε εσφαλμένα, είναι αβάσιμοι.

Κατά τη γνώμη, όμως δύο μελών του Δικαστηρίου τούτου, ήτοι των Αρεοπαγιτών Ιωάννη Βερέτσου και Βασιλείου Ρήγα, οι ανώτεροι λόγοι της αιτήσεως (δεύτερος του κυρίου δικογράφου και δεύτερος του δικογράφου των προσθέτων), προσάπτοντες στο Εφετείο, την κατ΄ άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβιάσεως του άρθρου 281 ΑΚ, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι, διότι υπό τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά γεγονότα, η ληφθείσα στις 15.4.2002 απόφαση της έκτακτης γενικής συνελεύσεως της πρώτης των αναιρεσειόντων, περί εκλογής νέου διοικητικού συμβουλίου αυτής προς αποδυνάμωση της αναιρεσίβλητης, είναι άκυρη, ως καταχρηστική, καθ΄ ό εξερχομένη προφανώς των ακραίων αξιολογικών ορίων της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών, η υπέρβαση των οποίων καθιστά, σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ, αθέμιτη την άσκηση του δικαιώματος, δεδομένου ότι κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, α) η ανωτέρω απόφαση ελήφθη από γενική συνέλευση, εκφράσασα τη βούληση της πλειοψηφούσες μετόχου της πρώτης των αναιρεσειόντων, περιβεβλημένης το ένδυμα εταιρικού οργάνου, ώστε να επέρχεται ταύτιση πλειοψηφούσης μετόχου και εταιρικού οργάνου και β) η πλειοψηφούσα μέτοχος, υπό το καλυπτήριο της βουλήσεώς της σχήμα της αποφάσεως εταιρικού οργάνου, επέτυχε τη φαλκίδευση του  δικαιώματος της ετέρας ελάσσονος μετόχου, που είχε θεμελιωθεί επί της συμβάσεως αυτών (των δύο μόνων μετόχων, ως εκπροσωπουσών δηλονότι το σύνολο του εταιρικού κεφαλαίου) και το εκείθεν απαγορευμένο αποτέλεσμα του περιορισμού των εξουσιών της τελευταίας μετόχου, εν αναφορά προς τη διοίκηση και εκπροσώπηση της ανώνυμης εταιρίας.

Εξάλλου, ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως και του επελθόντος αθεμίτου αποτελέσματος δεν διακόπτεται εκ της παρεμβολής της αποφάσεως του διοικητικού συμβουλίου της 17.4.2002, με την οποία περιορίσθησαν οι αρμοδιότητες της αναιρεσίβλητης, αφού κατά τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά, η γενική συνέλευση της 15.4.2002 εξέλεξε το εν λόγω διοικητικό συμβούλιο, προκειμένου τούτο να πραγματοποιήσει το σκοπό της, ήτοι την αποδυνάμωση της αναιρεσίβλητης, επί τη βάσει του κανόνα του άρθρου 926 εδ. α΄ περ. 1η του ΑΚ περί κοινής αιτιότητας, κατά τον οποίο όταν η ζημία επήλθε συνεπεία της ενεργείας δύο ή περισσοτέρων συνεργαζομένων ή μη, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε αν έλειπε η ενέργεια του ενός δεν θα επήρχετο το αποτέλεσμα, ευθύνονται πάντες εις ολόκληρον. Τέλος, προς ταύτιση της διαγνωσθείσης ένδικης περιπτώσεως, κατά τα ατομικά και ιδιαίτερα γνωρίσματα αυτής, προς την εξειδικευμένη (ως αόριστη νομική) έννοια του κανόνα της απαγορεύσεως της καταχρήσεως δικαιώματος, η μη κρατήσασα γνώμη έλαβε υπόψη ως ενδιάμεσα οντολογικά και δεοντολογικά νοήματα, καθ΄ ό πρόσφορα μέσα προσδιορισμού του πλάτους και βάθους των εννοιών καλή πίστη, χρηστά ήθη και προφανής υπέρβαση αυτών, τα διδάγματα της κοινής πείρας, αλλά και τα ακόλουθα: α) η προστασία της μειοψηφίας έχει ήδη καταχωρηθεί κα νομοθετικώς, αναγνωριζομένης της εξουσίας και σε ένα μόνο μέτοχο να διορίζει, σύμφωνα με τις προβλέψεις του καταστατικού, μέλη του διοικητικού συμβουλίου (άρθρο 18 παρ. 3 Ν 2190/1920, ως ισχύει), β) η γινομένη δεκτή δυνατότητα άρσεως της αυτοτελείας του νομικού προσώπου, όταν τούτο επιβάλλεται εκ της καλής πίστεως, πρέπει να επιτρέπει την ταύτισή του προς τον πλειοψηφούντα μέτοχο και όταν αυτός ενεργεί, υπό τον μανδύα εταιρικού οργάνου, αντιθέτως προς τη συμφωνία του με το (μόνο) συνεταίρο του και γ) η συμφωνία του συνόλου των μετόχων ανώνυμης εταιρίας, που σχετίζεται με την οργάνωσή της, δεν πρέπει να είναι αδιάφορη για τα όργανα αυτής, όταν συγκροτούνται από τους ίδιους, ατομικώς δεσμευθέντες έναντι αλλήλων, εταίρους.