Διαφήμιση

ΕΝΟΤΗΤΕΣ

Σύνδεση Χρήστη



FreeCurrencyRates.com

Πρωτοσέλιδα

PDF Εκτύπωση E-mail
1277 - ΤΡΑΠΕΖΕΣ.
Κυριακή, 10 Αυγούστου 2008 03:00

ΑΠ 1277/2008 Α2΄ Τμ.

Διατάξεις: άρθρα 1 Πρόσθετου Πρωτόκολλου ΕΣΔΑ, 17 [παρ. 2] Συντ., 30 [παρ. 2]  Ν 2789/2000

ΤΡΑΠΕΖΕΣ. Έννοια και προστασία ιδιοκτησίας. Ανατοκισμός τόκων. Η διάταξη του άρθρου 30 παρ. 2 εδ. β΄ του Ν 2789/2000 που προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι δεν αναζητούνται ποσά που καταβλήθηκαν εκουσίως από τον οφειλέτη δεν αντίκειται σε υπέρτερες διατάξεις. Τα ποσά που ήδη είχε καταβάλει οφειλέτης σε τράπεζα για τους οφειλόμενους τόκους, προκειμένου να αποφύγει επισπευδόμενο πλειστηριασμό, δεν αποτελούσαν πλέον περιουσιακό του στοιχείο κατά τη δημοσίευση του Ν 2789/2000 και αποκλείεται η αναζήτησή τους.

Με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ΝΔ 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντ., αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, ορίζεται, ότι «παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της περιουσίας αυτού, ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέσει εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων». Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα «περιουσιακής φύσεως» και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα». Καλύπτονται έτσι τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικώς. Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 ΑΚ «ο νόμος ορίζει για το μέλλον, δεν έχει αναδρομική δύναμη ...». Ωστόσο, δεν υπάρχει στο Σύνταγμα γενική απαγόρευση αναδρομικότητας του νόμου, αρκεί  να μην παραβιάζονται το άρθρο 4 παρ. 1 περί ισότητας και το άρθρο 17 του Συντ. περί προστασίας της ιδιοκτησίας.

Κατά την παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντ.,  «κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο....». Στην έννοια της ιδιοκτησίας, κατά την ερμηνεία της διατάξεως αυτής, σύμφωνη και προς το ανωτέρω άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, πρέπει να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα οι απαιτήσεις, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικώς. Τέτοιες ενοχικές αξιώσεις είναι κατά το ελληνικό δίκαιο και οι απαιτήσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, ήτοι το δικαίωμα αναζητήσεως των καταβληθέντων αχρεωστήτως, εφόσον η καταβολή δεν έγινε με βάση δικαστική απόφαση μη ανατραπείσα. Περαιτέρω, με την απόφαση 289/30.10.1980 της Νομισματικής Επιτροπής, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 8 παρ. 6 του Ν 1083/1980 «περί αγοράς και πωλήσεως συναλλάγματος και ξένων τραπεζικών γραμματίων», θεσπίσθηκε, προκειμένου περί των τραπεζικών συναλλαγών, εξαίρεση ως προς τους περιορισμούς που τίθενται από τις διατάξεις των άρθρων 296 ΑΚ, 110, και 111 παρ. 2 ΕισΝΑΚ για τον ανατοκισμό οφειλόμενων τόκων. Σύμφωνα  με την εξαίρεση αυτή παρέχεται στις Τράπεζες και στα πιστωτικά ιδρύματα η ευχέρεια, και υπό τη ρητή προϋπόθεση ότι τούτο έχει συμφωνηθεί οποτεδήποτε με τον οφειλέτη, να «εκτοκίζουν», ήτοι να υπολογίζουν λογιστικώς τόκους επί των καθυστερούμενων τόκων από της πρώτης ημέρας της καθυστερήσεώς τους, χωρίς τους ανωτέρω «περιορισμούς» του ΑΚ και του  ΕισΝΑΚ. Ενώ, αν δεν υπάρχει τέτοια συμφωνία, ο εκτοκισμός γίνεται κατά τις συνήθεις διατάξεις και συνεπώς, κάθε καταβολή του οφειλέτη προς την Τράπεζα  που αφορά τόκους τόκων που καταλογίσθηκαν πέραν από τα προβλεπόμενα πέραν από τα προβλεπόμενα με τις συνήθεις διατάξεις, μπορούν να αναζητηθούν, ως αχρεωστήτως καταβληθέντα, με βάση το άρθρο 904 ΑΚ.

Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 2 εδ. β΄ του Ν 2789/2000, που αφορά τον ανατοκισμό επί δανειακών συμβάσεων που έκλεισαν οριστικά, ορίζεται ότι «καταβληθέντα οποτεδήποτε ποσά, ανεξαρτήτως ύψους από τους οφειλέτες ή τρίτους, είτε εκουσίως, είτε κατόπιν συμφωνίας ή οποιασδήποτε ρύθμισης, είτε συνεπεία διαδικασιών ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης, δεν αναζητούνται σε καμία περίπτωση και για καμία αιτία». Η διάταξη αυτή, με την οποία αποκλείεται η αναζήτηση, πλην άλλων, και των εκουσίως καταβληθέντων ποσών, δεν αντίκειται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και το άρθρο 17 παρ. 1 του Συντ., διότι τα εκουσίως καταβληθέντα από τον οφειλέτη, κατά τη δημοσίευση του νόμου, είχαν εξέλθει νομίμως της περιουσίας του καταβάλλοντος και δεν αποτελούσαν πλέον περιουσιακό του στοιχείο ή κεκτημένο «οικονομικό συμφέρον» αυτού και συνεπώς ο νομοθέτης αποκλείοντας την αναζήτησή τους, δεν παραβιάζει τους προαναφερθέντες υπέρτερης ισχύος κανόνες.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο, κρίνοντας ότι η ως άνω διάταξη του  Ν 2789/2000 αντίκειται στο άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου  Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, δέχθηκε τα εξής: Στο πλαίσιο τριών συμβάσεων πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, που καταρτίσθηκαν μεταξύ της ετερόρρυθμης εταιρίας «... ΕΕ» και της αναιρεσείουσας Τράπεζας κατά τα έτη 1980 και 1981, η τελευταία χορήγησε στην πρώτη το συνολικό ποσό των 1.300.000 δραχμών, την εξόφληση του οποίου εγγυήθηκε, ως αυτοφειλέτης, ο αναιρεσίβλητος. Ο κινηθείς σχετικός λογαριασμός έκλεισε στις 21.9.1987, κατόπιν καταγγελίας του από την αναιρεσείουσα, με χρεωστικό υπόλοιπο 1.993.126 δραχμών, το οποίο στις 15.9.1988 ανήλθε, με τους νόμιμους τόκους και τις προσαυξήσεις, στο ποσό των 2.581.079 δραχμών. Μετά την έκδοση σχετικής διαταγής πληρωμής και την επίδοση στον αναιρεσίβλητο δύο διαδοχικών επιταγών προς εκτέλεση, ο τελευταίος, προκειμένου να αποφύγει τον επισπευδόμενο πλειστηριασμό της ενυπόθηκης ακίνητης περιουσίας του, εξόφλησε στις 29.6.1995 πλήρως το εν λόγω χρέος του προς την αναιρεσείουσα, με την καταβολή σ' αυτή του συνολικού ποσού των 18.809.674 δραχμών, από το οποίο ποσό 10.083.188 δραχμών αντιστοιχεί σε τόκους τόκων, που η αναιρεσείουσα αξίωσε παρανόμως και εισέπραξε αχρεωστήτως, διότι δεν υπήρχε μεταξύ τους συμφωνία ανατοκισμού ανά τρίμηνο. Ακολούθως, το εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία η αγωγή είχε απορριφθεί ως αόριστη, δέχθηκε την αγωγή αυτή κατά βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και επιδίκασε αναγνωριστικώς στον αναιρεσίβλητο το άνω ποσό των 10.083.188 δραχμών κατά μετατροπή σε 29.591 ευρώ. Με την κρίση του αυτή το εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 του Συντ. και 1 του Πρώτου Πρόσθετου  Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν αντίκειται σ' αυτές η διάταξη του άρθρου 30 παρ. 2 β΄ του Ν 2789/2000. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 απορρέων μοναδικός λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προβάλλεται η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος και ως εκ τούτου πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παραπεμφθεί δε, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή.

Επειδή, κατά το άρθρο 579  παρ. 2  ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως, που αναιρέθηκε, ο ’ρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του  Αρείου  Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο ’ρειος Πάγος για να διατάξει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, πρέπει η εκτέλεση, εκούσια ή αναγκαστική, να έγινε με βάση την αναιρούμενη απόφαση. Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με αυτοτελές δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις  25.1.2008, προβάλλει παραδεκτώς ότι η ίδια, προς συμμόρφωση με την αναιρούμενη ως άνω υπ' αριθ. 4313/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και προς ολοσχερή εξόφληση της οφειλής της κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο στις 11.1.2006 το ποσό των 51.582,64 ευρώ συνολικώς. Ζητεί δε να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκούσια εκτέλεση της αναιρούμενης αυτής αποφάσεως και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να επιστρέψει ο αναιρεσίβλητος να επιστρέψει σ' αυτήν το εν λόγω χρηματικό ποσό. Η αίτηση αυτή είναι νόμιμη, σύμφωνα με τη διάταξη του  άρθρου 579  παρ. 2  ΚΠολΔ.

Από τα επικαλούμενα και προαποδεικτικώς προσκομιζόμενα έγγραφα, αποδεικνύεται ότι με την αναιρούμενη ως άνω υπ' αριθ. 4313/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, αναγνωρίσθηκε ότι η αναιρεσείουσα έχει υποχρέωση να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 29.591 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση, λόγω της ευθύνης της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό για την ως άνω αιτία, ενώ συμψηφίστηκε στο σύνολό της η δικαστική δαπάνη των διαδίκων και για τους βαθμούς δικαιοδοσίας. Ακολούθως, η αναιρεσείουσα Τράπεζα, προς συμμόρφωση με την ως άνω αναιρούμενη απόφαση του εφετείου, κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο στις 11 Ιανουαρίου 2006, το ποσό των 50.082,64 ευρώ συνολικώς για το αναγνωρισθέν ως οφειλόμενο κεφάλαιο και τους νομίμους τόκους αυτού από την επομένη της αγωγής του [....]. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή, ως βάσιμη στην ουσία της για το καταβληθέν από την αναιρεσείουσα ποσό κεφαλαίου και τόκων και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να επιστρέψει σ' αυτήν το αναφερόμενο στο διατακτικό χρηματικό ποσό με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αναιρετικής αποφάσεως. Η αίτηση όμως είναι αβάσιμη κατά το μέρος της με το οποίο ζητείται ποσό δικαστικής δαπάνης ύψους 1.500 ευρώ, διότι το ποσό αυτό δεν καταβλήθηκε στον αναιρεσίβλητο αλλά αντιθέτως ο τελευταίος κατέβαλε αυτό στην αναιρεσείουσα [...], σε κάθε περίπτωση δε, από την ανωτέρω απόδειξη προκύπτει, ότι δεν αφορά την αναιρούμενη απόφαση, με την οποία, όπως προαναφέρθηκε, διατάχθηκε ο συμψηφισμός των δικαστικών εξόδων των διαδίκων αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, αλλά τις υπ' αριθμ. 263/2005 και 4314/2005 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου και του Εφετείου Αθηνών αντίστοιχα. [...].