Διαφήμιση

ΕΝΟΤΗΤΕΣ

Σύνδεση Χρήστη



FreeCurrencyRates.com

Πρωτοσέλιδα

PDF Εκτύπωση E-mail
1462/2006 - ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗ. ΕΠΙΕΙΚΕΣΤΕΡΗ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΑΤΑΞΗ. ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ. ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ.
Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2006 03:00

ΑΠ 1462/2006 Τμ. Ε΄


Διατάξεις: άρθρα 19 [παρ. 1] Ν 2523/1997,510 [παρ. 1] ΚΠΔ


ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗ. ΕΠΙΕΙΚΕΣΤΕΡΗ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΑΤΑΞΗ. ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ. ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ. Η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 του Ν 2523/1997 είναι δυσμενέστερη από εκείνη του άρθρου 31 παρ. 1 εδ. ζ΄ και η΄ του Ν 1591/1986, καθώς η τελευταία διάταξη απαιτούσε ως πρόσθετο αναγκαίο στοιχείο για τη θεμελίωση του ίδιου αδικήματος της φοροδιαφυγής τη γνώση από τον υπαίτιο ότι το φορολογικό στοιχείο είναι εικονικό και το σκοπό του υπαίτιου για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης. Οι ισχυρισμοί ότι ο αναιρεσείων ποτέ δεν εξέδωσε και ποτέ δεν δέχθηκε κάποιο εικονικό τιμολόγιο στα χέρια του και ότι αυτός προσκόμιζε τα τιμολόγια στο λογιστή του και αυτός πρόσθετε τα εικονικά, διαβεβαιώνοντας τον ότι τηρούσε νόμιμα τα βιβλία του δεν είναι αυτοτελείς, ώστε να απαιτείται ειδική αιτιολογία για την απόρριψή τους, αλλά αρνητικοί της αποδοθείσης στον αναιρεσείοντα κατηγορίας, η απάντηση στους οποίους περιέχεται στην εκτεθείσα αιτιολογία της απόφασης ως προς την ενοχή του. Εφόσον τα αδικήματα τα οποία αποδίδονται στον κατηγορούμενο φέρεται ότι τελέσθηκαν κατ' εξακολούθηση στο χρονικό διάστημα από 26. 1. 1997 έως 28. 2. 2001 και στο σχετικό κλητήριο θέσπισμα ως άρθρο που προβλέπει την πράξη αναφέρεται μόνο το άρθρο 19 του Ν 2523/1997, που εφαρμόζεται, όμως, για αδικήματα που διαπράχθηκαν από 1. 1. 1998 και μετά και όχι και αυτή του άρθρου 31 παρ. 1 περ. η΄ και 2 του Ν 1591/1986, που εφαρμόζεται για τα αδικήματα που διαπράχθηκαν από 26. 1. 1997 έως 31. 12. 1997, το κλητήριο θέσπισμα αυτό είναι μερικά άκυρο ως προς τις πράξεις που φέρουν ως χρόνο τέλεσης από 26. 1. 1997 μέχρι 31. 12. 1997.


1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 εδ. πρώτο του Ν 2523/1997, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών. Κατά την παρ. 4 εδ. πρώτο και δεύτερο του ίδιου άρθρου, εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτό είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματος του ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας.


Η παραπάνω διάταξη, η οποία αναφέρεται στα αδικήματα φοροδιαφυγής για έκδοση ή αποδοχή πλαστών, νοθευμένων ή εικονικών τιμολογίων που σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 5 του ίδιου νόμου διαπράττονται από 1. 1. 1998, αντικατέστησε, ως προς το συγκεκριμένο αδίκημα, εκείνη του άρθρου 31 παρ. 1 εδ. ζ΄ και η΄ του Ν 1591/1986, η οποία ήταν επιεικέστερη από την ανωτέρω νεότερη διάταξη. Κι αυτό γιατί απαιτούσε ως πρόσθετο αναγκαίο στοιχείο για τη θεμελίωση του ίδιου αδικήματος τη γνώση από τον υπαίτιο ότι το φορολογικό στοιχείο είναι εικονικό και το σκοπό του υπαίτιου για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης, δηλαδή στοιχείο που δεν απαιτεί πλέον ο νεότερος νόμος, ο οποίος ρητός διαλαμβάνει ότι το ανωτέρω αδίκημα τελείται ανεξάρτητα από το αν ο υπαίτιος διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου. [...]


2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας, που δίκασε ως εφετείο, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζει αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στην Καβάλα, κατά το χρονικό διάστημα από 1. 1. 1998 έως 18. 2. 2001, ο κατηγορούμενος, ενεργώντας με δόλο, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, τέλεσε το αδίκημα της φοροδιαφυγής, καθώς αποδέχθηκε εικονικά και πλαστά φορολογικά στοιχεία, ως τέτοιων νοουμένων των φορολογικών στοιχείων που εκδίδονται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της ή για μέρος αυτής (εικονικά) και αυτών που έχουν διατρηθεί ή σφραγισθεί με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής σχετική πράξη θεώρησης τους, όπως και αυτών που το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτότυπου ή αντίτυπου είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου (πλαστά).Συγκεκριμένα, αποδέχθηκε τα κάτωθι αναφερόμενα φορολογικά στοιχεία, δηλαδή τιμολόγια πώλησης και δελτία αποστολής, τα οποία εξέδιδε ο λογιστής Δ. Κ., με τους κάτωθι αναφερόμενους ως φερόμενους εκδότες, τα οποία είναι εικονικά, διότι εκδόθηκαν για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολο τους, με σκοπό ο λήπτης αυτών, δηλαδή ο κατηγορούμενος να καρπωθεί το ποσό του αναλογούντος στην αξία αυτών ΦΠΑ, συμψηφίζοντας το με τον ΦΠΑ εκροών, μειώνοντας έτσι τον καταβαλλόμενο φόρο ή δημιουργώντας πιστωτικό υπόλοιπο, μεταξύ δε αυτών περιλαμβάνονται όπως κατωτέρω αναφέρεται και φορολογικά στοιχεία που εκτός από εικονικά είναι και πλαστά, Στη συνέχεια, τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης σε ειδικούς πίνακες αναφέρονται λεπτομερώς καθένα από τα εικονικά και πλαστά φορολογικά στοιχεία (τιμολόγια πώλησης και δελτία αποστολής) με τους φερόμενους ως εκδότες κατά οικονομική χρήση, τον αριθμό τιμολογίου πώλησης ή δελτίου αποστολής, τη χρονολογία έκδοσης, την αναγραφόμενη για το καθένα αξία, την αναλογία του ΦΠΑ και τέλος το συνολικό ποσό, διευκρινίζοντας για κάθε ένα εκδότη ποια από αυτά εκδόθηκαν για ανύπαρκτες συναλλαγές και είναι εικονικά και σε τι ακριβώς συνίσταται η εικονικότητα για το καθένα και ποία είναι πλαστά και σε τι συνίσταται η πλαστότητα. Ακολούθως με βάση τα γενόμενα δεκτά αυτά περιστατικά κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δέκα οκτώ μηνών.


3. Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέβαλε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινής πράξης, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 19 του Ν 2523/1997 και επομένως η προβαλλόμενη στη συνέχεια με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αιτίαση ότι το σκεπτικό αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού και επομένως η απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ανεξάρτητα από την αοριστία της, αφού δεν διευκρινίζεται αν και ποία στοιχεία ελλείπουν, είναι αβάσιμη.


Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι χωρίς αιτιολογία απέρριψε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του ότι αυτός ποτέ δεν εξέδωσε και ποτέ δεν δέχθηκε κάποιο εικονικό τιμολόγιο στα χέρια του και ότι αυτός προσκόμιζε τα τιμολόγια στο λογιστή του και αυτός προσέθετε τα εικονικά, διαβεβαιώνοντας τον ότι τηρούσε νόμιμα τα βιβλία του. Οι ισχυρισμοί, όμως, αυτοί δεν είναι αυτοτελείς, ώστε να απαιτείται ειδική αιτιολογία για την απόρριψη τους, αλλά αρνητικοί της αποδοθείσης στον αναιρεσείοντα κατηγορίας, η απάντηση στους οποίους περιέχεται στην εκτεθείσα αιτιολογία της απόφασης ως προς την ενοχή του. Κατά τα λοιπά, όσα εκτίθενται στην συνέχεια του λόγου αυτού, αναφέρονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν συνιστά λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ, και στις ανέλεγκτες αναιρετικά παραδοχές της απόφασης. Επομένως, οι πρώτος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, προβαλλόμενοι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμοι.


4. Από τις διατάξεις των άρθρων 173 παρ. 1, 174 παρ. 2, 320 παρ. 2 (όπως η παράγραφος αυτή αναριθμήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 15 του Ν 2408/1996), 321 παρ. 1 στοιχ. δ΄ , ε΄ και 4 ΚΠΔ, προκύπτει ότι το κλητήριο θέσπισμα συντάσσεται σε δύο αντίτυπα, από τα οποία το ένα επιδίδεται στον κατηγορούμενο και καλείται με αυτό στο ακροατήριο και το άλλο επισυνάπτεται στη δικογραφία κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, πρέπει δε να περιέχει, μεταξύ άλλων στοιχείων, τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται, μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, την επίσημη σφραγίδα και την υπογραφή του εισαγγελέα, που εξέδωσε το κλητήριο θέσπισμα. Διαφορετικά υπάρχει σχετική ακυρότητα, η οποία καλύπτεται, αν, εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη, εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις στην πάροδο της. Αν δεν καλυφθεί η ακυρότητα αυτή, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β΄ ΚΠΔ.


5. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία το Δικαστήριο αυτό παραδεκτώς επισκοπεί για το βάσιμο των λόγων αναίρεσης, ο αναιρεσείων κατά τη συζήτηση στον πρώτο βαθμό προέβαλε ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος για την μη αναγραφή σ' αυτό της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 31 του Ν 1591/1986. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κρίνοντας ότι ορισμένες από τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο μερικότερες πράξεις της αποδοχής εικονικών και πλαστών τιμολογίων εφέροντο ότι είχαν τελεσθεί από 26. 1. 1997 έως 31. 12. 1997, δηλαδή σε χρόνο που ίσχυε το άρθρο 31 του Ν 1591/1986, το οποίο όμως δεν αναγραφόταν και αυτό στο επιδοθέν στον κατηγορούμενο κλητήριο θέσπισμα, ακύρωσε το τελευταίο μερικώς, δηλαδή για τις αναφερόμενες σε αυτό μερικότερες πράξεις που είχαν τελεσθεί μέχρι 31. 12. 1997, και προχώρησε στην εκδίκαση των λοιπών από 1. 1. 1998 φερομένων ως τελεσθεισών πράξεων και καταδίκασε γι' αυτές τον κατηγορούμενο.


Την ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος επανέφερε με λόγο έφεσης ενώπιον του Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση του και με την ίδια σωστή και πλήρη αιτιολογία δέχθηκε τα ίδια, δηλαδή δέχθηκε εν μέρει την ένσταση ακυρότητας και ακύρωσε το κλητήριο θέσπισμα για τις μερικότερες πράξεις μέχρι 31. 12. 1997, και στη συνέχεια για τις πράξεις με χρόνο τέλεσης από 1. 1. 1998 έως 28. 12. 2001 έκρινε το κλητήριο θέσπισμα έγκυρο και προχώρησε στην εκδίκαση αυτών. Ειδικότερα το Εφετείο περιέλαβε στην απόφαση του την εξής αναφορικά με την  ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος αιτιολογία: «Από το από 30/10/2002 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Καβάλας, το οποίο αναγνώσθηκε, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κατηγορείται για την αξιόποινη πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση, την οποία (πράξη) φέρεται ότι τέλεσε κατά το χρονικό διάστημα από 26. 1. 1997 έως 28. 2. 2001. Ως άρθρο που προβλέπει την ανωτέρω πράξη αναφέρεται στο κλητήριο θέσπισμα, μεταξύ άλλων, το άρθρο 19 του Ν. 2523/1997. Πλην, όμως, η διάταξη του άρθρου 19, που προβλέπει την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο πράξη, εφαρμόζεται για τα αδικήματα που διαπράττονται από την 1. 1. 1998 και μετά, όπως σαφώς προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 5 του Ν. 2523/1997. Επομένως, τα αδικήματα που φέρεται ότι τελέσθηκαν πριν από την 1. 1. 1998, ήτοι από 26. 1. 1997 έως 31. 12. 1997, δεν τιμωρούνται από τις διατάξεις του Ν 2523/1997, που περιέχει, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δυσμενέστερες διατάξεις από τον παλαιότερο νόμο (άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ), αλλά από εκείνες του άρθρου 31 παρ. 1 περ. η΄ και 2 του Ν 1591/1986, οι οποίες και θα έπρεπε να μνημονεύονται στο ανωτέρω κλητήριο θέσπισμα για την πληρότητα και εγκυρότητα αυτού, εφόσον σε αυτό αναφέρονται και πράξεις που φέρονται ότι τελέσθηκαν πριν την 1. 1. 1998, δηλαδή μη καταλαμβανόμενες από τη διάταξη του άρθρου 19 του Ν 2523/1997.


Περαιτέρω, η αυτοτέλεια κάθε μιας πράξης στην προκείμενη περίπτωση (αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων) προκύπτει ευθέως κατ' άρθρο 98 ΠΚ, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, αφού ρητά στο κλητήριο θέσπισμα τα εγκλήματα, για τα οποία παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος, περιγράφονται και κατά το νομικό μέρος και κατά το πραγματικό ότι τελέσθηκαν κατ' εξακολούθηση, καθώς προσδιορίζονται σαφώς και εξειδικεύονται αναλυτικά στο κλητήριο θέσπισμα και είναι απόλυτα διευκρινισμένες, αφού σ' αυτό περιγράφονται αναλυτικά η κάθε μία και χωριστά, με αναφορά αυτοτελή ως προς το χρόνο τέλεσης, τους φερόμενους εκδότες, τους αριθμούς τιμολογίων πώλησης, τις αξίες και τα ποσά του ΦΠΑ. Τα στοιχεία αυτά εξειδικεύουν απόλυτα, σε συνδυασμό με την αναλυτική περιγραφή, το κλητήριο θέσπισμα και τις λοιπές περιστάσεις και συνθήκες τέλεσης. Ενόψει των ανωτέρω, θα πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει η προταθείσα από τον κατηγορούμενο ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος και να κηρυχθεί όπως και πρωτοδίκως, άκυρο το από 30. 10. 2002 κλητήριο θέσπισμα, μόνον ως προς τις πράξεις που φέρουν ως χρόνο τέλεσης από 26. 1. 1997 μέχρι 31. 12. 1997, καθώς δεν αναφέρεται για αυτές το σχετικό άρθρο του Ν 1591/1986 που τις προβλέπει. Για τις λοιπές πράξεις, που φέρουν ως χρόνο τέλεσης από 1. 1. 1998 έως 28. 2. 2001, είναι καθ' όλα έγκυρο το κλητήριο θέσπισμα, λόγω και της φύσεως του αδικήματος για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος, ως κατ' εξακολούθηση και της αυτοτέλειας των μερικότερων πράξεων που το αποτελούν».


Ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, αφενός μεν της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 321 του ΚΠΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο έπρεπε, εφαρμόζοντας  σωστά τη διάταξη αυτή, να ακυρώσει το κλητήριο θέσπισμα στο σύνολό του και όχι μερικώς, αφετέρου δε ότι η απόρριψη της ενστάσεως του και από το Εφετείο έγινε χωρίς αιτιολογία, αφού η αιτιολογία που αναφέρεται στην απόφαση του είναι ακριβής επανάληψη της αιτιολογίας του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Ο λόγος αυτός, κατά μεν το πρώτο σκέλος είναι απαράδεκτος, γιατί ο υπό στοιχ. Ε΄ του άρθρου 510 παρ. 1 λόγος αναίρεσης αναφέρεται στην εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής διάταξης και όχι δικονομικής, όπως είναι η διάταξη του άρθρου 321 ΚΠΔ, κατά δε το δεύτερο σκέλος, προβαλλόμενος κατ' εκτίμηση από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ, είναι αβάσιμος γιατί η αιτιολογία που παρατίθεται στην απόφαση είναι ορθή, σαφής και πλήρης, η επανάληψη δε της ίδιας αιτιολογίας, με την οποία το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, και στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν συνιστά έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όπως αβάσιμα αιτιάται την απόφαση μόνο ως προς το στο σημείο αυτό ο αναιρεσείων.


[...] Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του ΚΠΔ, και στη δικαστική δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου.