Διαφήμιση

ΕΝΟΤΗΤΕΣ

Σύνδεση Χρήστη



FreeCurrencyRates.com

Πρωτοσέλιδα

PDF Εκτύπωση E-mail
1782/2006 - ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ
Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2006 03:00

ΑΠ 1782/2006 Α1΄Τμ

Διατάξεις: άρθρα 12 [παρ. 5], 20 [παρ.1], 26 Ν 3632/1928

ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ. Χρηματιστηριακή παραγγελία αγοράς και πώλησης μετοχών. Η προθεσμία της διάταξης του άρθρου 20 παρ. 1 Ν 3632/1928 αφορά τις σχέσεις των μελών του χρηματιστηρίου για τις κύριες χρηματιστηριακές συναλλαγές. Η ειδική συμφωνία περί της προθεσμίας εκκαθάρισης των σχέσεων μεταξύ της ΑΧΕ και του επενδυτή-πελάτη δεν μεταβάλλει τη σύμβαση αυτή σε δανειακή σύμβαση. Νόμιμη η αξίωση της παραγγελιοδόχου ΑΧΕ για έντοκη καταβολή των οφειλομένων από τη σύμβαση χρηματιστηριακής παραγγελίας.

[...] Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παρεβιάσθη κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Εν προκειμένω, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση εδέχθη τα ακόλουθα: «Με σύμβαση που καταρτίστηκε στην ... κατά το έτος 1994 μεταξύ αφενός του εκκαλούντος, υπαλλήλου της ... Τράπεζας της ... και αφετέρου της πρώτης εφεσίβλητης, ..., η οποία αναλαμβάνει έναντι προμήθειας την, για λογαριασμό τρίτων, εκτέλεση χρηματιστηριακών συναλλαγών, μεταξύ των οποίων και την αγορά και πώληση μετοχών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, και η οποία, στην προκειμένη περίπτωση, ενεργούσε διά του Προέδρου και Διευθύνοντος συμβούλου της, δευτέρου εφεσιβλήτου, η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να εκτελεί, έναντι συμφωνημένης προμήθειας, τις εντολές του πρώτου αναφορικά με την αγορά και πώληση μετοχών, συμφωνηθέντος παραλλήλως ότι η εκκαθάριση του σχετικού λογαριασμού, που θα προκύπτει από την εκτέλεση των εντολών αυτών, δεν θα γίνεται εντός της προθεσμίας που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Ν 3632/1928, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 45 παρ. 2 Ν 1914/1990, δηλαδή εντός των δύο ή τριών εργασίμων ημερών που ακολουθούν την ημέρα κατάρτισης της χρηματιστηριακής συναλλαγής, αλλά σε μεγαλύτερα τακτά χρονικά διαστήματα. Στα πλαίσια της σύμβασης αυτής η πρώτη εφεσίβλητη, μετά την εκτέλεση των εντολών του εκκαλούντος, με την έκδοση και παράδοση στον τελευταίο των σχετικών πινακιδίων, καταχωρούσε στον τηρούμενο στο όνομά του σχετικό λογαριασμό τα από την  κάθε συναλλαγή χρηματικά ποσά και ειδικότερα αν μεν η δοθείσα εντολή αφορούσε την αγορά μετοχών η εφεσίβλητη χρέωνε το λογαριασμό με τα έξοδα αγοράς των μετοχών (τίμημα), τα έξοδα μεταβίβασης και την προμήθειά της, αν δε αυτή (εντολή) αφορούσε την πώληση μετοχών η εφεσίβλητη πίστωνε το λογαριασμό με το εισπραχθέν, αφού προηγουμένως αφαιρούσε τα σχετικά έξοδα. Η διαφορά μεταξύ των ποσών που προέκυπταν από την αγορά και την πώληση των μετοχών αποτελούσε το εκάστοτε χρεωστικό ή πιστωτικό υπόλοιπο, το οποίο έπρεπε στην μεν πρώτη περίπτωση να καταβάλει σ΄ αυτή (εφεσίβλητη) ο εκκαλών στη δε δεύτερη να εισπράττει ο τελευταίος. Ο λογαριασμός αυτό την 13.3.1995 εμφάνιζε μηδενικό υπόλοιπο καθόσον μέχρι τότε ήταν περιορισμένες οι συναλλαγές, που είχαν πραγματοποιηθεί, ο δε εκκαλών κατέβαλε άμεσα στην εφεσίβλητη τα δικαιώματά της (τίμημα έξοδα προμήθεια).

Από 14.3.1995 μέχρι και 26.7.1996 ο εκκαλών, ο οποίος αποφάσισε να συμμετάσχει δυναμικότερα στη χρηματιστηριακή διαδικασία, διεβίβασε στην εφεσίβλητη τις αναφερόμενες στην αγωγή εντολές για αγορά και πώληση μετοχών, για τις οποίες εκδόθηκαν από την  εφεσίβλητη τα από τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 5 Ν 3632/1928 και 1 παρ. 1 της ΥΑ 6280/β 508/17.5.1989 του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας , που εκδόθηκε κατ΄ εξουσιοδότηση του άρθρου 27 παρ. 1 περ. α΄ του ΝΔ 1806/1988, προβλεπόμενα σχετικά πινακίδια, τα οποία λεπτομερώς αναφέρονται στην αγωγή με προσδιορισμό του αριθμού και του είδους της συναλλαγής, την έκδοση των οποίων καθώς και τις αναγραφόμενες σ΄ αυτά χρηματιστηριακές πράξεις δεν αμφισβητεί ο εκκαλών, ισχυριζόμενος, πλην όμως αβασίμως, για το λόγο που θα αναφερθεί παρακάτω, ότι οι χρεώσεις που αναφέρονται στην αγορά μετοχών αποτελούν στην πραγματικότητα δάνεια της εφεσίβλητης προς αυτόν, τα οποία όμως η τελευταία, σύμφωνα με τις διατάξεις που αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, δεν είχε δικαίωμα να χορηγήσει. Τις παραπάνω εντολές του εκκαλούντος εκτέλεσε η εφεσίβλητη, γεγονός που δεν αμφισβητεί ο εκκαλών, καταχωρώντας τα αντίστοιχα ποσά στον τηρούμενο ως άνω λογαριασμό του τελευταίου. Το χρεωστικό υπόλοιπο που προέκυπτε σε βάρος του από την αγορά μετοχών μειωνόταν κατά το ποσό των εισπραττομένων  τιμημάτων από τις πωλήσεις (μετοχών), στις οποίες προέβαινε η εφεσίβλητη κατόπι δικής του, κατά κανόνα εντολής, με μόνη εξαίρεση αυτή της πώλησης αυτοβούλως από την εφεσίβλητη, σύμφωνα με την παρεχομένη από τη διάταξη του άρθρου 26 Ν 3632/1928 ευχέρεια, 3.450, μετοχών του εκκαλούντος (430 μετοχές ..., 500 μετοχές ... 1.500 μετοχές ... και 1.000 μετοχές ...) τις οποίες κατείχε η ίδια, προς μείωση του χρεωστικού υπολοίπου. Κατά το παραπάνω ένδικο χρονικό διάστημα (25.5.1995 μέχρι 12.7.1996) ο λογαριασμός του εκκαλούντος παρουσίασε την κίνηση που αναφέρεται στην αγωγή με τις λεπτομερώς αναγραφόμενες σ΄ αυτή χρεωπιστώσεις, τις οποίες δεν αμφισβητεί αυτός, την δε 26.7.1996 εμφάνιζε χρεωστικό σε βάρος του υπόλοιπο 8.955.212 δραχμών, το οποίο και καταβλήθηκε στις 31.7.1996.

Υπό τα εκτεθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά ουδόλως αποδείχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκαν συμβάσεις δανείου, με τις οποίες η εφεσίβλητη χρηματοδοτούσε και μάλιστα κατ΄ επάγγελμα κατά παράβαση των διατάξεων, που αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, τον ενάγοντα για την αγορά μετοχών, αλλά αντιθέτως αποδείχθηκε ότι η σχέση η οποία συνέδεε τους διαδίκους έφερε το χαρακτήρα της χρηματιστηριακής παραγγελίας, στην οποία στηρίζεται και η αξίωση της εφεσίβλητης για έντοκη καταβολή όχι μόνο της προμήθειάς της και των εξόδων μεταβίβασης αλλά και του τιμήματος για την αγορά αυτών, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, είχε συμφωνηθεί να καταβάλλεται όχι μέσα στην προθεσμία των δύο εργάσιμων ημερών που ακολουθούν την ημέρα της χρηματιστηριακής συναλλαγής, αλλά σε μεγαλύτερα τακτά χρονικά διαστήματα, πρακτική η οποία αφενός δεν προσκρούει στη ρύθμιση της διάταξης του άρθρου 20 παρ. 1 Ν 3632/1928, αφού, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η ρύθμιση αυτή αναφέρεται μόνο στις υποχρεώσεις των μελών του χρηματιστηρίου για τις κύριες χρηματιστηριακές συναλλαγές και όχι σ΄ αυτές μεταξύ του μέλους του χρηματιστηρίου και του επενδυτή πελάτη οι οποίες διέπονται από την προβλεπόμενη από τη διάταξη 361 ΑΚ αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, και αφετέρου δεν μεταβάλλει τον χαρακτήρα των, κατά τον τρόπο αυτό, γενομένων πιστώσεων σε δανειακές συμβάσεις, αφού η παροχή πιστώσεων από το μέλος του χρηματιστηρίου στον πελάτη του, υπό την έννοια και μόνο που αναφέρθηκε παραπάνω ( της εκκαθάρισης της χρηματιστηριακής συναλλαγής σε χρόνο πέραν των 2 εργασίμων ημερών από τότε που αυτή έλαβε χώρα) αποτελεί δραστηριότητα παρακολουθηματική, παρεπομένη της συμβάσεως χρηματιστηριακής παραγγελίας προς αγορά και πώληση μετοχών και επομένως επιτρεπτή υπό την έννοια αυτή.

Εφόσον σύμφωνα με τα παραπάνω δεν αποδείχθηκε η κατάρτιση των επικαλουμένων με την αγωγή δανειακών συμβάσεων, η από τον εκκαλούντα γενομένη καταβολή του ποσού των 10.135.905 δρχ. για τόκους  επί της προμηθείας, των δαπανών εκτέλεσης των εντολών και των υπό την ανωτέρω και μόνο έννοια παροχή πιστώσεων έγινε για νόμιμη και όχι παράνομη, όπως αβασίμως ο εκκαλών επικαλείται, αιτία και επομένως δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδικαιολόγητο πλουτισμό της εφεσίβλητης σε βάρος της περιουσίας του, απορριπτομένης συνακολούθως της αγωγής ως ουσιαστικά αβάσιμης». Επομένως η πληττομένη απόφαση, δεχθείσα ότι κατηρτίσθη ειδική συμφωνία περί του τρόπου εκκαθαρίσεως των μεταξύ αυτού και της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, από την εκτέλεση παραγγελιών χρηματιστηριακής συναλλαγής, σχέσεων, δεν παρεβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 του Ν 2076/1992, 15 παρ. 1 και 2. 16 25, 26 και 27 του Ν 3632/1928, όπως ίσχυε κατά το κρίσιμο χρόνο (και 721, 722, 301, 174, 180, 806 έως 808 ΑΚ, καθώς και τους λοιπούς περί απαγορεύσεως της παροχής πιστώσεως από μη πιστωτικά ιδρύματα συναφείς κανόνες). Κατ΄ ακολουθίαν, είναι αβάσιμοι, οι αντίθετοι, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, ως είχε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο της εκδόσεως αποφάσεως περί αποδείξεως, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο εδέχθη πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθή χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι΄ αυτά. Εν προκειμένω, η πληττομένη απόφαση εδέχθη ότι τα παρ΄ αυτής γενόμενα δεκτά αποδεικνύονται από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και από τα προσκομισθέντα και επικληθέντα από τους διαδίκους έγγραφα. Επομένως, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, τέταρτος λόγος της αιτήσεως, συνιστάμενος στην αιτίαση της άνευ αποδείξεως (εγγράφου) παραδοχής της συνάψεως των ενδίκων συμβάσεων χρηματιστηριακής παραγγελίας, πέραν του ότι η κατάρτιση αυτών αποτελεί τη βάση της αγωγής, εκτιθεμένη και ομολογουμένη αμφοτέρωθεν. [...]

( Απορρίπτει τη αίτηση για αναίρεση της απόφασης 4497/2004 ΕφΑθ.).