Διαφήμιση

ΕΝΟΤΗΤΕΣ

Σύνδεση Χρήστη



FreeCurrencyRates.com
PDF Εκτύπωση E-mail
1850/2006 - ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ Ή ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ. ΜΗ ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ.
Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2006 03:00

Μεταβίβαση επιχείρησης



ΑΠ 1850/2006 Β1΄ Τμ.


Διατάξεις: άρθρα 4,5,6 ΠΔ 178/2002, 44 [παρ.5] Ν 2648/1998, 9 Ν 1386/1983, 46 Ν 1892/1990, 14 Ν 2000/1991


ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ Ή ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ. ΜΗ ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ. Μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης είναι η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρησιακής δραστηριότητας από τρίτον, εφόσον δεν μεταβάλλεται η ταυτότητα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης. Ο τρόπος της μεταβίβασης δεν ενδιαφέρει, αρκεί ότι ο παλαιότερος εργοδότης χάνει την ιδιότητα του φορέα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και ο διάδοχός του αποκτά την ιδιότητα αυτή έστω και προσωρινά. Για να υπάρχει μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών, πρέπει να μεταβιβάζονται επιμέρους στοιχεία της επιχείρησης κατά τέτοιο τρόπο ώστε, να διατηρούν την οργανική τους ενότητα και υπό το νέο εργοδότη, να είναι δε ικανά να πραγματοποιήσουν τον επιδιωκόμενο κερδοσκοπικό, οικονομικό ή τεχνικό σκοπό. Η μεταβιβαζόμενη επιχείρηση ή εκμετάλλευση πρέπει να διατηρεί την ταυτότητά της και υπό το νέο φορέα της, να διατηρούνται δηλαδή αμετάβλητες οι θέσεις εργασίας και να αναλάβει αυτός τις εργασιακές σχέσεις που συνδέονται με αυτές. Η ταυτότητα της επιχείρησης δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι ο διάδοχος προσέθεσε στα μεταβιβαζόμενα στοιχεία και νέα. Η επί μακρό χρόνο διακοπή λειτουργίας της επιχείρησης είναι δυνατόν να μεταβάλλει την ταυτότητα της επιχείρησης, όχι όμως η προσωρινή διακοπή. Κρίσιμα στοιχεία για το αν συντρέχει μεταβίβαση της επιχείρησης, που προκύπτουν από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης, είναι η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα κ.λ.π.), η μεταβίβαση ή μη άυλων  αγαθών και η αξία τους, η απασχόληση ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από το νέο επιχειρηματία, η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, ό βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση και η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών.


[...] Κατά το άρθρο 4 του ΠΔ 178/2002 «Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου», διά της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταβιβάζονται στο διάδοχο. Ο μεταβιβάζων και μετά τη μεταβίβαση ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρων με το διάδοχο, για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος (παρ. 1). Με την επιφύλαξη της επόμενης παραγράφου, μετά τη μεταβίβαση, ό διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας (παρ. 2). Εξάλλου κατά το άρθρο 5 του ίδιου προεδρικού διατάγματος η μεταβίβαση μιας επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης δεν συνιστά αυτή καθ΄ αυτή λόγο απόλυσης εργαζομένων. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου δεν εμποδίζει, τηρουμένων των σχετικών περί απολύσεων διατάξεων, απολύσεις που είναι δυνατόν να επέλθουν για λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανώσεως που συνεπάγονται που συνεπάγονται μεταβολές εργατικού δυναμικού (παρ. 1). Αν η σύμβαση εργασίας ή η εργασιακή σχέση καταγγελθεί λόγω του ότι η μεταβίβαση συνεπάγεται ουσιαστική μεταβολή των όρων σε βάρος του εργαζομένου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ή της εργασιακής σχέσης θεωρείται  ότι επήλθε εξαιτίας του εργοδότη (παρ. 2). Τέλος κατά το άρθρο 6 του ίδιου προεδρικού διατάγματος, τα άρθρα 4 και 5 του παρόντος δεν εφαρμόζονται στη μεταβίβαση επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης, όταν ο μεταβιβάζων ευρίσκεται σε διαδικασία πτώχευσης ή σε οποιαδήποτε άλλη ανάλογη διαδικασία αφερεγγυότητας, όπως η αφερεγγυότητα ορίζεται στο άρθρο 44 παρ. 5 του Ν 2648/1998 [κατάσταση παύσης ή αναστολής πληρωμών, επιχείρηση (προβληματική) που υποβάλλεται στην ειδική εκκαθάριση των άρθρων 9 του Ν 1386/1983, 46 του 1892/1990 και 14 του Ν 2000/1991, όπως ισχύουν, ασφαλιστική επιχείρηση της οποίας η άδεια ανακλήθηκε, εκκαθάριση με σκοπό την ικανοποίηση των δανειστών], η οποία κινήθηκε με σκοπό την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του μεταβιβάζοντος και σύμφωνα με διαδικασίες που διεξάγονται υπό την εποπτεία της κατά περίπτωση αρμόδιας Αρχής (παρ. 1). Η εφαρμογή της παρ. 1 αρχίζει από την έκδοση της σχετικής κατά περίπτωση δικαστικής απόφασης (παρ. 2).


Μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, είναι η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρησιακής δραστηριότητας από τρίτον, εφόσον δεν μεταβάλλεται η ταυτότητα της επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, εφόσον δηλαδή συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση. Ο τρόπος της μεταβιβάσεως δεν ενδιαφέρει. Αρκεί το πραγματικό γεγονός ότι ο παλαιός εργοδότης χάνει την ιδιότητα του φορέα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και ο διάδοχός του αποκτά την ιδιότητα αυτή, έστω και προσωρινά. Για να υπάρχει μεταβίβαση επιχειρήσεως ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών, πρέπει να μεταβιβάζονται τόσο επιμέρους στοιχεία της επιχειρήσεως και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να διατηρούν την οργανική τους ενότητα  και υπό το νέο φορέα (εργοδότη) ικανά να ικανοποιήσουν τον επιδιωκόμενο κερδοσκοπικό, οικονομικό ή τεχνικό σκοπό. Θα πρέπει δηλαδή, η μεταβιβαζόμενη επιχείρηση ή εκμετάλλευση να διατηρεί την ταυτότητά της και υπό το νέο φορέα της. Η μεταβολή αφορά το πρόσωπο του φορέα της μονάδας και όχι την ίδια. Διατήρηση της ταυτότητάς της σημαίνει ότι διατηρούνται αμετάβλητες οι θέσεις εργασίας και συνεπώς δικαιολογείται ο νέος φορέας της να αναλάβει τις εργασιακές σχέσεις που συνδέονται με αυτές. Η ταυτότητα της επιχειρήσεως δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι ο διάδοχος προσέθεσε στα μεταβιβαζόμενα στοιχεία και νέα ( νέα μηχανήματα, εγκατάστασης, προσέλαβε και νέο προσωπικό, τροποποίησε μερικώς το σκοπό, π.χ. επέκταση εργασιών, παραγωγή και νέων προϊόντων κ.λ.π.).


Η επί μακρόν διακοπή λειτουργίας της επιχειρήσεως είναι δυνατόν να μεταβάλει  την ταυτότητα της επιχείρησης, διότι στην περίπτωση αυτή η οργάνωση, η πελατεία, η φήμη εξαφανίζονται ωστόσο, εκτός από τη διακοπή πρέπει να συνεκτιμώνται και άλλα στοιχεία προς διαπίστωση αν υπάρχει μεταβίβαση επιχειρήσεως. Προσωρινή διακοπή δεν μεταβάλει κατά κανόνα την ταυτότητα της επιχειρήσεως. Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, επομένως, για το αν συντρέχει μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης κρίσιμα είναι τα εξής στοιχεία: 1) Η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα κ.λ.π.), 2) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών  και η αξία τους, 3) η απασχόληση ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από το νέο επιχειρηματία, 4) Η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, 5) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση και 6) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών.


Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: Η πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «Σ. και Χ.Α. ΑΕ» με έδρα την πόλη της Κ. ασκούσε επιχείρηση εμπορίας τροφίμων και παρεμφερών ειδών (σούπερ μάρκετ). Προς το σκοπό αυτό δε διατηρούσε τέσσερα καταστήματα, τρία στην πόλη της Κ. και ένα στους Σ. με φήμη και πολυάριθμη πελατεία. Το ένα από τα καταστήματα αυτά ήταν εγκατεστημένο στο σύνολο των χώρων (υπόγειο, ισόγειο και τέσσερις όροφοι) της οικοδομής που βρίσκεται στην πόλη Κ. και στη διασταύρωση των οδών... Η αναιρεσείουσα εδρεύει κι αυτή στην Κ. και ασκεί ομοειδή επιχείρηση. Προς το σκοπό δε αυτό διατηρεί τέσσερα καταστήματα, τρία στην πόλη της Κ. και ένα στην Κ.


Στις 4 Μαΐου 2003 με σύμβαση που καταρτίσθηκε εγγράφως στην Κ. μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων των άνω εταιριών και στην οποία δόθηκε ο τίτλος «προσύμφωνο ιδιωτικού συμφωνητικού», η πρώτη εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει στην αναιρεσείουσα τα ακόλουθα περιουσιακά στοιχεία: 1) την κυριότητα που λόγω αντιπαροχής είχε δικαίωμα να αποκτήσει στο υπόγειο, ισόγειο και πρώτο όροφο του καταστήματός της στη διασταύρωση των οδών ... στην πόλη της Κ., αξίας 367.573,11 ευρώ. Τα ακίνητα αυτά συμφωνήθηκε να μεταβιβαστούν στην αναιρεσείουσα ή στους εταίρους της, ή σε τρίτο που η ίδια θα υποδείκνυε (1ος όρος).  2) εμπορεύματα αξίας 600.000 ευρώ και γ) πάγια στοιχεία αξίας 816.369,30 ευρώ (2ος όρος). Προς κάλυψη των παραπάνω η αναιρεσείουσα ανέλαβε να εξοφλήσει οφειλές της πρώτης από τρίτους, να εισπράξει απαιτήσεις της πρώτης από τρίτους ύψους 168.513,21 ευρώ, να εκδώσει αξιόγραφα προς την πρώτη. Σύμφωνα με τον 6ο όρο της σύμβασης προϋπόθεση για να αποκτήσει ισχύ αυτή ήταν να μπορέσει η αναιρεσείουσα να μισθώσει τα καταστήματα στα οποία στεγαζόταν η επιχείρηση της πρώτης.


Ακολούθως την επόμενη ο νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης δήλωσε εγγράφως στους ιδιοκτήτες του καταστήματος που μίσθωνε η πρώτη στη διασταύρωση των οδών ... στην Καρδίτσα ότι λύει τη σύμβαση μίσθωσης, με σκοπό να μισθώσει το κατάστημα στην αναιρεσείουσα. Στις 7 Μαΐου 2003 η αναιρεσείουσα μίσθωσε το κατάστημα αυτό για να το χρησιμοποιήσει ως σούπερ μάρκετ. Στις 10 Μαΐου 2003 ο ίδιος εκπρόσωπος προέβη σε όμοιες δηλώσεις προς τους ιδιοκτήτες των υπολοίπων καταστημάτων που μίσθωνε η πρώτη εναγομένη, τη 15η και 29η Μαΐου 2003 η αναιρεσείουσα μίσθωσε κι αυτά τα καταστήματα για να τα χρησιμοποιήσει ως σούπερ μάρκετ. Οι μισθώσεις δε αυτές διατηρούνται μέχρι σήμερα. Στις 11 Μαΐου 2003 με έγγραφη σύμβαση η πρώτη εναγομένη μεταβίβασε στην αναιρεσείουσα τα εμπορεύματα αξίας 600.000 ευρώ και τα πάγια στοιχεία, μεταφορικά μέσα και εξοπλισμό αξίας 895.105,62 ευρώ. Προς κάλυψη του τιμήματος η αναιρεσείουσα ανέλαβε να εξοφλήσει ισόποσες υποχρεώσεις της πρώτης προς τρίτους, μεταξύ των οποίων και το προσωπικό της. Στη σύμβαση περιλήφθηκε κατάλογος των πάγιων στοιχείων που μεταβιβάστηκαν, των μεταφορικών μέσων και του εξοπλισμού καθώς και των έναντι τρίτων υποχρεώσεων, ενώ με σειρά όρων διασφαλίσθηκε πλήρως η αναιρεσείουσα για την περίπτωση που η υποχρεώσεις της πρώτης δεν ήταν αναφερόμενες.


Με δεύτερη ταυτόχρονη σύμβαση η πρώτη εναγομένη εκχώρησε στο νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσείουσας απαιτήσεις της έναντι τρίτων, ύψους 168.750,01 ευρώ, έναντι των οποίων ο εκδοχέας κατέβαλε 22.014,87 ευρώ μετρητά και για το υπόλοιπο εξέδωσε αξιόγραφα. Και στο συμφωνητικό αυτό με σειρά όρων διασφαλίσθηκε πλήρως ο εκδοχέας  για την περίπτωση που κάποιες απαιτήσεις της πρώτης εναγομένης αποδειχθούν επισφαλείς. Ακολούθως στις 16 Μαΐου 2003 οι μέτοχοι της αναιρεσείουσας απέκτησαν την κυριότητα του υπογείου, ισογείου και πρώτου ορόφου της οικοδομής στη διασταύρωση των οδών ... στην Κ. με το .../16.5.2003 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κ. Κ.Μ., στο οποίο  η πρώτη εναγομένη συνεβλήθη ως εκ τρίτου έχουσα αξίωση από εργολαβικό αντάλλαγμα. Με τη .../16.5.2003 πράξη θεώρησης ιδιωτικού εγγράφου του ίδιου συμβολαιογράφου έλαβε βεβαία χρονολογία το πρώτο από τα ανωτέρω από 11.5.2003 συμφωνητικά και με τη .../16.5.2003 όμοια πράξη του ίδιου συμβολαιογράφου έλαβε βεβαία χρονολογία το δεύτερο από τα ανωτέρω συμφωνητικά. Την ίδια ημέρα και μετά την κατάρτιση των άνω συμφάσεων η πρώτη εναγομένη παρέδωσε την επιχείρησή της στην αναιρεσείουσα με τη συμβολική κίνηση της παράδοσης των κλειδιών όλων των καταστημάτων της  στους εταίρους της αναιρεσείουσας. Το βράδυ της ίδιας ημέρας οι εταίροι της τελευταίας προσήλθαν στα καταστήματα της πρώτης, έδωσαν εντολή στους ταμίες των καταστημάτων να τους παραδώσουν τις εισπράξεις της ημέρας, παρέλαβαν τις εισπράξεις που είχε πραγματοποιήσει η επιχείρηση εκείνη την ημέρα και δήλωσαν στους εργαζόμενους των καταστημάτων ότι θα συνεχίσουν την εργασία τους κανονικά την επόμενη ημέρα. Αργότερα το ίδιο βράδυ οι εταίροι της αναιρεσείουσας άλλαξαν τις κλειδαριές όλων των καταστημάτων, τηλεφώνησαν στους εργαζόμενους και τους είπαν να μην προσέλθουν για εργασία την επόμενη, επειδή θα χρειασθεί να γίνουν κάποιες εργασίες και ότι θα τους ειδοποιήσουν εκ νέου πότε θα επανέλθουν για εργασία. Κατά τη διάρκεια της νύχτας άδειασαν τα παραπάνω καταστήματα από τα εμπορεύματα που υπήρχαν σ΄ αυτά, τα οποία μετέφεραν στα καταστήματα της αναιρεσείουσας. Συγχρόνως παρέλαβαν από τα καταστήματα τα ψυγεία, τις βιτρίνες, τις μηχανές γραφείου, τις αριθμομηχανές, τις ταμειακές μηχανές, τα γραφεία, τα έπιπλα και γενικά όλο τον εξοπλισμό. Παρέλαβαν επίσης και άρχισαν να χρησιμοποιούν τα αυτοκίνητα της πρώτης εναγομένης.


Στις 17 Μαΐου 2003 η αναιρεσείουσα διέκοψε τη λειτουργία των παραπάνω καταστημάτων, διατήρησε όμως και διατηρεί αυτά μέχρι και σήμερα μισθωμένα, ενώ βρίσκεται συνεχώς στη διάθεσή της το τμήμα του καταστήματος στη διασταύρωση των οδών ... στην Κ. Στις 3 Ιουνίου 2003 λογιστής της αναιρεσείουσας παρέλαβε ένα μέρος των λογιστικών βιβλίων και φορολογικών στοιχείων της πρώτης εναγομένης. Στις 20 Ιουνίου 2003 η αναιρεσείουσα με εξώδικό της προς την εναγομένη υπαναχώρησε από την πρώτη από τις από 11.5.2003 ανωτέρω συμβάσεις. Πλην όμως συνεχώς μέχρι σήμερα διατηρεί στην κατοχή της τα καταστήματα, στα οποία η πρώτη λειτουργούσε τα καταστήματά της, καθώς και όλα τα κινητά πρώτης που περιήλθαν σ' αυτή, εκτός εκείνων που ήδη έχει εκποιήσει. Στις 10 Οκτωβρίου 2003 λογιστής της αναιρεσείουσας παρέλαβε και το υπόλοιπο των λογιστικών βιβλίων και φορολογικών στοιχείων. Από δε τον Οκτώβριο 2003 η αναιρεσείουσα μετά από ανακαίνιση άρχισε να θέτει σταδιακά  σε λειτουργία τα καταστήματα. Συγκεκριμένα τον Οκτώβριο 2003, αφού ανακαίνισε, έθεσε σε λειτουργία με δική της επωνυμία το κατάστημα της πρώτης εναγομένης επί της οδού ... της πόλης Κ. Τα δε Χριστούγεννα του ίδιου έτους επέσπευσε με ταχύτατους ρυθμούς την επαναλειτουργία του πολυώροφου καταστήματος στη διασταύρωση των οδών στην Κ. ανακαινισμένου και με δική της επωνυμία. Από τις 16 Μαΐου 2003 η αναιρεσείουσα υπεισήλθε στο σύνολο των άυλων στοιχείων που συνέθεταν την επιχείρηση.


Από το γεγονός ότι η επιχείρηση της πρώτης εναγομένης βρισκόταν μέχρι τη 16η Μαΐου 2003 σε συνεχή και πλήρη λειτουργία επιβεβαιώνει ότι η αναιρεσείουσα υπεισήλθε στα στοιχεία αυτά ως σύνολο υλικών και άυλων στοιχείων άρρηκτα συνδεομένων μεταξύ τους σε μία ενιαία οργανωτική οικονομική ομάδα που την είχε συνθέσει η πρώτη εναγομένη και μάλιστα όπως αυτή την είχε συνθέσει. Η αναιρεσείουσα υπεισήλθε στην επιχείρηση ως ζώντα οργανισμό και αναλαμβάνοντας τα στοιχεία που συνέθεταν την επιχείρηση στις 16.5.2003 είχε την αδιαμφισβήτητη


 δυνατότητα να συνεχίσει αμέσως τη λειτουργία της επιχείρησης που ασκούσε η πρώτη εναγομένη. Δηλαδή η επιχείρηση διατήρησε την ταυτότητά της και μετά τη μεταβίβαση στην αναιρεσείουσα. Τα ότι στις 26.5.2003 η αναιρεσείουσα έδωσε εντολές στο προσωπικό της επιχείρησης αποτελούν ενέργειες με τις οποίες το διευθυντικό της δικαίωμα ως εργοδότης του προσωπικού αυτής. Πρωτίστως δε ενέργεια που αποτελεί η απόφαση της 17.5.2003 να διακόψει τη λειτουργία της επιχείρησης και να δώσει εντολές  εντολές στο προσωπικό της. Το ότι το τελευταίο υπάκουσε σ΄ αυτές αποδεικνύει ότι αντίστοιχα και αυτό αποδέχθηκε και αντιμετώπισε την αναιρεσείουσα ως το νέο εργοδότη της. Τέλος ενέργεια επιχειρηματία της μεταβιβασθείσας επιχείρησης αποτελεί η απόφαση της αναιρεσείουσας να θέσει σε σταδιακή επαναλειτουργία τα καταστήματα, στα οποία λειτουργούσε η πρώτη εναγομένη, δηλαδή να ασκεί σ΄ αυτά την ίδια δραστηριότητα που ασκούσε εκείνη. Επί πλέον το ότι η αναιρεσείουσα αποφάσισε τη διακοπή αποδεικνύει ακριβώς ότι είχε καταστεί διάδοχος.


Με βάση τα παραπάνω περιστατικά το Εφετείο έκρινε ότι η επιχείρηση σούπερ μάρκετ της πρώτης εναγομένης μεταβιβάστηκε στην αναιρεσείουσα στις 16 Μαΐου 2003 και η οποία έγινε διάδοχος  κατά την έννοια του ΠΔ 178/2002 και κατά συνέπεια κατέστη εργοδότης των εργαζομένων στην επιχείρηση αυτή. Τέλος το Εφετείο δέχθηκε  ότι η αναιρεσείουσα στις 8.7.2003 δήλωσε ενώπιον του επιθεωρητή εργασίας Κ. ότι δεν υφίσταται μεταβίβαση επιχείρησης, διότι υπαναχώρησε από την πρώτη από τις από 11.5.2003 συμφωνίες που είχε συνάψει με την πρώτη εναγομένη, αρνούμενη έκτοτε να απασχολήσει τους ενάγοντες στην επιχείρηση και ότι με τον τρόπο αυτό κατέστη υπερήμερη περί την αποδοχή των υπηρεσιών των εναγόντων και ως εκ τούτου οφείλει στους τελευταίους μισθούς υπερημερίας.


Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Τούτο διότι τα ανελέγκτως ως άνω δεκτά γενόμενα περί μεταβιβάσεως από την προαναφερθείσα εταιρία στην αναιρεσείουσα του συνόλου των υλικών αγαθών αυτής ως και των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών της, της παραλαβής από την τελευταία των λογιστικών και φορολογικών βιβλίων της πρώτης, της θέσεως σε λειτουργίας ιδίας επιχειρήσεως και στα αυτά καταστήματα που ασκούσε τοιαύτη η μεταβιβάσασα, της διαχειρίσεως, κατά τον διαλαμβανόμενο ως άνω στην προσβαλλομένη τρόπο, του προσωπικού αυτής από την αναιρεσείουσα, δηλαδή της δηλώσεως περί συνεχίσεως της εργασίας τους την επομένη της παραλαβής, της παράδοσης των εισπράξεων από τους ταμίες και της δήλωσης την ημέρα προς το προσωπικό να μην προσέλθει στην εργασία του, επειδή θα χρειαστεί να γίνουν κάποιες εργασίες , ως και της υπεισελεύσεως της τελευταίας στο σύνολο των άυλων στοιχείων της μεταβιβασάσης εταιρίας κατά το χρόνο που η τελευταία ευρίσκετο σε συνεχή και πλήρη λειτουργία, συνιστούν πράγματι μεταβίβαση της επιχειρήσεως κατά την έννοια των διατάξεων αυτών. Δεν αναιρεί δε τούτο και αν ακόμη ήθελε υποτεθεί αληθές, το κατά το αναιρετήριο φερόμενον ως προβληθέν διά λόγου της εφέσεως της αναιρεσείουσας γεγονός, ότι η μεταβιβάσασα  είχε περιέλθει σε κατάσταση αφερεγγυότητος και δεν ηδύνατο να επιδιώξει κέρδος, αφού κατά τα προεκτεθέντα, οι ως άνω περί μεταβιβάσεως επιχειρήσεως διατάξεις δεν είναι εφαρμοστέες μόνο αν ο μεταβιβάζων ευρίσκεται σε διαδικασία πτωχεύσεως ή άλλη ανάλογη αφερεγγυότητος, που έχει όμως διαγνωσθεί από σχετική κατά περίπτωση από σχετική κατά περίπτωση δικαστική απόφαση, πράγμα που δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε ή συνέβη, ούτε και εγένετο δεκτό από την προσβαλλόμενη και όχι και όταν, έστω και παρά την ύπαρξη τοις πράγμασι τοιαύτης καταστάσεως, δεν συντρέχει η εν λόγω προϋπόθεση (έκδοση περί τοιαύτης δικαστικής αποφάσεως). Δεν ήταν δε αναγκαίο ενόψει των παραπάνω σε αυτή εκτιθεμένων για την πληρότητα των αιτιολογιών της προσβαλλομένης η παράθεση ονομαστικώς των συνθετόντων την έννοιαν των «άυλων» αγαθών (φήμης, πελατείας, επωνυμίας διακριτικών γνωρισμάτων, διασχηματισμών κ.λ.π.), αφού αρκεί μόνον η αναφορά περί μεταβιβάσεως και τούτων και υπεισελεύσεως της αναιρεσειούσης, ως εκ του κοινώς γνωστού και αναμφιβόλου της εννοίας ταύτης και του περιεχομένου της.


Συνεπώς οι αναιρετικές με το κύριο δικόγραφο και τους προσθέτους λόγους αιτιάσεις: α) από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη για παραβίαση, ευθέως και εκ πλαγίου των άνω διατάξεων και των τοιούτων των άρθρων 48 παρ.1 και 2 του Ν 2190/1920, 386, 398 ΠΚ και 479, 939 ΑΚ, ως προς το ζήτημα της μεταβιβάσεως της προαναφερθείσης επιχειρήσεως στην αναιρεσείουσα, β) από τον αρ. 8 της ιδίας διατάξεως, γιατί δεν έλαβε υπόψη της (προσβαλλομένη) τους με λόγους εφέσεως προβληθέντες ισχυρισμούς της αναιρεσειούσης, περί αοριστίας ή μη νομίμου της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, ως εκ του ότι δεν διελαμβάνοντο σε αυτή ειδικώς τα συγκροτούντα την άυλων περιουσία μεταβιβασθέντα στοιχεία, ως και περιστατικά περί της καταστάσεως της μεταβιβασθείσης εταιρίας και δη περί αφερεγγυότητος ή μη αυτής και δυνατότητος αναπτύξεως κερδοσκοπικής δραστηριότητας, ότι η προαναφερθείσα εταιρία δεν μεταβιβάσθηκε σε αυτή  ως επιχείρηση, αλλά είχε περιέλθει ως περιουσία που από το νόμο είχε σκοπό την ικανοποίηση των δανειστών της, γ) από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου και δη για τη μη απόρριψη της αγωγής ως αορίστου, λόγω του ότι δεν περιείχε αυτή τα παραπάνω στοιχεία είναι απορριπτέες. Οι μεν υπό στοιχ. α΄ ενόψει των προεκτεθέντων ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Οι από τον αριθμό 14 και υπό στοιχ. γ΄ επίσης ως αβάσιμες, αφού δεν ήταν αναγκαίο, για την πληρότητα της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζητήθηκε, με την επίκληση μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως της αρχικής εργοδότιδος στην αναιρεσείουσα και υπερημερίας αυτής περί την αποδοχήν της εργασίας των εργαζομένων στην επιχείρηση αυτή, να αναγνωρισθεί ότι χώρησε μεταβίβαση επιχειρήσεως και να υποχρεωθεί και η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει στους εργαζομένους αναιρεσιβλήτους τις δεδουλευμένες αποδοχές τους και μισθούς υπερημερίας, η μνεία περί της υπάρξεως ή μη χρεών της μεταβιβασάσης και εντεύθεν καταστάσεως αφερεγγυότητος αυτής, αφού τούτο αποτελεί αντικείμενο ενστάσεως υπό τη συνδρομή των προεκτεθέντων στοιχείων του άρθρου 6 του ρηθέντος Προεδρικού Διατάγματος, ούτε και η κατ΄ ιδίαν μνεία των συνιστώντων την «άυλον» περιουσίαν της μεταβιβασάσης και μεταβιβασθέντων στην αναιρεσείουσα αγαθών, για τον προεκτεθέντα λόγο.


Τέλος οι από τον αριθμό 8 ως άνω  υπό στοιχ. β΄ αιτιάσεις οι μεν εκ τούτων ότι δεν ελήφθησαν υπόψη οι προβληθέντες λόγοι εφέσεως περί αοριστίας ή μη νομίμου της αγωγής διότι δεν διελαμβάνοντο σε αυτή ειδικώς τα συγκροτούντα την άυλο περιουσία της μεταβιβασάσης και μεταβιβασθέντα στην αναιρεσείουσα στοιχεία ως και περιστατικά περί φερεγγυότητος ή μη της πρώτης  και δυνατότητος αναπτύξεως κερδοσκοπικής δράσεως, προεχόντως ως αλυσιτελείς, αφού, ως εκτέθηκε τα εν λόγω στοιχεία δεν ήταν αναγκαία για το ορισμένο και την κρίση περί του νομίμου αγωγής, η δε περί μη λήψεως υπόψη του ισχυρισμού περί μη μεταβιβάσεως στην αναιρεσείουσα της προαναφερθείσης εταιρίας ως επιχειρήσεως, αλλά ως περιουσίας, που από το νόμο είχε σκοπό την ικανοποίηση των δανειστών της, ως αβάσιμες, αφού η προσβαλλομένη τον έλαβε υπόψη και τον απέκρουσε κατ΄ ουσίαν δεχθείσα μεταβίβαση επιχειρήσεως. Με τις από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις πλήττεται η προσβαλλομένη κατά την υπερημερίας της αναιρεσειούσης προς αποδοχήν των υπηρεσιών των αναιρεσιβλήτων κρίση της, για παραβίαση εκ πλαγίου των ουσιαστικού δικαίου κανόνων των διατάξεων των άρθρων 61, 65, 67, 68, 70, 71, 648, 652, 656 ΑΚ και 16 και 17 του Ν 3190/1955, δι΄ αντιφατικών και ελλιπών αιτιολογιών ειδικότερα ως προς το μη προσδιορισμό των οργάνων της αναιρεσειούσης, που δικαιοπρακτούσαν στο όνομά της και το μεν εγκαταστάθηκαν και το μεν εγκαταστάθηκαν και ανέλαβαν την διοίκηση και εκμετάλλευση της μεταβιβασθείσης επιχειρήσεως, το δε αρνήθηκαν την αποδοχή των υπηρεσιών των εργαζομένων αναιρεσιβλήτων.


Επίσης με τις από τους αρ. 8 και 14 της άνω διατάξεως αιτιάσεις διά του κυρίου δικογράφου και των προσθέτων, πλήττεται η προσβαλλομένη το μεν διά την μη λήψη υπόψη των διά λόγων εφέσεως της αναιρεσειούσης ισχυρισμών της περί αοριστίας της αγωγής των αναιρεσιβλήτων ως εκ του ότι δεν αναφέροντο σε αυτή τα όργανα της αναιρεσειούσης που προέβησαν στις άνω ενέργειες, το δε διά την μη, παρά το νόμο κήρυξη απαραδέκτου και δη την μη απόρριψη για τον λόγο αυτό της αγωγής ως αορίστου. Οι πρώτες των αιτιάσεων αυτών είναι απορριπτέες ως ουσιαστικά αβάσιμες, αφού ουδεμία υφίσταται έλλειψη και αντίφαση στις ρηθείσες αιτιολογίες της προσβαλλομένης ότι κατά την 11.5.2003 οι εταίροι της αναιρεσειούσης προσήλθαν στα καταστήματα της μεταβιβασάσης εταιρίας και πλην των άνω ενεργειών τους, εδήλωσαν στους εργαζομένους ότι θα συνεχίσουν κανονικά την εργασία τους την επομένη μέρα, ότι αργότερα την ίδια ημέρα εδήλωσαν στους ίδιους να μην προσέλθουν προς εργασία, λόγω της ανάγκης πραγματοποιήσεως ορισμένων εργασιών και ότι μεταγενέστερα, την 8.7.2003 η αναιρεσείουσα εκδήλωσε ότι υπαναχώρησε της από την πρώτη των προαναφερθεισών συμβάσεων στον επιθεωρητή εργασίας Κ. και έκτοτε αρνήθηκε να απασχολήσει τους αναιρεσιβλήτους στην επιχείρηση και κατέστη έτσι υπερήμερη περί την αποδοχή της εργασίας τους, αρκούν δε για να δικαιολογήσουν την εφαρμογή των άνω περί υπερημερίας διατάξεων των άρθρων 648, 652 και 656 ΑΚ.


Περαιτέρω δεν πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας εκ του ότι δεν εξειδικεύει τα ενεργήσαντα όργανα της αναιρεσειούσης, αφού δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας και το εντεύθεν εφικτό του αναιρετικού ελέγχου, να διαλάβει ειδική αιτιολογία περί του ζητήματος αυτού και δη να εξειδικεύσει τα ενεργήσαντα ως εκπροσωπούντα την αναιρεσείουσα πρόσωπα, χωρίς ειδική αμφισβήτηση αυτής, δηλαδή τοιαύτης ότι τα πρόσωπα αυτά δεν ήταν τα εκπροσωπούντα αυτήν ή σε κάθε περίπτωση ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποί της σε ουδεμία ενέργεια προέβησαν από τις προαναφερθείσες, πράγμα (προβολή τοιούτου ισχυρισμού) το οποίο δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο και τους προσθέτους λόγους ότι συνέβη. Για το λόγο αυτό είναι απορριπτέες και οι από τους αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σχετικές αιτιάσεις και δη οι από την τελευταία διάταξη ως αβάσιμες, αφού δεν ήταν αναγκαία, για την πληρότητά της η μνεία στην αγωγή ονομαστικώς των ενεργησάντων οργάνων της αναιρεσειούσης, οι δε λοιπές (από τον αρ. 8) προεχόντως ως αλυσιτελείς. [...]