Διαφήμιση

ΕΝΟΤΗΤΕΣ

Σύνδεση Χρήστη



FreeCurrencyRates.com

Πρωτοσέλιδα

PDF Εκτύπωση E-mail
3351/2002 : ΕΠΙΒΑΛΛΕΤΑΙ ΦΟΡΟΣ ΣΕ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΟΥ ΑΠΟΚΤΩΝΤΑΙ ΕΞ ΑΙΤΙΑΣ ΘΑΝΑΤΟΥ
Τρίτη, 16 Απριλίου 2002 03:00

Αποφ. ΣτΕ 3267/2004 Β" Τμ.


Πρόεδρος Φ. Στεργιόπουλος, Αντιπρόεδρος ΣτΕ


Εισηγητής Α.-Γ. Βώρος, Σύμβουλος της Επικρατείας


Δικηγόροι Σ. Δέτσης (Πάρεδρος ΝΣΚ), Χ. Μητρομάρας


Κώδικας Βιβλίων και Στοιχείων


Διατάξεις: άρθρο 36 ΚΒΣ


ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ. Στην περίπτωση κατά την οποία βιβλία Α" ή Β" κατηγορίας του ΚΒΣ προσκομίζονται από τον ίδιο τον επιτηδευματία για έλεγχο στο κατάστημα της φορολογικής Αρχής, έπειτα από έγγραφη πρόσκληση του Προϊσταμένου της τελευταίας προς τον ελεγχόμενο, δεν απαιτείται για τη νομιμότητα της διαδικασίας του φορολογικού ελέγχου η σύνταξη και κοινοποίηση έκθεσης κατάσχεσης, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή δεν λαμβάνει χώρα κατάσχεση των βιβλίων και στοιχείων αυτών.


[...]2.Επειδή, στο άρθρο 36 του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (ΠΔ 186/1992, ΦΕΚ Α" 84) ορίζονται τα εξής: “1.Ο προϊστάμενος της ΔΟΥ και ο υπάλληλος που ορίζεται από αυτόν δικαιούται, οποιαδήποτε εργάσιμη για τον υπόχρεο ώρα, να λαμβάνει γνώση, να ελέγχει και να θεωρεί όλα τα βιβλία και στοιχεία που ορίζονται από τον Κώδικα αυτό ή άλλους νόμους, καθώς και αυτά που τηρούνται προαιρετικά από τον υπόχρεο και να λαμβάνει γνώση οποιουδήποτε άλλου βιβλίου, εγγράφου ή στοιχείου και κάθε περιουσιακού στοιχείου που βρίσκεται στην επαγγελματική εγκατάσταση του επιτηδευματία ή στο κατάστημα κάθε άλλου υπόχρεου. Ο έλεγχος των βιβλίων και των στοιχείων που ορίζονται από τον Κώδικα αυτό γίνεται στην επαγγελματική εγκατάσταση του επιτηδευματία ή στα γραφεία της ΔΟΥ, προκειμένου για βιβλία πρώτης και δεύτερης κατηγορίας, μετά από έγγραφη πρόσκληση του προϊσταμένου αυτής. 2.(...) 3. Αν κατά τη διάρκεια του φορολογικού ελέγχου διαπιστωθεί η ύπαρξη βιβλίων, εγγράφων και λοιπών στοιχείων που σχετίζονται με τον έλεγχο, από τα οποία είναι ενδεχόμενο να προκύψει απόκρυψη φορολογητέας ύλης, κατάσχονται από τον υπάλληλο που ενεργεί το φορολογικό έλεγχο και παραδίδονται στον αρμόδιο προϊστάμενο ΔΟΥ, ο οποίος, εφόσον με βάση αυτά ενεργεί φορολογική εγγραφή, τα διαφυλάσσει μέχρι τελεσιδικίας αυτής. Για τις κατασχέσεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις των τριών τελευταίων εδαφίων της επομένης παραγράφου.


4.Ο Προϊστάμενος της ΔΟΥ ή ο αρμόδιος Επιθεωρητής, στις περιπτώσεις που υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι στην επαγγελματική εγκατάσταση του επιτηδευματία ή στο κατάστημα οποιουδήποτε άλλου υπόχρεου αποκρύπτονται βιβλία, έγγραφα, εμπορεύματα ή άλλα στοιχεία, τα οποία ασκούν επιρροή στον ακριβή προσδιορισμό της φορολογητέας ύλης, μπορεί με έγγραφό του να ζητήσει από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών και να δεν υπάρχει αυτός από τον Ειρηνοδίκη της περιφέρειας, που υπάγεται η επαγγελματική εγκατάσταση του επιτηδευματία ή το κατάστημα άλλου υπόχρεου, τη συνδρομή ανακριτικού υπαλλήλου για την έρευνα προς ανεύρεση των βιβλίων ή των εγγράφων ή εμπορευμάτων ή άλλων στοιχείων, με τη σύμπραξη φοροτεχνικών υπαλλήλων, που ορίζονται από τον προϊστάμενο της ΔΟΥ ή τον αρμόδιο επιθεωρητή. Η έρευνα ενεργείται σε οποιαδήποτε για τον υπόχρεο εργάσιμη ώρα. Τα βιβλία, έγγραφα και λοιπά στοιχεία που βρίσκονται, κατάσχονται και παραδίδονται στον αρμόδιο προϊστάμενο ΔΟΥ, ο οποίος, εφόσον με βάση αυτά ενεργεί φορολογική εγγραφή, τα φυλάσσει μέχρι την τελεσιδικία αυτής. Για την έρευνα και την κατάσχεση συντάσσεται έκθεση, η οποία υπογράφεται από αυτούς που διενεργούν την κατάσχεση και τον επιτηδευματία. Αντίγραφο της έκθεσης επιδίδεται στον υπόχρεο, ο οποίος δικαιούται να λάβει αντίγραφα ή φωτοτυπίες των κατασχεθέντων βιβλίων, εγγράφων και λοιπών στοιχείων με δαπάνες του. 5.Στις περιπτώσεις των παρ.3 και 4 του άρθρου αυτού επιτρέπεται η κατάσχεση και των βιβλίων και στοιχείων που τηρούνται με βάση τις διατάξεις του Κώδικα αυτού (...) 10.Τα δικαιώματα του αρμόδιου προϊστάμενο ΔΟΥ, που ορίζονται από τις διατάξεις των παρ. 1,3,6 και 7 του άρθρου αυτού, ενασκούνται παράλληλα και από τους Γενικούς Διευθυντές Φορολογίας και Δημόσιας Περιουσίας και Επιθεώρησης και Ελέγχων, καθώς και από τους Προϊσταμένους του ΣΔΟΕ”.


3.Επειδή, όπως συνάγεται από τις άνω διατάξεις, στην περίπτωση κατά την οποία τα όργανα που διενεργούν φορολογικό έλεγχο προβαίνουν στην προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές- και ειδικότερα, στην κατά την παρ.3 του ανωτέρου άρθρου 36- “κατάσχεση”, δηλαδή στην αναγκαστική αφαίρεση από την επαγγελματική εγκατάσταση επιτηδευματία βιβλίων, εγγράφων ή άλλων εν γένει στοιχείων, όπου “είναι ενδεχόμενο να προκύπτει απόκρυψη φορολογητέας ύλης”, απαιτείται, ως ουσιώδης τύπος της όλης διαδικασίας η σύνταξη, κατά τους όρους του νόμου, σχετικής εκθέσεως κατασχέσεως και η επίδοσή της επιτηδευματία. Στην περίπτωση όμως κατά την οποία πρόκειται για βιβλία και στοιχεία πρώτης ή δεύτερης κατηγορίας του ΚΒΣ και προσκομίζονται από τον επιτηδευματία για έλεγχο στον Προϊστάμενο της ΔΥΟ ( ή στον Προϊστάμενο της ΥΠΕΔΑ) κατά την παρ.1 του εν λόγω άρθρου 36, ήτοι μετά από έγγραφη πρόσκληση του τελευταίου, δεν απαιτείται για τη νομιμότητα της διαδικασίας του φορολογικού ελέγχου η σύνταξη και κοινοποίηση εκθέσεως κατάσχεσης, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή δεν λαμβάνει χώρα κατάσχεση των ως άνω βιβλίων και στοιχείων.


4.Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, το διοικητικό εφετείο δέχθηκε τα εξής, κατ' εκτίμηση των στοιχείων του φακέλου, στα οποία περιλαμβάνεται και η με χρονολογία 11.11.1996 έκθεση ελέγχου των αναφερόμενων στην προσβαλλόμενη απόφαση υπαλλήλων της ΥΠΕΔΑ: Κατά τη διάρκεια φορολογικού ελέγχου εφαρμογής των διατάξεων του ΚΒΣ που διενήργησε συνεργείο υπαλλήλων της ΥΠΕΔΑ, στις 2.10.1996, στα γραφεία της υπηρεσίας αυτής και επί των βιβλίων και στοιχείων του ΚΒΣ της επιχείρησης (εμπορία παλαιών μετάλλων) του εκκαλούντος (ήδη αναιρεσιβλήτου), παρελήφθησαν, με την ?/2.10.1996 απόδειξη παραλαβής, από τον προσκομίσαντα αυτά λογιστή της επιχείρησης προς επεξεργασία και για την ολοκλήρωση ορισμένων ελεγκτικών επαληθεύσεων, μεταξύ άλλων, και τα αναφερόμενα σ' αυτήν φορολογικά στοιχεία, ήτοι πρωτότυπα δελτία αποστολής - τιμολόγια πωλήσεως εκδόσεως των Π.Δ., Γ.Κ., Δ.Μ., Γ.Π., Κ.Ρ., και Θ.Λ.


Όπως αναφέρεται περαιτέρω στην προσβαλλόμενη απόφαση, τα φορολογικά αυτά στοιχεία παρελήφθησαν, σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ.3 και 5 του άρθρου 36 του ΠΔ 186/1992, γιατί υπήρχαν βάσιμες υπόνοιες και ενδείξεις για τον τρόπο και τα μέσα διάτρησής τους και για τη νόμιμη φορολογική ή μη ύπαρξη των προμηθευτριών επιχειρήσεων.


Στη συνέχεια, μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου, εκδόθηκε από τον Προϊστάμενο της ΔΥΟ Μοσχάτου η υπ' αριθμ. ?/1996, πράξη, με την οποία αποδόθηκαν στον αναιρεσίβλητο οι εξής παραβάσεις των άρθρων 2 παρ. 1, 18 παρ. 2 και 5, 19 παρ.1 και 3, 30 παρ. 7 του ΠΔ 186/1992 (ΚΒΣ) και 31 παρ. 1 Ν 1591/1986: Κατά τη χρήση 1995 σε 32 περιπτώσεις ζήτησε, έλαβε και καταχώρησε στο βιβλίο Εσόδων- Εξόδων 32 πλαστά και εικονικά Δελτία Αποστολής -Τιμολόγια Πωλήσεως, αφού οι φερόμενοι ως εκδότες τους ήταν πρόσωπα ανύπαρκτα, καθόσον δεν ανευρέθησαν στις αναγραφόμενες σε αυτά επαγγελματικές διευθύνσεις. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το διοικητικό εφετείο έκρινε ότι “ η κατά τα' ανωτέρου ? παραλαβή των προαναφερόμενων φορολογικών στοιχείων από όργανα της ΥΠΕΔΑ, ήτοι κατά τη διάρκεια ελέγχου επί των βιβλίων και στοιχείων της επιχείρησης του αναιρεσιβλήτου, προκειμένου αυτά να τύχουν επεξεργασίας και να ολοκληρωθούν οι σχετικές ελεγκτικές επαληθεύσεις από την υπηρεσία αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 3 και 5 του άρθρου 36 του ΠΔ 186/1992, δεδομένου ότι υπήρχαν βάσιμες υπόνοιες για την ύπαρξη των εκδοτών τους, συνιστούσε κατάσχεση των εν λόγω στοιχείων, για τα οποία δεν συντάχθηκε η από τις διατάξεις αυτές προβλεπόμενη έκθεση κατασχέσεως”, ενώ εξ άλλου, κατά το εφετείο, δεν μπορούσε να αντικαταστήσει την ελλείπουσα έκθεση κατασχέσεως η ανωτέρω απόδειξη παραλαβής, δεδομένου ότι η εν λόγω απόδειξη δεν εμπεριείχε το ρητό χαρακτηρισμό της ως “εκθέσως κατασχέσεως”.


Με τις σκέψεις αυτές το εφετείο, κατ' αποδοχή της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε αντιθέτως δεχθεί ότι επί προσκομιδής από τον ίδιο τον επιτηδευματία των βιβλίων και στοιχείων Β" κατηγορίας ΚΒΣ για έλεγχο στον Προϊστάμενο της ΔΥΟ ή της ΥΠΕΔΑ σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 36 του ΚΒΣ, ήτοι κατόπιν σχετικής έγγραφης πρόσκλησης του επιτηδευματία, όπως στην επίδικη περίπτωση, κατά την οποία αυτά παραδόθηκαν από το λογιστή της επιχείρησης στον Προϊστάμενο της ΥΠΕΔΑ Αθηνών κατόπιν της ?/11.9.1996 έγγραφης πρόσκλησης του τελευταίου, δεν απαιτείται σύνταξη έκθεσης κατάσχεσης. Ακολούθως το εφετείο έκανε δεκτή την προσφυγή του αναιρεσιβλήτου και ακύρωσε την πράξη επιβολής του προστίμου, ως εκδοθείσα κατά παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας. Η κρίση όμως αυτή του διοικητικού εφετείου δεν είναι νόμιμη. Διότι, υπό τα γενόμενα ως άνω δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας, αν ο αναιρεσίβλητος τηρούσε βιβλία και στοιχεία (πρώτης ή ) δεύτερης κατηγορίας του ΚΒΣ και ο έλεγχος αυτών έγινε στα γραφεία της ΥΠΕΔΑ Αθηνών, όπου προσκομίσθηκαν κατά τα ανωτέρω μετά από έγγραφη πρόσκληση του προϊσταμένου αυτής από το λογιστή της επιχείρησης, δεν απαιτείτο, σύμφωνα με τα γεγονότα δεκτά στη σκέψη 3 της παρούσης αποφάσεως, ως ουσιώδης τύπος της όλης διαδικασίας (και, συνεπώς, ούτε ως προϋπόθεση της νομιμότητας της στηριζόμενης στα εν λόγω στοιχεία καταλογιστικής πράξεως της φορολογικής αρχής) σύνταξη εκθέσεως κατασχέσεως. Για το λόγο, συνεπώς αυτόν, ο οποίος βασίμως προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί.


(αναιρεί την απόφαση 403/2003 ΔΕφΠειρ και παραπέμπει στο δίκασαν δικαστήριο.)